Σκίτσο του Ηλία Μακρή (Η Καθημερινή, 28/06/26)
- Γράφει ο Βαγγέλης Βουτσινάκης
…Ένα μέρος του εκλογικού αποτελέσματος έχει ήδη διαμορφωθεί. Όχι επειδή κάποιος γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα ψηφίσουν οι πολίτες. Ούτε επειδή ο λαός δεν διαθέτει μνήμη, γνώμη και κρίση, αλλά επειδή, πολύ πριν φτάσει στην κάλπη, έχει ήδη διαμορφωθεί το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθεί να επιλέξει.
Κατά τη συνταγματική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Στην καθημερινή πραγματικότητα, όμως, ο λαός ασκεί την εξουσία του κυρίως μία φορά κάθε τέσσερα —ο Θεός να το κάνει— χρόνια. Ψηφίζει, επιλέγει αντιπροσώπους και, από την επομένη των εκλογών, επιστρέφει στη θέση του κυβερνώμενου· στη σιωπή του.
Δεν μπορεί ν’ ανακαλέσει εκείνους που εξέλεξε. Δεν μπορεί να επιβάλει την τήρηση των προεκλογικών δεσμεύσεων. Δεν μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στις αποφάσεις που λαμβάνονται στο όνομά του.
Η λαϊκή κυριαρχία περιορίζεται έτσι, σε μεγάλο βαθμό, σε μια περιοδική εξουσιοδότηση.
Την ίδια στιγμή, άλλοι παράγοντες δεν εμφανίζονται στο πολιτικό σύστημα μόνο την ημέρα των εκλογών. Οικονομικά συμφέροντα, επιχειρηματικοί όμιλοι, ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης, οργανωμένες επαγγελματικές ομάδες, αλλά και πρόσωπα με κοινωνική, αθλητική ή καλλιτεχνική αναγνωρισιμότητα, διαθέτουν καθημερινή παρουσία και πρόσβαση.
Ο πολίτης διαθέτει μία ψήφο. Εκείνοι διαθέτουν τηλεοπτικό χρόνο, οικονομική δύναμη, δίκτυα επιρροής και άμεση πρόσβαση στους κυβερνώντες και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Τυπικά όλες οι ψήφοι είναι ίσες. Στην πραγματικότητα, όμως, όλες οι φωνές δεν έχουν το ίδιο βάρος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί και η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο, καθώς και η δημοσκοπική επίδοση που αποδίδεται στην ΕΛΑΣ.
Το εύκολο ερώτημα είναι πώς ένα μέρος της κοινωνίας επιστρέφει σε ένα πολιτικό πρόσωπο που έχει ήδη κυβερνήσει, έχει κριθεί και έχει ηττηθεί. Δεν έχει ο λαός μνήμη; Δεν γνωρίζει; Δεν μπορεί να αξιολογήσει το παρελθόν;
Βεβαίως και μπορεί.
Η κρίση του πολίτη, όμως, δεν διαμορφώνεται σε συνθήκες πλήρους και ουδέτερης πληροφόρησης. Διαμορφώνεται μέσα από την καθημερινή τηλεοπτική εικόνα, τις επιλογές των μέσων ενημέρωσης, τις δημοσκοπήσεις, τις απογοητεύσεις, τους φόβους και τα πολιτικά διλήμματα που άλλοι θέτουν ενώπιόν του.
Ο πολίτης δεν επιλέγει ανάμεσα σε όλες τις πολιτικές δυνατότητες. Επιλέγει ανάμεσα σε εκείνες που έχουν κατορθώσει να εμφανιστούν ως ορατές, ισχυρές και «ρεαλιστικές».
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική δύναμη των δημοσκοπήσεων.
Δεν χρειάζεται να υποστηρίξει κανείς ότι τα δημοσκοπικά ποσοστά είναι αυθαίρετα ή κατασκευασμένα. Μια δημοσκόπηση μπορεί να καταγράφει μια υπαρκτή κοινωνική τάση. Από τη στιγμή όμως που αυτή η τάση επαναλαμβάνεται, προβάλλεται και ερμηνεύεται καθημερινά ως το σημαντικότερο πολιτικό γεγονός, παύει απλώς να καταγράφεται.
Αρχίζει να ενισχύεται.
Όταν ένα κόμμα εμφανίζεται διαρκώς ως η δεύτερη δύναμη, ως ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης και ως η μοναδική πιθανή εναλλακτική λύση, σταδιακά παύει να θεωρείται μία επιλογή μεταξύ πολλών. Μετατρέπεται σε πολιτική αναγκαιότητα.
Τότε ο πολίτης δεν αναρωτιέται μόνο ποιος εκφράζει καλύτερα τις απόψεις του. Αναρωτιέται ποιος μπορεί να νικήσει, ποια ψήφος θεωρείται χρήσιμη και ποια χαμένη, ποιος έχει πιθανότητες να κυβερνήσει και ποιος είναι καταδικασμένος να παραμείνει στο περιθώριο.
Η δημοσκόπηση δεν περιορίζεται πλέον στη μέτρηση της κοινής γνώμης. Συμμετέχει στη διαμόρφωσή της.
Το πολιτικό μήνυμα δεν είναι μόνο ότι η ΕΛΑΣ συγκεντρώνει ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Είναι ότι «αυτός είναι ο αντίπαλος», «αυτή είναι η νέα πραγματικότητα», «ανάμεσα σε αυτούς θα κριθούν οι επόμενες εκλογές».
Όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται αυτή η εικόνα, τόσο περισσότερο αποκτά τα χαρακτηριστικά αυτονόητης αλήθειας. Προσελκύει ψηφοφόρους, στελέχη, δημόσια πρόσωπα και οικονομικούς παράγοντες. Δημιουργεί δυναμική επειδή προηγουμένως καταγράφηκε ότι διαθέτει δυναμική.
Ας προσέξουμε όμως. Δεν πρόκειται αναγκαστικά για την κατασκευή μιας ανύπαρκτης πολιτικής τάσης. Πρόκειται για την ανάδειξη μιας υπαρκτής τάσης σε κυρίαρχη και για τη σταδιακή μετατροπή της σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία.
Ο λαός εξακολουθεί ν’ αποφασίζει. Αποφασίζει, όμως, μέσα σε ένα πολιτικό πεδίο που δεν έχει διαμορφώσει ο ίδιος. Άλλοι έχουν ήδη καθορίσει ποια πρόσωπα θα προβάλλονται, ποια κόμματα θα θεωρούνται κυβερνητικά, ποια διλήμματα θα τίθενται και ποιες επιλογές δικαιούνται να χαρακτηρίζονται ρεαλιστικές.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι ο λαός δεν έχει κρίση.
Είναι ότι, πριν κληθεί να την ασκήσει, άλλοι έχουν ήδη περιορίσει -και εν πολλοίς καθορίσει- το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί. Αυτή είναι η αποτελεσματικότερη μορφή πολιτικής επιρροής. Δεν υπαγορεύει στον πολίτη τι να ψηφίσει· καθορίζει εκ των προτέρων ποιες επιλογές θα θεωρήσει άξιες της ψήφου του.
Είπατε κάτι;
