
Ο Ιούλιος του 1974 ήταν εκείνη η χρονική περίοδος όπου η Ελλάδα βρέθηκε σε μια από τις πιο κρίσιμες κι επικίνδυνες καταστάσεις πολιτικά και στρατιωτικά. Η μια χούντα της 21ης Απριλίου έχει αποχωρήσει ήδη από το 1973 και έχει διαδεχτεί την επόμενη αυτή του Ιωαννίδη. Στα μέσα του Ιουλίου του 1974 ο δικτάτορας Ιωαννίδης επιχειρεί εμμέσως πλην σαφώς πραξικόπημα στην Κύπρο προωθώντας τον άνθρωπό του Σαμψών ώστε να ανατρέψει την κυβέρνηση του Μακαρίου. Αυτή η γεωπολιτικά εσφαλμένη κίνηση του Ιωαννίδη ερμηνεύτηκε ως καθαρή πρόκληση από τους Τούρκους οι οποίοι μετά από λίγες ημέρες πραγματοποίησαν παράνομη εισβολή στην Κύπρο καταλαμβάνοντας μέρος της ανατολικής πλευράς του νησιού, διαπράττοντας διωγμούς, θηριωδίες και άλλα επεισόδια που πλαισιώνουν το μαύρο σκηνικό της κυπριακής τραγωδίας από τον ΑΤΤΙΛΑ.
Σε αυτό το επώδυνο και απειλητικό σκηνικό η τύχη της Ελλάδας κρέμονταν από μια κλωστή. Πολιτική κατολίσθηση και πόλεμος με την Τουρκία;· ή εύρεση μιας λύσης εθνικής σωτηρίας; Η ηγεσία της χούντας του Ιωαννίδη είχε τρικυμία εν κρανίω καθώς καθίσταντο πλέον ανίκανη και πανικοβλημένη ώστε να μην μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση και το κακό το οποίο είχε χτυπήσει το αδελφό έθνος της Κύπρου. Για καλή τύχη όμως της Ελλάδας εκείνες τις συγκλονιστικές ημέρες καθοδηγούνταν μεθοδευμένα η Μεταπολίτευση. Η χούντα πλέον κατέρρεε και κάποιοι Έλληνες πολιτικοί είχαν επικοινωνήσει με ένα έκτακτο μικτό σχήμα στρατιωτικών και πολιτικών της εναπομείνασας εξουσίας μεταξύ χουντικών και μεταπολιτευτικών – δημοκρατικών. Το μεσημέρι της 23ης Ιουλίου στην Βουλή στο γραφείο του διορισμένου από την χούντα «Προέδρου της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη αρχίζει επείγον η συνεδρίαση με πολιτικούς της προδικτατορικής περιόδου τους κυρίους, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, Στέφανο Στεφανόπουλο, Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, Σπύρο Μαρκεζίνη, Γεώργιο Μαύρο, Πέτρο Γαρουφαλιά, Ευάγγελο Αβέρωφ-Τοσίτσα και Ξενοφών Ζολώτα. Στην ίδια σύσκεψη συμμετείχαν και οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων(ΑΕΔ), του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Ο δε Α.Ε.Δ. Γρ.Μπονάνος είχε τοποθετήσει δίπλα ακριβώς στον Εθνικό Κήπο ένοπλους πεζοναύτες ώστε να παρέμβουν στις περιπτώσεις που η σύσκεψη προσβάλλονταν από συνωμοτικές στρατιωτικές ομάδες της εμπιστοσύνης του Ιωαννίδη, αλλά ακόμη και σε αυτή την περίπτωση είχε φροντίσει να αποθαρρύνει μια τέτοια ενέργεια η διαδεδομένη είδησις ότι ο αρχηγός του Γ΄ Σώματος Στρατού Ιωάννης Ντάβος απειλούσε να κατεβάσει τα τανκς στο Σύνταγμα ώστε να συλλάβει τον Ιωαννίδη και τους οπαδούς του με σκοπό να επαναφέρει τον βασιλιά και τον Καραμανλή.
Στην σύσκεψη είχε αποφασιστεί ότι πρωθυπουργός της χώρας θα αναλάμβανε ο Π. Κανελλόπουλος ο τελευταίος πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου. Ο Αβέρωφ όμως τόνισε ότι το κατάλληλο πρόσωπο για την ανάληψη μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Καραμανλής είχε αυτοεξοριστεί στο Παρίσι από το 1963 μπορεί μεν να είχε αποστασιοποιηθεί για ένα χρονικό διάστημα αλλά είναι γεγονός ότι είχε ήδη συμπληρώσει στο βιογραφικό του μια στιβαρή και έντονη οκταετία ηγεσίας της Ελλάδος που χαρακτηρίστηκε μεταξύ άλλων από βήματα οικονομικής ανάπτυξης, εκσυγχρονισμού, ευέλικτης εξωτερικής πολιτικής και κατοχύρωσης του ευρωπαϊκού και δυτικού πολιτικού προσανατολισμού και της αντίστοιχης αυτής πολιτικοστρατιωτικής «κηδεμονίας». Έτσι λοιπόν από το «φευγιό» του Καραμανλή το 1963 μέχρι και το 1967 στην πολιτική σκακιέρα του ελληνικού συστήματος απέναντι στην πλέον αδύναμη κανελλοπουλική δεξιά ΕΡΕ, σήκωσε κεφάλι ο λαοπρόβλητος Γεώργιος Παπανδρέου της Ένωσης Κέντρου ο οποίος δε πρόλαβε να προχωρήσει κυβερνητικά λόγω του πολέμου που δέχτηκε από το παλάτι και έπειτα από τις διαδοχικές βραχύχρονες κυβερνητικές ομάδες των «αποστατών» του. Ο Παπανδρέου όμως πεθαίνει το 1968 και πλέον στην αντίληψη του εξόριστου δημοκρατικού πολιτικού επιτελείου, στην πολιτική συνείδηση των Ελλήνων αλλά και παράλληλα στο στόχαστρο της κυβερνώσας «21ης Απριλίου», παραμένει μόνο μια σημαντική και γερή πολιτική προσωπικότητα που θα μπορούσε να ηγηθεί σε μια κατάσταση εθνικής ενότητας κι ευθύνης για την προστασία της χώρας διεθνώς κι εγχωρίως και δεν ήταν άλλη από αυτή του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Αυτή την ιστορική πραγματικότητα και την πολιτική ανάγκη παρουσίασε στην σύσκεψη ο Αβέρωφ παρουσιάζοντας την «λύση Καραμανλή» ως απαραίτητη πρακτική για την διάσωση της χώρας. Ο Αβέρωφ κινείται γρήγορα τηλεφωνεί στον Καραμανλή και τον επιβεβαιώνει ότι όλα είναι υπό έλεγχο και ότι πρέπει να γυρίσει στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής δυστυχώς δεν ανταποκρίνεται θετικά προφανώς ήθελε και την διαβεβαίωση από το επιτελείο των στρατιωτικών ότι θα μείνουν «φρόνιμοι» αυτή τη φορά. Πράγματι τηλεφώνησε και ο Γκιζίκης στον Καραμανλή ενημερώνοντάς τον πως ο στρατός έχει συμμορφωθεί και είναι υπάκουος στην πολιτική αρχή. Για τον Γκιζίκη αυτή η διαβεβαίωση έμοιαζε με δίκοπο μαχαίρι γιατί από την μια με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε τον γυρισμό του Καραμανλή κι από την άλλη ήταν σε απόγνωση και πανικό καθώς δεν ήξερε πράγματι που βρίσκονταν ο δικτάτορας Ιωαννίδης ο οποίος είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και υπήρχαν υποψίες πως σχεδίαζε αιφνιδίως την ανατροπή και σύλληψη του μεταπολιτευτικού μηχανισμού στην Βουλή εκείνο το βράδυ. Καλώς εχόντων των πραγμάτων επιβεβαιώνεται πως τελικώς ο Ιωαννίδης βρίσκονταν στο σπίτι του κλεισμένος. Η απόφαση στο τραπέζι της Βουλής είχε ήδη παρθεί – «επιστροφή Καραμανλή»! Το ίδιο βράδυ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής γυρίσει μετά από 11 χρόνια στην πατρίδα του την Ελλάδα φθάνοντας στις 2 τα ξημερώματα την 24η Ιουλίου 1974 στο αεροδρόμιο του Ελληνικού υποδεχόμενος από πλήθος κόσμου που φώναζε το σύνθημα «ΕΡΧΕΤΑΙ». Ο λαός έχει ξεχυθεί στους δρόμους της Αθήνας με διαδηλωτές να κρατούν πανό που χαιρέτιζαν τον ερχομό της δημοκρατίας, άλλους να υψώνουν πορτραίτα του Καραμανλή και άλλους να ζητωκραυγάζουν ανεμίζοντας τις ελληνικές σημαίες. Στις 4 το πρωί πραγματοποιείται η ορκωμοσία του Καραμανλή από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ. ΗΠΑ, Ευρώπη και η ματωμένη Κύπρος χαιρετίζουν την νέα διακυβέρνηση με θερμά συγχαρητήρια και το επόμενο βράδυ θα ακουστεί το πρώτο επίσημο διάγγελμα του πρωθυπουργού από τους ραδιοτηλεοπτικούς δέκτες με την χαρακτηριστικά καθιερωμένη προσωπική προσφώνηση του Καραμανλή «Ελληνίδες, Έλληνες».
Έχει ήδη συνταχτεί η νέα κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με προσωπικότητες από την Δεξιά και το Κέντρο ενώ απουσίαζαν από τον σχηματισμό η σοσιαλιστική ΠΑΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και τα κομουνιστικά κόμματα λόγω της αντιδυτικής και αντιΝατοïκής προπαγάνδας τους αλλά και του ασυλλόγιστου αντιαμερικανισμού που εκδήλωναν. Ο Καραμανλής την ίδια μέρα με έναν αναπάντεχο κι απρόσμενο πολιτικό ριζοσπαστισμό για τα δεδομένα της τότε περιόδου αλλά και για την γνωστή μέχρι τότε ιδεολογική του φυσιογνωμία και τον πολιτικό του χαρακτήρα, αμνηστεύει τους πολιτικούς κρατούμενους της χούντας, επιστρέφει τα διαβατήρια και την ιθαγένεια σε όσους η χούντα τα είχε στερήσει ενώ μια για πάντα απελευθερώνει τους αντιφρονούντες «επισκέπτες» της Γυάρου που επανειλημμένα έστελναν οι απριλιανοί αλλά και κάποιοι πολιτικοί νωρίτερα. Κι εδώ ακριβώς μπορεί να διακριθεί μια πολιτική μεταστροφή και συνάμα σύγκριση μεταξύ του αυστηρού Καραμανλή της βαθιά συντηρητικής και δεξιάς Ε.Ρ.Ε. το 1960 και του προοδευτικού Καραμανλή της πλέον φιλελεύθερης κεντροδεξιάς Νέας Δημοκρατίας της καινούργιας παράταξης που ίδρυσε τρείς μήνες μετά τον κρίσιμο Ιούλη του 1974. Ο Καραμανλής επέστρεψε και πέτυχε προς όφελος της χώρας στην Μεταπολίτευση την πολιτική σταθερότητα, την απαλλαγή από τον κίνδυνο δικτατορικής απειλής και την διασφάλιση ενός υγιούς και συνταγματικά κατοχυρωμένου αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος, που πλέον από την 24η Ιουλίου του 1974 μέχρι και σήμερα κάθε τέτοια μέρα αποτελεί την ιστορική επέτειο για την αποκατάστασή της ελληνικής δημοκρατίας.
*Ο Χρήστος Στρυφτός είναι Ιστορικός
ΠΗΓΕΣ :
-
Συλλογικό, «Κωνσταντίνος Καραμανλής – Αρχείο, Γεγονότα και Κείμενα», εκδ: ΙΚΚ, Αθήνα, 1996
-
Στ. Ψυχάρης, «Τα παρασκήνια της αλλαγής», Αθήνα,1975
