Η ψευδαίσθηση της συνδεσιμότητας: Γιατί η κοινωνία των χιλιάδων “Φίλων” νιώθει πιο μόνη από ποτέ

Γιατί οι σχέσεις μοιάζουν πιο εύθραυστες και γιατί, ενώ είμαστε πιο «συνδεδεμένοι» από ποτέ, συχνά νιώθουμε λιγότερο συνδεδεμένοι;

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Το διαδίκτυο δεν δημιούργησε τη ματαιοδοξία, την ανάγκη αποδοχής ή την επιφανειακότητα. Αυτά υπήρχαν πάντα. Απλώς τους έδωσε μετρητή: likes, followers, προβολές, σχόλια. Κι όταν κάτι μπορεί να μετρηθεί, είναι πολύ εύκολο να αρχίσουμε να μετράμε μαζί του και την αξία μας.

Ζούμε σε μια εποχή που υπόσχεται την απόλυτη επικοινωνία, αλλά παραδίδει την απόλυτη απομόνωση. Ενώ οι πλατφόρμες μας προσφέρουν εκατοντάδες «φίλους» και χιλιάδες ακολούθους στα δάχτυλα του χεριού μας, οι ανθρώπινες σχέσεις μοιάζουν πιο εύθραυστες, εφήμερες και μπερδεμένες από ποτέ. Το διαδίκτυο, αντί για γέφυρα ουσιαστικής επαφής, μετατράπηκε σταδιακά σε μια σκηνή αυτοπροβολής, όπου όλοι αναζητούν ένα μικρόφωνο για να ακουστούν, αλλά σχεδόν κανείς δεν διαθέτει τον χρόνο ή τη διάθεση να ακούσει. Μέσα σε αυτό το ψηφιακό θέατρο ματαιοδοξίας, η σιωπή πίσω από τις οθόνες και η απουσία αληθινού ενδιαφέροντος δεν αποκαλύπτουν μόνο την κόπωση μιας μπερδεμένης κοινωνίας, αλλά και τη μεγάλη αλήθεια της εποχής μας: ότι η ψηφιακή υπερπληθώρα δεν μπόρεσε ποτέ να αντικαταστήσει την ανάγκη για αυθεντική, ανθρώπινη σύνδεση.

Αγγίζουμε, πιστεύω, έναν από τους πιο κρίσιμους πυρήνες της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Είμαστε αντιμέτωποι με την αντίφαση της εποχής μας: τη μεγαλύτερη συνδεσιμότητα στην ιστορία της ανθρωπότητας, που συνοδεύεται όμως από τη μεγαλύτερη επιφανειακότητα και μοναξιά.

Η αίσθηση ότι η κοινωνία είναι «μπερδεμένη» είναι απόλυτα δικαιολογημένη, γιατί οι ισορροπίες στις ανθρώπινες σχέσεις άλλαξαν εξαιρετικά γρήγορα λόγω της ψηφιακής τεχνολογίας.

Η ψευδαίσθηση της «απεριόριστης επιλογής»

Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλλιεργούν την εντύπωση ότι υπάρχει πάντα «κάτι καλύτερο» παρακάτω – είτε πρόκειται για φίλο, είτε για σύντροφο.

Οι άνθρωποι επενδύουν λιγότερο στις σχέσεις τους. Στην πρώτη δυσκολία, διαφωνία ή φθορά, αντί να προσπαθήσουν να επιλύσουν το πρόβλημα (κάτι που απαιτεί υπομονή και ενέργεια), αποσύρονται, ξέροντας ότι με ένα νέο αίτημα φιλίας μπορούν να βρουν αντικαταστάτη.

Έτσι οι σχέσεις γίνονται καταναλωτικές. Αντιμετωπίζονται ως προϊόντα με «ημερομηνία λήξης».

Από την επικοινωνία στην «αυτοπροβολή» (Το σύνδρομο του μικροφώνου)

Το διαδίκτυο μετατράπηκε από μέσο διαλόγου σε πλατφόρμα αυτοπροβολής.

Οι περισσότεροι χρήστες δεν μπαίνουν πλέον στα social media για να ακούσουν ή να μάθουν για τους άλλους, αλλά για να μιλήσουν οι ίδιοι, να κάνουν κήρυγμα, να επιβεβαιωθούν ή να προβάλουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού τους.

Ο καθένας κρατάει ένα «ψηφιακό μικρόφωνο» και φωνάζει. Όταν όμως όλοι μιλούν ταυτόχρονα, κανείς δεν ακούει.

Το φαινόμενο των 5.000 «Φίλων» και η ψηφιακή απάθεια

Συχνά με τα αιτήματα φιλίας αγγίζω τους 5.000 φίλους αλλά έρχομαι αντιμέτωπος με την απουσία αλληλεπίδρασης (likes/σχόλια) που είναι ένα πολύ γνωστό κοινωνιολογικό και ψυχολογικό φαινόμενο.

Η ανθρώπινη φύση και ο εγκέφαλός μας είναι κατασκευασμένα να διατηρούν ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις με το πολύ 100-150 άτομα. Όταν ο αριθμός αυτός εκτοξεύεται στις χιλιάδες, η έννοια του «φίλου» χάνει εντελώς το νοηματικό της βάρος.

Ο αλγόριθμος κατακλύζει τους χρήστες με εκατοντάδες αναρτήσεις καθημερινά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος πέφτει σε απάθεια. Οι χρήστες γίνονται παθητικοί «καταναλωτές» που απλά σκρολάρουν, χωρίς τη διάθεση να αφήσουν καν ένα αποτύπωμα (like/σχόλιο), εκτός αν πρόκειται για κάτι ακραίο ή προκλητικό.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι σχεδιασμένα να προωθούν το δράμα, την οργή και την υπερβολή, γιατί αυτά φέρνουν «κλικ». Οι ήρεμες, ουσιαστικές ή καθημερινές σκέψεις συχνά «θάβονται» από τους αλγόριθμους, με αποτέλεσμα να μην τις βλέπουν καν οι περισσότεροι από τους φίλους μας.

Ένας τόσο μεγάλος αριθμός δημιουργεί την αίσθηση ενός τεράστιου κοινωνικού κύκλου, αλλά στην πραγματικότητα ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να διατηρήσει χιλιάδες ουσιαστικές σχέσεις. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι μάλλον ένα κοινό παρά φίλοι. Και ένα κοινό μπορεί να παρακολουθεί σιωπηλά, να προσπερνά, να μην βλέπει καν μια ανάρτηση ή να μη νιώθει την ανάγκη να αντιδράσει. Έτσι μπορεί κάποιος να έχει χιλιάδες «φίλους» και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι κανείς δεν είναι πραγματικά εκεί.

Φόβος για την ευαλωτότητα

Οι βαθιές και μακροχρόνιες σχέσεις απαιτούν να αποκαλύψουμε στον άλλον τα ελαττώματά μας, τις αδυναμίες μας και τους φόβους μας. Το διαδίκτυο όμως απαιτεί το αντίθετο: τελειότητα, αψεγάδιαστη εικόνα και συνεχή επιτυχία.

Όταν συνηθίζουμε να δείχνουμε μόνο τη «βιτρίνα» μας στο διαδίκτυο, ξεσυνηθίζουμε να είμαστε αυθεντικοί στην πραγματική ζωή. Έτσι, φοβόμαστε να δεθούμε συναισθηματικά, γιατί φοβόμαστε την απόρριψη αν αποκαλυφθεί ο πραγματικός μας εαυτός.

Πώς «βγάζει κανείς άκρη»;

Για να μην χανόμαστε μέσα σε αυτή τη μπερδεμένη πραγματικότητα, ίσως χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουμε τις προσδοκίες μας.

Οι 5.000 «φίλοι» στο διαδίκτυο είναι απλά κοινό ή περαστικοί παρατηρητές. Η έλλειψη αντιδράσεών τους πιστεύω ότι δεν είναι προσωπική απόρριψη προς εμένα, αλλά αντανάκλαση της δικής τους ψηφιακής κόπωσης και της λειτουργίας των αλγορίθμων.

Η λύση στην επιφανειακότητα της εποχής είναι η επιστροφή στους λίγους. Δύο ή τρεις άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε να πιούμε ένα καφέ, να μιλήσουμε ειλικρινά και να μοιραστούμε αληθινές στιγμές έχουν ασύγκριτα μεγαλύτερη αξία από χιλιάδες διαδικτυακούς ακολούθους.

Αν αναζητάμε την επιβεβαίωση ή την επικοινωνία μέσα από τα social media, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απογοητευτούμε. Η χρήση τους ως εργαλείο ενημέρωσης ή παρατήρησης –και όχι ως πηγή συναισθηματικής πληρότητας– προστατεύει την ψυχική μας ηρεμία.

Η κοινωνία πράγματι ψάχνει τα πατήματά της μέσα σε ένα πρωτόγνωρο τεχνολογικό περιβάλλον.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μάς έδωσαν περισσότερους ανθρώπους, όχι απαραίτητα περισσότερη σχέση. Μας έδωσαν μεγαλύτερη δυνατότητα να μιλάμε, όχι απαραίτητα μεγαλύτερη ικανότητα να ακούμε.

Δεν θα έλεγα πάντως ότι η κοινωνία χάλασε ή ότι οι άνθρωποι έγιναν ξαφνικά ρηχοί. Υπάρχουν ακόμη βαθιές φιλίες, έρωτες που αντέχουν δεκαετίες και άνθρωποι που ενδιαφέρονται πραγματικά ο ένας για τον άλλον. Απλώς αυτά είναι συνήθως ήσυχα πράγματα. Δεν παράγουν πολύ περιεχόμενο. Η ματαιοδοξία κάνει περισσότερο θόρυβο.

Και τελικά ίσως τα likes να είναι ένας πολύ κακός τρόπος να μετρήσουμε κάτι που εξαρχής δεν μετριέται: πόσοι άνθρωποι θα καθίσουν πραγματικά δίπλα μας όταν κλείσει η οθόνη.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή