Η Αλίς Βάιντελ είναι συμπρόεδρος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) μαζί με τον Τίνο Κρουπάλα. Κατ’ επάγγελμα είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.
- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Υπάρχει λόγος ανησυχίας, αλλά όχι με την απλοϊκή έννοια ότι «η Ευρώπη ξαφνικά έγινε φασιστική». Αυτό που βλέπουμε είναι βαθύτερο: ένα μεγάλο κομμάτι των δυτικών κοινωνιών έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στο μεταπολεμικό πολιτικό κέντρο και θεωρεί ότι ζητήματα όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια, το κόστος ζωής, η ταυτότητα και η κοινωνική συνοχή είτε αγνοήθηκαν είτε αντιμετωπίστηκαν με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην καθημερινή του εμπειρία.
Η χθεσινή ψήφος στη Γερμανία είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό σύμπτωμα αυτού του φαινομένου μέχρι τώρα.
Τι συνέβη πραγματικά στη Γερμανία
Στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, το AfD πήρε 43,8% και 39 από τις 83 έδρες, έναντι περίπου 21% πριν από πέντε χρόνια. Η CDU κατέρρευσε περίπου στο 17%. Το AfD λοιπόν δεν κέρδισε οριακά: έγινε μακράν η κυρίαρχη πολιτική δύναμη του κρατιδίου.
Πρέπει όμως να κρατήσουμε μία διάκριση: η Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι αντιπροσωπευτική ολόκληρης της Γερμανίας. Η ανατολική Γερμανία έχει ιδιαίτερη ιστορία – αποβιομηχάνιση μετά την επανένωση, δημογραφική συρρίκνωση, αίσθημα ότι αντιμετωπίστηκε ως «δεύτερης κατηγορίας» Γερμανία, διαφορετική σχέση με τη Ρωσία και πολύ χαμηλότερη εμπιστοσύνη στο πολιτικό κατεστημένο. Αυτά λειτουργούν ως επιταχυντές του AfD.
Αλλά δεν μπορούμε πλέον να πούμε «είναι ένα ανατολικογερμανικό φαινόμενο». Το AfD είναι ήδη το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στη Bundestag και έχει αποκτήσει ισχυρή παρουσία και στη δυτική Γερμανία.
Είναι λοιπόν το μεταναστευτικό η βασική αιτία;
Στη Γερμανία ειδικά, φαίνεται πως ναι – πολύ περισσότερο απ’ όσο συχνά παραδέχεται η κεντροαριστερή ανάλυση.
Μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2026 στο PLOS One, χρησιμοποιώντας δεδομένα σχεδόν 32.000 Γερμανών από το 2014 έως το 2024, κατέληξε ότι η ανησυχία για τη μετανάστευση εξηγεί περίπου το 75% της εξηγήσιμης διαφοροποίησης στην υποστήριξη του AfD και περίπου το 90% της εξηγήσιμης διαφοροποίησης στην πραγματική ψήφο προς το AfD. Το εισόδημα, η εκπαίδευση και η προσωπική οικονομική δυσπραγία πρόσθεταν σχετικά λίγη εξηγητική δύναμη. Αυτό είναι πολύ σημαντικό εύρημα.
Δεν σημαίνει ότι «όποιος ανησυχεί για τη μετανάστευση είναι ακροδεξιός». Ούτε ότι όλοι οι φόβοι είναι αντικειμενικά δικαιολογημένοι. Σημαίνει όμως ότι το να ερμηνεύουμε επί δέκα χρόνια την άνοδο του AfD κυρίως ως αντίδραση «φτωχών, αμόρφωτων, χαμένων της παγκοσμιοποίησης» δεν επαρκεί.
Το immigration issue είναι πραγματικό πολιτικό cleavage. Σημαίνει ότι το μεταναστευτικό δεν είναι απλώς ένα μεμονωμένο πολιτικό θέμα, αλλά μια βαθιά διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία και την πολιτική. Χωρίζει σχετικά σταθερά τους πολίτες σε διαφορετικά «στρατόπεδα» με διαφορετικές αξίες και προτιμήσεις και επηρεάζει το ποια κόμματα ψηφίζουν. Και δεν είναι μόνο γερμανικό. Στην έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ για το 2025, περίπου 40%-50% των πολιτών στη Γερμανία, την Ολλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο έβαζαν τη μετανάστευση μεταξύ των τριών σημαντικότερων προβλημάτων της χώρας τους.
Υπάρχει λοιπόν ένα λάθος που νομίζω ότι πρέπει να αποφεύγουμε: να αντιμετωπίζουμε κάθε ανησυχία για τη μετανάστευση ως αποτέλεσμα «προπαγάνδας της ακροδεξιάς». Ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος θεωρεί ότι οι κυβερνήσεις έχασαν τον έλεγχο ενός βασικού κρατικού καθήκοντος: ποιος εισέρχεται στη χώρα, πόσοι, με ποιους όρους και τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν δικαιούται να παραμείνει. Αυτό είναι νόμιμο πολιτικό ερώτημα.
Αλλά η φράση «το μεταναστευτικό έχει καταντήσει γάγγραινα» χρειάζεται μία διόρθωση
Γιατί υπάρχει ένα παράδοξο. Οι μεταναστευτικές ροές αυτή τη στιγμή μειώνονται αρκετά. Οι αιτήσεις ασύλου στην ΕΕ+ μειώθηκαν κατά 19% το 2025, στις περίπου 822.000, μετά από μείωση και το 2024. Στη Γερμανία έπεσαν κατά 31% μέσα σε έναν χρόνο. Και τον Μάιο του 2026 οι αιτήσεις σε όλη την ΕΕ+ ήταν άλλες 19% χαμηλότερες από τον Μάιο του 2025.
Κι όμως το AfD ανεβαίνει. Αυτό μας λέει κάτι κρίσιμο: το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο οι νέες αφίξεις. Είναι το συσσωρευμένο αποτέλεσμα της προηγούμενης δεκαετίας.
Στέγαση, σχολεία, κοινωνικές υπηρεσίες, ενσωμάτωση ανθρώπων με χαμηλά προσόντα, παράτυπη μετανάστευση, καθυστερήσεις στις αποφάσεις ασύλου, αποτυχημένες απελάσεις, εγκληματικότητα σε συγκεκριμένες κοινότητες, παράλληλες κοινωνίες σε ορισμένες περιοχές, αλλά και η αίσθηση ότι το κράτος δεν μπορεί να επιβάλει τους δικούς του κανόνες.
Για παράδειγμα, μολονότι οι νέες αιτήσεις μειώθηκαν, στο τέλος του 2025 υπήρχαν ακόμη περίπου 863.000 εκκρεμείς υποθέσεις ασύλου πρώτου βαθμού στην ΕΕ+. Αυτό δείχνει ότι οι πιέσεις στο σύστημα δεν εξαφανίζονται αυτόματα επειδή μειώνονται οι νέες αφίξεις.
Άρα μπορεί ταυτόχρονα να ισχύουν δύο πράγματα: η Ευρώπη χρειάζεται μετανάστευση για δημογραφικούς και εργασιακούς λόγους και η ανεξέλεγκτη ή κακώς διαχειριζόμενη μετανάστευση μπορεί να δημιουργήσει τεράστια κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Δεν υπάρχει αντίφαση.
Το βαθύτερο πρόβλημα όμως είναι άλλο
Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη λέξη δεν είναι «μετανάστευση». Είναι έλεγχος. Ένα μεγάλο μέρος των δυτικών κοινωνιών έχει την αίσθηση ότι έχασε τον έλεγχο πάνω σε πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα: στη μετανάστευση, στις τιμές, στην κατοικία, στην παγκοσμιοποίηση, στην ενεργειακή πολιτική, στις τεχνολογικές αλλαγές, στην πολιτισμική μεταβολή, ακόμη και στο τι επιτρέπεται να λέγεται δημόσια χωρίς κοινωνικό στιγματισμό. Και εδώ μπαίνει το δεύτερο τεράστιο πρόβλημα: η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης.
Στην τελευταία μεγάλη έρευνα του ΟΟΣΑ, μόλις 31% των πολιτών πίστευε ότι άνθρωποι σαν αυτούς έχουν ουσιαστικό λόγο στο τι κάνει η κυβέρνηση. Μεταξύ όσων αισθάνονται ότι «δεν έχουν φωνή», η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση καταρρέει.
Εκεί βρίσκει χώρο ο λαϊκισμός. Η υπόσχεσή του είναι εξαιρετικά απλή: «Εσείς μιλάτε αλλά κανείς δεν σας ακούει. Εμείς θα τους αναγκάσουμε να σας ακούσουν.» Αυτό το αφήγημα είναι πανίσχυρο.
Γιατί αυτή η στροφή γίνεται προς τα δεξιά και όχι προς τα αριστερά;
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Μετά την οικονομική κρίση του 2008 είχαμε μια μεγάλη αριστερή λαϊκιστική στιγμή: ΣΥΡΙΖΑ, Podemos, Occupy, Sanders, Corbyn κ.λπ. Η κυρίαρχη σύγκρουση τότε ήταν: λαός εναντίον οικονομικής ελίτ. Σήμερα η σύγκρουση έχει αλλάξει. Είναι πολύ περισσότερο: πολιτισμική συνέχεια / εθνική κοινότητα / ασφάλεια
εναντίον μετανάστευσης / παγκοσμιοποίησης / πολιτισμικής μεταβολής / ελίτ. Και σ’ αυτό το πεδίο η Δεξιά έχει πολύ ισχυρότερο πολιτικό προϊόν.
Οι αριστερές και φιλελεύθερες παρατάξεις για χρόνια μιλούσαν καλύτερα για ανισότητες, δικαιώματα, κλιματική αλλαγή και μειονότητες. Πολύ συχνά όμως άφησαν στους αντιπάλους τους το μονοπώλιο των θεμάτων σύνορα – ασφάλεια – εθνική ταυτότητα – κοινωνική συνοχή. Και όταν ένα κόμμα εγκαταλείπει ένα μεγάλο κοινωνικό ζήτημα, δεν εξαφανίζεται το ζήτημα. Το παίρνει κάποιος άλλος.
Υπάρχει επίσης η οικονομία – αλλά με διαφορετικό τρόπο
Δεν χρειάζεται ένας ψηφοφόρος του AfD να είναι προσωπικά φτωχός. Χρειάζεται να πιστεύει ότι: «η χώρα μου πηγαίνει προς τα κάτω». Μια άλλη πρόσφατη μελέτη πάνω στους ψηφοφόρους του AfD βρήκε ακριβώς αυτό: η αρνητική αξιολόγηση της εθνικής οικονομίας σχετιζόταν πολύ περισσότερο με τη σκληρότητα των θέσεων των ψηφοφόρων από ό,τι η προσωπική οικονομική δυσκολία. Αυτό εξηγεί και γιατί η Γερμανία είναι τόσο ευάλωτη.
Το μεταπολεμικό γερμανικό κοινωνικό συμβόλαιο ήταν περίπου: βιομηχανική ευημερία + σταθερότητα + φθηνή ενέργεια + ισχυρό κοινωνικό κράτος + πολιτική μετριοπάθεια. Τα τελευταία χρόνια κλονίστηκαν σχεδόν όλα μαζί. Οπότε ο πολίτης δεν σκέφτεται απαραίτητα «πεινάω». Σκέφτεται: «τα παιδιά μου θα ζήσουν χειρότερα από εμένα». Ιστορικά αυτή είναι πολύ ισχυρή κινητήριος δύναμη πολιτικού ριζοσπαστισμού.
Υπάρχει και τρίτη διάσταση: πολιτισμική αντίδραση
Η αλλαγή των δυτικών κοινωνιών τις τελευταίες 20-30 χρόνια ήταν εκπληκτικά γρήγορη. Μετανάστευση, πολυπολιτισμικότητα, νέα πρότυπα οικογένειας και φύλου, πολύ πιο φιλελεύθερες κοινωνικές αξίες, αλλαγή της γλώσσας γύρω από ταυτότητες, diversity policies κ.λπ. Πολλοί άνθρωποι τα υποστηρίζουν. Άλλοι είναι αδιάφοροι.
Και ένας σημαντικός αριθμός νιώθει ότι ο κόσμος άλλαξε χωρίς ποτέ να ερωτηθεί εάν ήθελε αυτή την αλλαγή. Δεν είναι αναγκαστικά οικονομική αντίδραση. Πρόσφατη έρευνα με στοιχεία της European Social Survey συνδέει την αντι-μεταναστευτική στάση και τον εθνικολαϊκισμό και με κοινωνική αποξένωση, διάβρωση κοινωνικής εμπιστοσύνης και αίσθηση αποσύνθεσης της κοινότητας. Αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί με ένα επίδομα ή μια φορολογική ελάφρυνση.
Και εδώ βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος
Δεν ανησυχώ κυρίως επειδή εκατομμύρια Ευρωπαίοι θέλουν αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική. Αυτό μπορεί απολύτως να γίνει μέσα σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Μπορεί κάποιος να υποστηρίζει πολύ αυστηρά σύνορα, γρήγορες απελάσεις όσων δεν δικαιούνται άσυλο, επιλογή μεταναστών με βάση τις ανάγκες της οικονομίας και αυστηρή απαίτηση κοινωνικής ενσωμάτωσης χωρίς να είναι ακροδεξιός.
Ο κίνδυνος αρχίζει όταν το πακέτο γίνεται: μεταναστευτικός έλεγχος + εθνοτική αντίληψη περί έθνους + υπονόμευση ανεξάρτητων θεσμών + θεωρίες «αντικατάστασης πληθυσμού» + αυταρχισμός + απαξίωση ολόκληρων ομάδων πολιτών.
Και στο AfD υπάρχουν σοβαρά τέτοια στοιχεία. Η γερμανική ομοσπονδιακή υπηρεσία πολιτικής εκπαίδευσης περιγράφει το κυρίαρχο ρεύμα του κόμματος ως έχον έντονα εθνο-εθνικιστικά στοιχεία και επισημαίνει τη διάδοση αντιλήψεων περί «δημογραφικής αντικατάστασης» και «remigration» σε σημαντικά στελέχη του. Εκεί πρέπει να υπάρχει πραγματική ανησυχία.
Άρα «φταίει το μεταναστευτικό»;
Η δική μου σύνθεση θα ήταν: Ναι, σε μεγάλο βαθμό – αλλά το σωστό είναι “φταίει ο τρόπος με τον οποίο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν τη μετανάστευση και τη συζήτηση γύρω από αυτή”. Δεν είναι απλώς αριθμός μεταναστών.
Είναι: ροές + ένταξη + κράτος δικαίου + κοινωνική συνοχή + εμπιστοσύνη + αίσθηση ελέγχου. Και υπάρχει μία πολιτική ειρωνεία που θεωρώ τεράστια. Εάν τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κόμματα είχαν υιοθετήσει πριν από 10-15 χρόνια μια ρεαλιστική, αυστηρή αλλά φιλελεύθερη μεταναστευτική πολιτική, πιθανότατα η ακροδεξιά σήμερα θα ήταν πολύ ασθενέστερη.
Δηλαδή: ελεγχόμενα εξωτερικά σύνορα, πολύ γρήγορες αποφάσεις ασύλου, πραγματικές επιστροφές όσων απορρίπτονται, νόμιμες οδοί για εργαζομένους που χρειάζεται η οικονομία, σκληρή αντιμετώπιση εγκληματικότητας ανεξαρτήτως καταγωγής, αλλά ταυτόχρονα πλήρη δικαιώματα και μηδενική ανοχή στις διακρίσεις για όσους ζουν νόμιμα και εντάσσονται.
Αντί γι’ αυτό για χρόνια δημιουργήθηκε ένα δίπολο: «ή αποδέχεσαι την υπάρχουσα μεταναστευτική πολιτική ή είσαι ξενοφοβικός». Και σε αρκετές χώρες το αποτέλεσμα ήταν να παραδοθεί το ζήτημα σχεδόν εξ ολοκλήρου στην άκρα δεξιά.
Πρέπει λοιπόν να φοβόμαστε;
Να ανησυχούμε, ναι. Να πανικοβαλλόμαστε, όχι. Δεν υπάρχει κάποια αναπόφευκτη πορεία της Ευρώπης προς τον φασισμό. Τα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα έχουν και μεγάλες ήττες, διασπώνται, αποτυγχάνουν στην κυβέρνηση και συχνά χάνουν υποστήριξη όταν πρέπει να μετατρέψουν τα συνθήματα σε πραγματική πολιτική. Το Pew, εξετάζοντας τη δεκαετία μετά το Brexit, σημειώνει ακριβώς αυτό: η μεγάλη αλλαγή δεν είναι ότι «η ακροδεξιά κερδίζει παντού», αλλά ότι ο δεξιός λαϊκισμός έπαψε να είναι περιθώριο και έγινε μόνιμο μέρος του ευρωπαϊκού κομματικού συστήματος.
Και νομίζω ότι αυτή είναι η πιο ακριβής περιγραφή του 2026: δεν ζούμε την επιστροφή του 1933. Ζούμε το τέλος της πολιτικής εποχής που άρχισε περίπου το 1990. Η εποχή της βεβαιότητας ότι η παγκοσμιοποίηση, η ολοένα μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση, η υψηλή μετανάστευση και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θα προχωρούν περίπου μονόδρομα, χωρίς σοβαρή πολιτική αντίδραση, έχει τελειώσει.
Έχει αρχίσει μια νέα σύγκρουση γύρω από σύνορα, κυριαρχία, ταυτότητα, ασφάλεια και το ποιος αποφασίζει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάζει μια κοινωνία. Και το ερώτημα των επόμενων δέκα ετών δεν είναι τόσο «θα ανέβει η ακροδεξιά;».
Είναι: θα μπορέσει το δημοκρατικό κέντρο να απαντήσει πειστικά στα προβλήματα που της έδωσαν δύναμη, χωρίς να υιοθετήσει τον αυταρχισμό της;Εκεί, κατά τη γνώμη μου, θα κριθεί το πράγμα.
