- Robin Wilson

Πώς μπορούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που βρίσκονται διαρκώς υπό πίεση, να χαράξουν πορεία μέσα σε μια ολοένα διογκούμενη συσσώρευση κρίσεων, οι οποίες απειλούν να τις υπερκεράσουν; Βάλλονται από παντού: από την εκτόξευση του κόστους ζωής και τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, από την επισφαλειοποίηση της εργασίας που επιταχύνουν οι νέες τεχνολογίες, από την κλιματική αλλαγή και τα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα, καθώς και από τους καταστροφικούς πολέμους στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.
Η απλή συνταγή που κυριάρχησε από τη δεκαετία του 1980 και μετά –ότι η αγορά, αν αφεθεί ανεμπόδιστη, θα οδηγηθεί από μόνη της σε μια φυσική ισορροπία– έχασε οριστικά την αξιοπιστία της με την πρώτη από αυτές τις κρίσεις, τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση του 2008. Ωστόσο, ακόμη κι αν το κράτος επανήλθε στο επίκεντρο της δημόσιας πολιτικής, η ολοένα εντονότερη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής δράσης.
Το κλίμα αυτό αξιοποιούν τα λαϊκιστικά κόμματα, τα οποία, όπως ακριβώς και κατά τη δεκαετία του 1930, προβάλλουν νοσταλγικά εθνικά αφηγήματα ως δήθεν πανάκειες για τα σύγχρονα προβλήματα. Οι υποσχέσεις τους βρίσκουν απήχηση σε κοινωνικές ομάδες που βιώνουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ενώ παράλληλα στρέφονται εναντίον των οικουμενικών αξιών και των θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής τάξη που στηρίζεται σε κανόνες –και η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκλιμάκωση αυτής της παγκόσμιας «τέλειας καταιγίδας»– έχει οδηγηθεί στα όριά της από το παράδοξο δίδυμο δύο ηγετών της άκρας δεξιάς, του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν. Παρά τις διαφορές τους, τους ενώνει η επιδίωξη να αναστρέψουν την πορεία της ιστορίας και να εγκλωβίσουν εκ νέου τη συλλογική ευρωπαϊκή προοπτική μέσα στα στενά όρια των εθνικών κρατών.
Η δύναμη μιας απλής ιδέας
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σύνθετη συγκυρία αναδύεται μια έννοια που, παρά την απλότητά της, αποτυπώνει με εντυπωσιακή ακρίβεια το διακύβευμα της εποχής. Ταυτόχρονα, προσφέρει απαντήσεις –έστω όχι οριστικές, αλλά ουσιαστικές– σε καθένα από αυτά τα κρίσιμα πεδία. Και το σημαντικότερο: οι απαντήσεις αυτές δεν λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοενισχύονται. Επιπλέον, η έννοια αυτή προσφέρει στην Ευρώπη μια νέα ηθική πυξίδα, ικανή να της επιτρέψει να ανακτήσει το κύρος και τη νομιμοποίησή της απέναντι στη διεθνή κοινότητα.
Η έννοια αυτή δεν είναι άλλη από τα κοινωνικά δικαιώματα.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται βαθιά διχασμένη, ιδιαίτερα ως προς τη στάση της απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ και τη στήριξη που αυτός παρείχε στις καταστροφικές στρατιωτικές επιχειρήσεις της ακροδεξιάς κυβέρνησης του Ισραήλ στη Γάζα και εναντίον του Ιράν. Ωστόσο, στο πλαίσιο του άλλου μεγάλου –και αριθμητικά πολύ ευρύτερου– ευρωπαϊκού θεσμού, του Συμβουλίου της Ευρώπης, διαμορφώνεται σταδιακά μια αξιοσημείωτη συναίνεση, η οποία όχι μόνο εδραιώνεται αλλά αποκτά ολοένα μεγαλύτερη δυναμική.
Η διαδικασία αυτή εγκαινιάστηκε στη Σύνοδο Κορυφής των 46 κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που πραγματοποιήθηκε στο Ρέικιαβικ το 2023. Η Σύνοδος εξέφρασε την ενότητα των ευρωπαϊκών κρατών απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και κατέληξε στη διακήρυξη ότι:
«Η κοινωνική δικαιοσύνη αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της δημοκρατικής σταθερότητας και της ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, επαναβεβαιώνουμε την πλήρη προσήλωσή μας στην προστασία και την εφαρμογή των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνονται από το σύστημα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.»
Το μήνυμα εκείνης της Συνόδου ενισχύθηκε με τη Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου για τα Κοινωνικά Δικαιώματα, που πραγματοποιήθηκε στο Βίλνιους το 2024, και απέκτησε νέα ώθηση στη διάσκεψη που φιλοξενήθηκε φέτος στο Κισινάου, κατά τη διάρκεια της μολδαβικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Στην εναρκτήρια συνεδρίαση, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης, Alain Berset, συμπύκνωσε το πνεύμα αυτής της νέας προσέγγισης με μια φράση που αποτυπώνει τον πυρήνα της:
«Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική ασφάλεια χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Σε μια εποχή πολέμων, οικονομικών κραδασμών και διευρυνόμενων ανισοτήτων, η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη τοποθετεί την κοινωνική δικαιοσύνη εκεί όπου πραγματικά ανήκει: στον πυρήνα της δημοκρατικής σταθερότητας.»
Αναφερόμενος σε «έναν κόσμο που βρίσκεται σε κατάσταση ρήξης», ο Berset πρόσθεσε μια φράση που συμπυκνώνει την ιστορική πρόκληση της παρούσας συγκυρίας:
«Οι εποχές της ρήξης επιβάλλουν επιλογές.»
Ένα συνεκτικό αφήγημα
Στη συζήτηση που αναπτύχθηκε στο Κισινάου άρχισε να διαμορφώνεται ένα συνεκτικό αφήγημα, ικανό να συνδέσει τις διαφορετικές όψεις της σημερινής «πολυκρίσης». Έτσι ακριβώς την περιέγραψε η Aoife Nolan, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ECSR), του οργάνου που εποπτεύει την τήρηση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη από τα κράτη-μέλη.
Όπως υπογράμμισε, είναι «βαθύτατα ανησυχητικό» το γεγονός ότι «τα κοινωνικά δικαιώματα μεγάλου μέρους του πληθυσμού έχουν υποστεί τόσο ισχυρές πιέσεις, ώστε βρίσκονται πλέον στα όρια της κατάρρευσης». Στην κατάσταση αυτή προστίθεται και η δημοκρατική κρίση που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, η οποία συνδέεται με τις πραγματικές αλλά και τις αντιλαμβανόμενες αποτυχίες των κυβερνήσεων να προωθήσουν την κοινωνική ένταξη. Γι’ αυτό, τόνισε, η σύνδεση ανάμεσα στη δημοκρατική σταθερότητα και στα κοινωνικά δικαιώματα δεν υπήρξε ποτέ πιο επιτακτική, ενώ ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης δεν υπήρξε ποτέ πιο επίκαιρος.
Ο Olivier De Schutter, ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών για την ακραία φτώχεια και, ταυτόχρονα, μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, επικαλέστηκε ερευνητικά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία κάθε αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα του συντελεστή Gini –του πλέον διαδεδομένου δείκτη μέτρησης της εισοδηματικής ανισότητας– συνοδεύεται σχεδόν από αντίστοιχη αύξηση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων της άκρας δεξιάς.
Κατά την άποψή του, οι πολιτικές που υιοθέτησαν τα παραδοσιακά κυβερνητικά κόμματα –όπως η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων πρόσβασης στις κοινωνικές παροχές και η επιβολή ολοένα πιο περιοριστικών όρων για τη χορήγησή τους– τροφοδότησαν τη δυσπιστία και την απογοήτευση των πολιτών. Οι εξελίξεις αυτές εκδηλώθηκαν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης εργασιακής επισφάλειας, αποδυνάμωσης των συνδικαλιστικών οργανώσεων και συνεχούς συρρίκνωσης του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο.
Γι’ αυτό, κατέληξε, «ο αγώνας κατά της φτώχειας είναι, τελικά, αγώνας για τη δημοκρατία».
Η ίδια βασική ιδέα επανερχόταν διαρκώς στις παρεμβάσεις εκπροσώπων των κρατών-μελών, επιστημόνων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Η διεύρυνση των ανισοτήτων και ο κοινωνικός αποκλεισμός γεννούν ανασφάλεια και δυσπιστία· αυτές, με τη σειρά τους, τροφοδοτούν τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση και ενισχύουν τις διεθνείς εντάσεις και συγκρούσεις.
Αντίθετα, τα κοινωνικά δικαιώματα συνιστούν το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί η ανθεκτικότητα των κοινωνιών απέναντι στους σύγχρονους κοινωνικούς κινδύνους, μια ανθρωποκεντρική διαχείριση της ψηφιακής και της πράσινης μετάβασης στην εργασία, καθώς και η ίδια η δημοκρατική σταθερότητα και ασφάλεια.
Ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, Michael O’Flaherty, υποστήριξε ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να υπερβούν τον κατακερματισμό των επιμέρους πολιτικών και να διασυνδέσουν αποτελεσματικά τα διαφορετικά θεσμικά πεδία, ώστε να διαμορφώσουν συνεκτικές δημόσιες πολιτικές. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η προσπάθεια αυτή προϋποθέτει την ουσιαστική συμμετοχή όχι μόνο των εθνικών κυβερνήσεων αλλά και των τοπικών και περιφερειακών αρχών.
Η κοινωνική επένδυση
Κεντρικό θεωρητικό κρίκο αυτού του αφηγήματος αποτελεί η έννοια της κοινωνικής επένδυσης, την οποία ανέπτυξε τα τελευταία χρόνια ο ειδικός στο κράτος πρόνοιας Anton Hemerijck μαζί με τους συνεργάτες του.
Εκείνο που οι θιασώτες του οικονομικού φιλελευθερισμού αντιμετώπιζαν επί δεκαετίες ως «βάρος» για τον φορολογούμενο –ένα σύστημα πρόνοιας που, κατά τη δική τους αντίληψη, καλλιεργούσε την «εξάρτηση» από το κράτος– επαναπροσδιορίζεται πλέον ως μια επένδυση με πολλαπλά κοινωνικά και οικονομικά οφέλη. Η κοινωνική επένδυση ενισχύει ταυτόχρονα την κοινωνική ένταξη, την ισότητα των φύλων και τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καθολική πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες προσχολικής αγωγής και φροντίδας των παιδιών. Πρόκειται για μια πολιτική που όχι μόνο διευκολύνει τη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και τη μακροπρόθεσμη επαγγελματική τους εξέλιξη, αλλά δημιουργεί και καλύτερες προοπτικές ζωής για τα ίδια τα παιδιά.
Μετά την οδυνηρή εμπειρία των πολιτικών λιτότητας που εφαρμόστηκαν ως απάντηση στην κρίση της Ευρωζώνης στις αρχές της δεκαετίας του 2010, η λογική της κοινωνικής επένδυσης κερδίζει σταδιακά έδαφος στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στη διάσκεψη, ο διοικητής της Τράπεζας Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης, Carlo Monticelli, τη χαρακτήρισε «θεμέλιο λίθο» του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.
Η Διακήρυξη του Κισινάου, που εγκρίθηκε στο τέλος της διάσκεψης, αποτυπώνει εύγλωττα τη νέα αυτή συναίνεση:
«Η επένδυση στα κοινωνικά δικαιώματα αποτελεί ταυτόχρονα ηθική επιταγή και στρατηγική επιλογή για τη δημιουργία βιώσιμων, ανθεκτικών, δίκαιων και χωρίς αποκλεισμούς κοινωνιών. Μια τέτοια επένδυση μειώνει τις ανισότητες, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και τη διαγενεακή δικαιοσύνη και συμβάλλει στη δημοκρατική σταθερότητα και την ασφάλεια. Παράλληλα, ενδυναμώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς και τις δημόσιες αρχές σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης. Η επένδυση στα κοινωνικά δικαιώματα είναι, στην ουσία, επένδυση στο ίδιο το μέλλον της δημοκρατίας. Δημοκρατική σταθερότητα και ασφάλεια μπορούν να υπάρξουν μόνο όταν τα κοινωνικά δικαιώματα προστατεύονται ουσιαστικά.»
Η διακήρυξη αυτή δεν έμεινε μόνο σε επίπεδο διακηρύξεων. Οκτώ κράτη-μέλη ανακοίνωσαν κατά τη διάρκεια της διάσκεψης ότι αναλαμβάνουν πρόσθετες δεσμεύσεις, αποδεχόμενα επιπλέον υποχρεώσεις από εκείνες που προβλέπει ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης. Παράλληλα, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που συμμετείχαν στη διάσκεψη κάλεσαν όλα τα κράτη να κυρώσουν το σύνολο των διατάξεων του Χάρτη, καθώς και τη διαδικασία των συλλογικών προσφυγών κατά κρατών-μελών, οι οποίες εξετάζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων.
Η διαμόρφωση μιας νέας συναίνεσης
Πώς εξηγείται ότι η συναίνεση αυτή διαμορφώθηκε τόσο εύκολα;
Συχνά, οι πολιτικές που στηρίζονται σε επιμέρους ταυτότητες γίνονται στόχος της συντηρητικής κριτικής και απορρίπτονται ως εκφράσεις μιας υποτιθέμενης «woke ατζέντας». Είναι, όμως, πολύ δυσκολότερο να απορρίψει κανείς δικαιώματα τα οποία δεν αφορούν μια συγκεκριμένη ομάδα, αλλά αποτελούν αγαθά που μπορούν –και οφείλουν– να απολαμβάνουν ισότιμα όλοι οι πολίτες.
Παράλληλα, ενώ οι πολιτικοί του κεντροδεξιού χώρου έχουν συχνά αντιμετωπίσει με επιφυλακτικότητα κάθε προσπάθεια ενίσχυσης των εργασιακών δικαιωμάτων, αντιπαραθέτοντας συνήθως τα συμφέροντα των «καταναλωτών» σε εκείνα των εργαζομένων, στο Κισινάου αναδείχθηκε σχεδόν ομόφωνα η αντίληψη ότι, στον νέο κόσμο της εργασίας, τα εργασιακά και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αλληλένδετα και αδιαχώριστα.
Τόσο κατά τη μεταπολεμική περίοδο των trente glorieuses, που συνδέθηκε στη Δυτική Ευρώπη με τις κεϊνσιανές πολιτικές διαχείρισης της ζήτησης, όσο και κατά τη μεταγενέστερη νεοφιλελεύθερη εποχή, η οποία σημαδεύτηκε από την αναβίωση του οικονομικού φιλελευθερισμού, ο χώρος εργασίας παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ένα «μαύρο κουτί» της οικονομικής πολιτικής. Μοναδικές ουσιαστικές εξαιρέσεις αποτέλεσαν τα συστήματα συνδιοίκησης που εφαρμόστηκαν στη Γερμανία και τη Σουηδία.
Σήμερα, όμως, η διείσδυση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία υποχρεώνει κυβερνήσεις, κοινωνικούς εταίρους και επιστήμονες να ανοίξουν αυτό το «μαύρο κουτί» και να επανεξετάσουν τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του.
Πολλοί από τους συμμετέχοντες εξέφρασαν την ανησυχία τους για τη μορφή που λαμβάνει η ψηφιοποίηση της εργασίας. Η αλγοριθμική διοίκηση που εφαρμόζουν οι ψηφιακές πλατφόρμες, σε συνδυασμό με τη ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης στους χώρους εργασίας, δημιουργεί εκείνο που ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, George Theodosis, χαρακτήρισε «βαθιά ανισορροπία ισχύος».
Η απάντηση, υποστήριξε, είναι να επανέλθει ο άνθρωπος στο επίκεντρο της κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής. Αυτό προϋποθέτει ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία των αλγοριθμικών συστημάτων, το δικαίωμα των εργαζομένων να αμφισβητούν αποφάσεις που λαμβάνονται από αυτά, καθώς και μια πράσινη μετάβαση που θα είναι ταυτόχρονα και κοινωνικά δίκαιη.
Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε,
«Ο διάλογος γεννά νομιμοποίηση»,
υπογραμμίζοντας ότι θεμέλιο κάθε μεταρρύθμισης πρέπει να παραμένει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο Κισινάου η στενή σύνδεση της κοινωνικής πολιτικής με τη δημοκρατία –σε αντίθεση με τη λογική του «κράτους-νυχτοφύλακα», το οποίο περιορίζεται στις απολύτως στοιχειώδεις λειτουργίες του– ανέδειξε τον κοινωνικό διάλογο σε έναν από τους κεντρικούς άξονες όλων σχεδόν των παρεμβάσεων.
Εκπρόσωπος της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) υπενθύμισε ότι ήδη από την ίδρυσή της, το 1919, ο οργανισμός στηρίχθηκε στη θεμελιώδη αρχή ότι διαρκής ειρήνη μπορεί να υπάρξει μόνο όταν θεμελιώνεται πάνω στην κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό, όπως επισήμανε, απαιτεί ισχυρότερη κοινωνική προστασία, σαφέστερο καθορισμό των εργασιακών σχέσεων και την ανάδειξη του κοινωνικού διαλόγου σε βασικό εργαλείο χάραξης δημόσιας πολιτικής.
Η Isabelle Schömann, εκπροσωπώντας τη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, χαιρέτισε τη «σημαντική πολιτική βούληση» που εκδηλώθηκε στη διάσκεψη, επισημαίνοντας όμως ότι το κρίσιμο ζητούμενο είναι πλέον η εφαρμογή των δεσμεύσεων στην πράξη. Μεταξύ άλλων, κάλεσε τα κράτη-μέλη να κυρώσουν τη Σύμβαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Τεχνητή Νοημοσύνη και να ενισχύσουν τον θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.
Η διάσκεψη ολοκληρώθηκε με την πρόταση της Πορτογαλίας να φιλοξενήσει, κατά τη διάρκεια της προεδρίας της στο Συμβούλιο της Ευρώπης το 2029, την επόμενη συνάντηση υψηλού επιπέδου για τα κοινωνικά δικαιώματα. Τότε θα μπορεί να αποτιμηθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια αν η συναίνεση που σήμερα διαμορφώνεται γύρω από τα κοινωνικά δικαιώματα θα έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και ουσιαστικό πολιτικό αντίκρισμα.
Ο Robin Wilson είναι ειδικός σύμβουλος του Συμβουλίου της Ευρώπης σε θέματα διαπολιτισμικής ένταξης και υπήρξε ο βασικός συντάκτης του πρότυπου πλαισίου του Οργανισμού για τα εθνικά σχέδια ένταξης. Είναι επίσης συγγραφέας του βιβλίου Meeting the Challenge of Cultural Diversity in Europe: Moving Beyond the Crisis (Edward Elgar). Πηγή: www.socialeurope.eu
