- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Αυτό όμως που κάνει τον Δεκαπενταύγουστο μοναδικό στην ελληνική παράδοση είναι ο τρόπος με τον οποίο ο λαϊκός πολιτισμός αγκάλιασε τη μορφή της. Ο λαός δεν τη ένιωσε ποτέ ως μια απόμακρη θεότητα, αλλά ως προστάτιδα, γείτονα, μάνα και συμπαραστάτη. Γι’ αυτό και της έδωσε εκατοντάδες –ίσως και χιλιάδες– διαφορετικά ονόματα, συνδέοντάς την με το τοπίο, την ιστορία, την καθημερινότητα και τις βαθύτερες ελπίδες του.
Κάθε Δεκαπενταύγουστο, η Ελλάδα γιορτάζει ολόκληρη. Από τα μεγάλα νησιώτικα προσκυνήματα μέχρι τα μικρά ξωκλήσια που ασπρίζουν στις πλαγιές, από τα μοναστήρια της Ηπείρου και της Μακεδονίας μέχρι τα χωριά της Κρήτης και τις εκκλησιές του Αιγαίου, οι καμπάνες χτυπούν για την Παναγιά.
Μόνο που η Παναγιά στον ελληνικό τόπο δεν έχει ένα όνομα. Έχει εκατοντάδες.
Είναι η Μεγαλόχαρη, η Εκατονταπυλιανή, η Σουμελά, η Χοζοβιώτισσα, η Κανάλα, η Φανερωμένη, η Θαλασσινή, η Γοργοεπήκοος, η Μυρτιδιώτισσα, η Τρυπητή, η Προυσιώτισσα, η Εικοσιφοίνισσα, η Κερά, η Οδηγήτρια, η Παρηγορήτισσα.
Και πίσω από κάθε όνομα κρύβεται ένας τόπος, μια ιστορία, ένας θρύλος, μια εικόνα, ένα τάμα. Κάποτε ακόμη κι ένα θαύμα που οι άνθρωποι διηγούνται από γενιά σε γενιά.
Ίσως γι’ αυτό η Παναγιά της ελληνικής παράδοσης έχει χίλια πρόσωπα.
Τα ονόματα που έχει αποδώσει η ελληνική ευσέβεια στην Παναγία χωρίζονται σε πολλές κατηγορίες, η κάθε μία από τις οποίες διηγείται και μια διαφορετική ιστορία:
Από τη γεωγραφική θέση και το τοπίο: Παναγία η Σπηλιανή (Νίσυρος, Σάμος) – φωλιασμένη μέσα στα βράχια, Παναγία η Θαλασσινή (Άνδρος) – χτισμένη πάνω στον βράχο μέσα στη θάλασσα, για να προστατεύει τους ναυτικούς, Παναγία η Κρημνιώτισσα (Σαμοθράκη) – σκαρφαλωμένη στην άκρη του γκρεμού.
Από τον τρόπο και την τεχνοτροπία της εικόνας: Γλυκοφιλούσα: Η μητέρα που αγγίζει στοργικά το μάγουλο του Βρέφους, Βρεφοκρατούσα: Η κλασική παράσταση της Παναγίας που κρατά τον Χριστό, Mεγαλομάτα: Με τα μεγάλα, εκφραστικά μάτια που κοιτούν απευθείας στην ψυχή του πιστού.
Από θαύματα και τοπικούς θρύλους: Παναγία η Φιδούσα (Κεφαλονιά) – όπου κάθε Δεκαπενταύγουστο εμφανίζονται τα μικρά, ακίνδυνα φιδάκια στο χωριό Μαρκόπουλο. Παναγία η Πορταΐτισσα (Μονή Ιβήρων, Άγιο Όρος) – η φύλακας της πύλης.
Από τις ασχολίες των κατοίκων: Παναγία η Θαλασσομαχούσα – η βοηθός των ναυτικών στις φουρτούνες.
Μια Παναγιά για κάθε τόπο
Οι προσωνυμίες της Παναγίας γεννήθηκαν με πολλούς τρόπους. Άλλοτε από τον τόπο όπου βρίσκεται η εικόνα ή ο ναός της. Άλλοτε από τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε μια εικόνα. Άλλοτε από κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αγιογραφίας και άλλοτε από τη βοήθεια που οι πιστοί θεωρούν ότι προσφέρει.
Έτσι, η Παναγιά γίνεται σχεδόν κομμάτι της γεωγραφίας.
Στην Τήνο είναι η Μεγαλόχαρη, με το μεγάλο προσκύνημα που κάθε Δεκαπενταύγουστο συγκεντρώνει χιλιάδες ανθρώπους. Στην Πάρο είναι η Εκατονταπυλιανή, ένας από τους σημαντικότερους παλαιοχριστιανικούς ναούς του ελληνικού χώρου. Στην Αμοργό είναι η Χοζοβιώτισσα, σκαρφαλωμένη πάνω στον απόκρημνο βράχο, ανάμεσα στο λευκό του μοναστηριού και στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου.

Μοναστήρι Παναγίας Χοζοβιώτισσας – Αμοργός
Στην Κύθνο είναι η Παναγία Κανάλα. Στα Κύθηρα, η Μυρτιδιώτισσα. Στην Κεφαλονιά, η Παναγία η Φιδούσα, γύρω από την οποία έχει δημιουργηθεί μία από τις πιο ιδιαίτερες παραδόσεις του Δεκαπενταύγουστου. Στην Ευρυτανία, η Προυσιώτισσα. Στην Αχαΐα, η Παναγία Τρυπητή. Στην Καβάλα, η Εικοσιφοίνισσα. Στη Ρόδο, η Τσαμπίκα. Στην Άνδρο, η Θεοσκέπαστη. Και στην Αστυπάλαια, η Παναγιά η Πορταΐτισσα. Ο κατάλογος μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ.

Το μοναστήρι της Παναγίας Προυσιώτισσας
Τα ονόματα που της έδωσε η θάλασσα
Σε έναν λαό θαλασσινό, δεν θα μπορούσε να λείπει και η Παναγιά των ναυτικών. Στα νησιά, οι άνθρωποι την επικαλέστηκαν στις φουρτούνες, στα ταξίδια και στις δύσκολες επιστροφές. Της άφησαν τάματα καραβάκια, εικόνες και ασημένια αφιερώματα. Έχτισαν εκκλησάκια σε ακρωτήρια και λιμάνια, εκεί όπου το βλέμμα φτάνει μακριά στο πέλαγος.
Κι έτσι γεννήθηκαν ονόματα όπως Παναγία Θαλασσινή, Παναγία του Λιμανιού, Παναγία Φανερωμένη, αλλά και δεκάδες άλλες τοπικές ονομασίες. Για τους νησιώτες η Παναγιά δεν ήταν μόνο η μορφή του τέμπλου. Ήταν εκείνη που περίμενε μαζί με τις μανάδες και τις γυναίκες τους ανθρώπους που είχαν φύγει στη θάλασσα.
Η Παναγιά της παρηγοριάς και της ανάγκης
Πολλά από τα ονόματά της δεν δηλώνουν τόπο, αλλά μια ανθρώπινη ανάγκη.
Γοργοεπήκοος, εκείνη που ακούει γρήγορα την παράκληση. Παρηγορήτισσα, εκείνη που παρηγορεί. Ελεούσα, εκείνη που ελεεί. Οδηγήτρια, εκείνη που δείχνει τον δρόμο. Γλυκοφιλούσα, η τρυφερή μητέρα που ακουμπά το πρόσωπό της στο πρόσωπο του Χριστού. Βρεφοκρατούσα, η μητέρα που κρατά το παιδί στην αγκαλιά.
Κάθε όνομα μοιάζει να φωτίζει και μια διαφορετική πλευρά της ίδιας μορφής: τη μητέρα, την προστάτιδα, την παρηγορήτρια, την οδηγό, το καταφύγιο. Γι’ αυτό ίσως και στην καθημερινή γλώσσα των Ελλήνων σπάνια ακούγεται ψυχρά το «Παναγία». Είναι συχνότερα η Παναγιά. Μια λέξη πιο οικεία, σχεδόν οικογενειακή.
Η Παναγιά του χωριού μας
Υπάρχουν όμως και ονόματα που δύσκολα θα βρει κανείς σε έναν μεγάλο χάρτη προσκυνημάτων. Είναι οι Παναγιές των μικρών τόπων. Η Παναγιά στο βουνό. Η Παναγιά στη σπηλιά. Η Παναγιά του κάστρου. Η Παναγιά του βράχου. Η Παναγιά του κάμπου. Η Παναγιά κάτω από τον πλάτανο.
Ονομασίες που μπορεί να υπάρχουν μόνο σε ένα χωριό και να είναι γνωστές μόνο στους ανθρώπους του. Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο όμορφη πλευρά αυτής της παράδοσης. Κάθε κοινότητα έκανε την Παναγιά «δική της». Όχι για να την ξεχωρίσει από την Παναγιά των άλλων, αλλά για να τη φέρει πιο κοντά στη δική της ζωή. Έτσι η θρησκευτική πίστη μπλέχτηκε με τον τόπο, τη μνήμη και την οικογενειακή ιστορία.
Κάποιος θυμάται τη γιαγιά του να ανεβαίνει ξυπόλυτη στο ξωκλήσι. Άλλος θυμάται το πανηγύρι στην πλατεία μετά τη λειτουργία. Άλλος ένα τάμα. Άλλος ένα καράβι που γύρισε. Άλλος έναν άνθρωπο που περίμενε χρόνια να επιστρέψει.
Το «Πάσχα του καλοκαιριού»
Ο Δεκαπενταύγουστος αποκαλείται συχνά «Πάσχα του καλοκαιριού».
Και πράγματι, δύσκολα υπάρχει άλλη ημέρα κατά την οποία τόσοι διαφορετικοί τόποι του ελληνικού κόσμου ενώνονται στην ίδια γιορτή.
Στις 15 Αυγούστου τα χωριά ξαναγεμίζουν. Οι ξενιτεμένοι επιστρέφουν. Οι αυλές ανοίγουν. Τα τραπέζια μεγαλώνουν για να χωρέσουν συγγενείς και φίλους. Οι πλατείες γεμίζουν μουσικές, χορούς και πανηγύρια.
Και κάπου ψηλότερα, συχνά στην άκρη ενός βουνού ή πάνω από τη θάλασσα, βρίσκεται μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγιά. Με διαφορετικό όνομα κάθε φορά.
Χίλια ονόματα, μία μορφή
Αν επιχειρούσε κανείς να καταγράψει όλες τις Παναγιές του ελληνικού χώρου, ίσως να μην τελείωνε ποτέ. Γιατί κάθε όνομα δεν είναι απλώς ένας θρησκευτικός τίτλος. Είναι ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας ενός τόπου.
Η Σουμελά κουβαλά τη μνήμη του Πόντου.
Η Χοζοβιώτισσα μοιάζει να έχει γίνει ένα με τον βράχο της Αμοργού.
Η Θαλασσινή κοιτάζει το πέλαγος.
Η Προυσιώτισσα είναι δεμένη με τα βουνά της Ευρυτανίας.
Η Εκατονταπυλιανή με την ιστορία της Πάρου.
Η Μεγαλόχαρη με τα τάματα και το μεγάλο προσκύνημα της Τήνου.
Και δίπλα στις ξακουστές υπάρχουν αμέτρητες άλλες: μικρές, τοπικές, σχεδόν άγνωστες έξω από τα χωριά που τις γιορτάζουν. Αυτά είναι τα χίλια πρόσωπα της Παναγιάς. Πρόσωπα που της έδωσαν οι τόποι και οι άνθρωποι μέσα στους αιώνες.
Η Παναγιά του βουνού και η Παναγιά της θάλασσας.
Η Παναγιά των ναυτικών και των ξενιτεμένων.
Η Παναγιά της χαράς και της παρηγοριάς.
Η Παναγιά της μεγάλης εκκλησίας και του μικρού ξωκλησιού.
Και κάθε Δεκαπενταύγουστο, από τη μιαν άκρη του ελληνικού κόσμου ως την άλλη, όλα αυτά τα διαφορετικά ονόματα γίνονται μια κοινή προσφώνηση:
«Παναγιά μου».
Στην πραγματικότητα, τα «χίλια πρόσωπα» της Παναγίας είναι το καθρέφτισμα της ίδιας της ελληνικής ψυχής. Ο λαός μας δεν της έδωσε περίπλοκους θεολογικούς τίτλους, αλλά ονόματα απλά, οικεία και γεμάτα συναισθηματική εγγύτητα.
Είτε ονομάζεται Παρηγορήτισσα, είτε Εκατονταπυλιανή, είτε Γλυκοφιλούσα, η Παναγία του Δεκαπενταύγουστου παραμένει η κοινή καταφυγή, η ελπίδα και η ζεστή αγκαλιά στην οποία καταφεύγει κάθε άνθρωπος στις χαρές και στις λύπες του.
ΥΓ. Ακριβώς δεν θυμάμαι τη χρονολογία αλλά είχα κάνει ένα ντοκιμαντέρ στην ΕΡΤ με τον αείμνηστο φίλο σκηνοθέτη Γιώργο Σκαλενάκη. Άραγε υπάρχει, δεν υπάρχει, δεν ξέρω πάντως ήταν μια ωραία δουλειά με τον ίδιο τίτλο που έχω στο σημερινό κείμενο.
