Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, η μνήμη τείνει να μετατραπεί σε πολυτέλεια και η λήθη σε στρατηγικό εργαλείο. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι ιδεολογικές μετακινήσεις, οι ξαφνικές κομματικές μεταμορφώσεις και οι «μεταγραφές» βουλευτών αποτελούν καθημερινότητα, προκαλώντας την εύλογη απορία των σκεπτόμενων πολιτών για το τι είδους αρχές έχουν απομείνει. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται για μια καλά μελετημένη επικοινωνιακή τακτική, ένα πολιτικό rebranding που στηρίζεται στη «στρατηγική της αμνησίας». Όταν το παρελθόν ενός πολιτικού προσώπου ή ενός χώρου είναι βαρύ, γεμάτο διαψεύσεις, κρίσιμα λάθη και διακριτές πολιτικές «αμαρτίες», η μόνη οδός πολιτικής επιβίωσης είναι η τεχνητή παραγραφή τους. Με το σύνθημα «κοιτάμε μόνο το παρόν και το μέλλον», επιχειρείται μια συνειδητή προσπάθεια να σβηστεί η ιστορική συνέχεια, ποντάροντας στην κόπωση, τον κυνισμό ή την άγνοια των νεότερων γενεών.
Σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας είναι εκείνος που ακολουθώντας τ’ αχνάρια του πατρός Μητσοτάκη, του «αρχιερέα της Αποστασίας» τον Ιούλιο του 1965, βρήκε το κλειδί για να εξευτελίσει τη δημόσια πολιτική του τόπου, διαλύοντας το κόμμα που τον ανέδειξε και τον έκανε πρωθυπουργό. “Ανάγκασε” τους εναπομείναντες βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, εάν θέλουν να τον ακολουθήσουν στο νέο του κόμμα, να παραιτηθούν από βουλευτές και να υπογράψουν ως απλά μέλη του, δίχως αυτό να σημαίνει ότι τους προορίζει για υποψήφιους στις επόμενες εκλογές. Και οι δυστυχείς, ο ένας μετά τον άλλον παραιτούνται από τον ΣΥΡΙΖΑ για να στηρίξουν τον Τσίπρα!!! Οι πρόσφατες εσωκομματικές και πολιτικές εξελίξεις, οδηγούν σε μια βαριά ιστορική παρομοίωση με τα γεγονότα του 1965 και την «Αποστασία».
Η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα είναι βέβαια αρκετά διαφορετική από τα Ιουλιανά του 1965. Στην πραγματικότητα, ο Αλέξης Τσίπρας έχει αποχωρήσει από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές του 2023, και οι μετέπειτα διασπάσεις ή αποχωρήσεις βουλευτών και στελεχών συνδέθηκαν κυρίως με τις εσωκομματικές συγκρούσεις υπό την επόμενη ηγεσία (όπως η εκλογή και η μετέπειτα αμφισβήτηση του Στέφανου Κασσελάκη, η δημιουργία της Νέας Αριστεράς κ.λπ.), και όχι με την ίδρυση κάποιου νέου προσωπικού κόμματος από τον ίδιο τον Αλ. Τσίπρα, ο οποίος διατηρεί έναν πιο θεσμικό ρόλο μέσω του Ινστιτούτου του.
Στην ελληνική πολιτική ιστορία, οι μετακινήσεις βουλευτών και οι διασπάσεις κομμάτων πάντα προκαλούσαν έντονα πάθη και αναλύσεις, με τις λέξεις «αποστασία» ή «εξευτελισμός» να χρησιμοποιούνται συχνά στην πολιτική αντιπαράθεση. Όταν βλέπεις ανθρώπους που εκλέχθηκαν με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και μια συγκεκριμένη σημαία να αλλάζουν στρατόπεδο με τόση ευκολία, είναι επόμενο να αναρωτιέσαι: «Υπάρχουν τελικά ιδεολογικές αρχές ή όλα γίνονται για την καρέκλα και την πολιτική επιβίωση;»
Αυτή η διαρκής «ρευστότητα» και η εικόνα των γυρολόγων της πολιτικής είναι που γεννά την απαξίωση και κάνει τον κόσμο να γυρίζει την πλάτη στις κάλπες.
Αξίζει να βάλουμε τα πράγματα σε μια ρεαλιστική βάση, γιατί η πραγματικότητα έχει μια δική της, ελαφρώς διαφορετική τροπή:
Ο Αλέξης Τσίπρας, μετά την παραίτησή του το 2023, έχει επιλέξει να μείνει στο παρασκήνιο. Δεν έχει ιδρύσει νέο κόμμα, ούτε ζήτησε από βουλευτές να παραιτηθούν για να τον ακολουθήσουν. Οι μαζικές αποχωρήσεις και οι διασπάσεις που είδαμε στον ΣΥΡΙΖΑ έγιναν κυρίως εξαιτίας της εσωτερικής σύγκρουσης με τη μετέπειτα ηγεσία (την περίοδο Κασσελάκη) και της πλήρους ιδεολογικής σύγχυσης που ακολούθησε.
Η σύγκριση με το 1965 δείχνει ακριβώς το μέγεθος της απογοήτευσης των πολιτών. Τότε, βέβαια, οι μετακινήσεις έριχναν κυβερνήσεις. Σήμερα, οι μετακινήσεις βουλευτών γίνονται συνήθως για να διασωθούν πολιτικά οι ίδιοι μέσα στο γενικότερο χάος της αντιπολίτευσης.
Είτε ο «μαέστρος» είναι ο ένας είτε ο άλλος, το αποτέλεσμα για τον πολίτη είναι το ίδιο: μια αίσθηση ότι η ψήφος του γίνεται αντικείμενο συναλλαγής και ότι οι ιδεολογίες έχουν πάει περίπατο.
Ενώ το παρελθόν του Τσίπρα είναι βεβαρυμένο με πολλά λάθη και γενικώς πολιτικές “αμαρτίες” (δημοψήφισμα, κάπιταλ κοντρόλ, συμφωνία Πρεσπών, τρίτο μνημόνιο, φόροι κ.λπ), παρουσιάζεται ως αναμάρτητος και διάφοροι νέοι, που δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να ξέρουν το παρελθόν του, δεν έχασαν την ευκαιρία να πλασαριστούν στο νέο κόμμα – και από το ΠΑΣΟΚ ακόμα πήγαν στο κόμμα του. Οι εκπρόσωποι του Τσίπρα βγαίνουν στην τηλεόραση και λένε συχνά «να μιλήσουμε για το παρόν και το μέλλον»!!! Για το παρελθόν αποφεύγουν σαν το διάολο με το λιβάνι.
Εδώ αγγίζουμε τον πυρήνα της πολιτικής επικοινωνίας και της συλλογικής μνήμης. Αυτό –το «να μιλήσουμε για το μέλλον»– είναι η κλασική στρατηγική που στην πολιτική επιστήμη ονομάζεται «στρατηγική της αμνησίας» ή πολιτικό rebranding.
Όταν το παρελθόν ενός πολιτικού αρχηγού ή ενός κόμματος είναι γεμάτο με τόσο έντονες και διχαστικές στιγμές (όπως το 2015, με ένα νόμο και ένα άρθρο θα καταργήσω τα μνημόνια, τα capital controls, η διάψευση προσδοκιών και η βαριά φορολογία), η μόνη τους άμυνα για να επιβιώσουν πολιτικά είναι να τραβήξουν μια γραμμή και να πουν: «Αυτά ανήκουν στην ιστορία, πάμε παρακάτω».
Ας δούμε όμως γιατί αυτό το φαινόμενο πιάνει, ειδικά στους νεότερους, και γιατί είναι εξοργιστικό.
Το «χάσμα γενεών» στην πολιτική μνήμη
Για εκατομμύρια πολίτες που έζησαν στο πετσί τους το 2015, το δημοψήφισμα ή την υπερφορολόγηση, αυτά τα γεγονότα είναι νωπά και καθοριστικά. Για έναν 20άρη ή 22χρονο σήμερα, το 2015 είναι μια μακρινή ανάμνηση από τα μαθητικά του χρόνια. Δεν έζησε την αγωνία των ATM, δεν πλήρωσε ο ίδιος τους φόρους τότε. Οι νέοι άνθρωποι κινούνται κυρίως με βάση το «εδώ και τώρα» (την ακρίβεια, τα ενοίκια, την εργασιακή ανασφάλεια) και είναι πιο ευάλωτοι σε ένα αφήγημα που υπόσχεται κάτι καινούργιο, ακόμα κι αν ο εκφραστής του κουβαλάει μεγάλο παρελθόν.
Πολλοί ψηφοφόροι –ακόμα και από το ΠΑΣΟΚ ή τον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο– που μπορεί να ήταν επικριτικοί με τον Τσίπρα στο παρελθόν, συχνά λειτουργούν με τη λογική του «μη χείρον βέλτιστον». Αναζητούν απεγνωσμένα ένα αντίβαρο στην εκάστοτε κυβέρνηση. Οι επικοινωνιολόγοι το ξέρουν αυτό και γι’ αυτό σπρώχνουν τους εκπροσώπους στα κανάλια να λένε «μην κοιτάτε πίσω, δείτε τι γίνεται σήμερα».
Το «Λιβάνι» και η Πολιτική Ευθύνη
Η αποφυγή του παρελθόντος, «σαν τον διάολο με το λιβάνι», δείχνει ότι και οι ίδιοι αναγνωρίζουν τη ζημιά που τους κάνει η αυτοκριτική. Στην πολιτική, η παραδοχή του λάθους σπάνια επιβραβεύεται από το εκλογικό σώμα· συνήθως γίνεται όπλο στα χέρια των αντιπάλων.
Η οργή που νιώθει κανείς είναι δικαιολογημένη, γιατί νιώθει ότι επιχειρείται μια τεχνητή παραγραφή των ευθυνών. Όταν δεν γίνεται ειλικρινής απολογισμός για τα capital controls ή για το πώς οδηγήθηκε η χώρα σε ένα τρίτο μνημόνιο, η πολιτική ζωή χάνει την αξιοπιστία της και μετατρέπεται σε ένα επικοινωνιακό σόου.
Αν κρίνουμε από τις δημοσκοπήσεις, πάντως, ένα υψηλό ποσοστό ψηφοφόρων φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για το παρελθόν. Αυτό είναι ίσως το πιο απογοητευτικό συμπέρασμα που βγάζει κανείς κοιτάζοντας τις δημοσκοπήσεις. Φαίνεται πράγματι ότι ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος είτε επιλέγει τη «συνειδητή αμνησία» είτε απλά ζυγίζει διαφορετικά τα πράγματα.
Αυτό το φαινόμενο, όσο κι αν εξοργίζει όσους έχουν μνήμη και κριτήριο, εξηγείται από τρεις βασικούς παράγοντες που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων:
Η ψήφος ως «εργαλείο» και όχι ως «ιδεολογία»: Για πολλούς πολίτες, η ψήφος δεν είναι πλέον μια δήλωση ιδεολογικής ταύτισης, αλλά μια καθαρά χρηστική (πραγματιστική) επιλογή. Όταν ένα κομμάτι της κοινωνίας πιέζεται από την καθημερινότητα, την ακρίβεια ή την έλλειψη εναλλακτικών, τείνει να παραβλέπει το παρελθόν ενός προσώπου αν πιστεύει ότι στο «τώρα» μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό αντίβαρο ή να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του.
Η θεωρία του «πολιτικού χρόνου»: Στην πολιτική, ο χρόνος κυλάει διαφορετικά. Γεγονότα που για την ιστορία θεωρούνται πρόσφατα και κομβικά, στην ταχύτητα της καθημερινής ενημέρωσης και των social media αρχίζουν να ξεθωριάζουν. Οι πολιτικοί το γνωρίζουν αυτό και ποντάρουν στη φθορά της συλλογικής μνήμης, αντικαθιστώντας τη συζήτηση για τις ευθύνες με μια διαρκή υπόσχεση για το μέλλον.
Η κόπωση και ο «κυνισμός»: Υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων που έχει οδηγηθεί σε έναν βαθύ πολιτικό κυνισμό. Άνθρωποι που σκέφτονται: «Όλοι τα ίδια έκαναν, όλοι είπαν ψέματα, οπότε γιατί να κολλάω στο παρελθόν του καθενός;». Αυτή η ισοπέδωση («όλοι ίδιοι είναι») λειτουργεί τελικά ως το καλύτερο πλυντήριο για τις πολιτικές αμαρτίες του παρελθόντος.
Η επιλογή να «μην κοιτάμε πίσω» είναι μια συνειδητή πολιτική απόφαση των επιτελείων, αλλά γίνεται αποδεκτή από το κοινό μόνο όταν υπάρχει έλλειμμα πολιτικής παιδείας και ουσιαστικού διαλόγου.
Όσοι επιμένουν να θυμούνται και να κρίνουν με βάση τα πεπραγμένα, συχνά νιώθουν ότι μειονεκτούν μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, αλλά αυτή η μνήμη είναι και η μόνη δικλείδα ασφαλείας απέναντι στην επανάληψη των ίδιων λαθών.
Το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια μερίδα των ψηφοφόρων να προσπερνά το χθες χάριν του σήμερα, δεν δικαιώνει τη στρατηγική της αμνησίας· απλώς υπογραμμίζει το βάθος της κρίσης του πολιτικού μας συστήματος. Όταν η ψήφος μετατρέπεται από πράξη συνείδησης σε ένα στεγνό, χρηστικό εργαλείο της στιγμής, το πλυντήριο των πολιτικών ευθυνών λειτουργεί στο μέγιστο. Όμως, η άρνηση να κοιτάξουμε το παρελθόν «σαν τον διάολο με το λιβάνι» δεν εξαφανίζει τις συνέπειες των όσων ζήσαμε. Ένας τόπος που επιλέγει τη συλλογική αμνησία είναι καταδικασμένος να παρακολουθεί το ίδιο επικοινωνιακό θέατρο, με τους ίδιους πρωταγωνιστές σε νέους ρόλους. Η μνήμη και η αυστηρή κριτική με βάση τα πεπραγμένα δεν είναι εμμονή με το παρελθόν· είναι η μόνη δικλείδα ασφαλείας που διαθέτουμε ως πολίτες για να μην γινόμαστε ξανά και ξανά θεατές στο ίδιο έργο.
