Δημιουργήθηκε το 1931, είναι ελαιογραφία σε καμβά, έχει μικρές διαστάσεις —μόλις 24,1 επί 33 εκατοστά— και σήμερα ανήκει στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης. Παρά το περιορισμένο μέγεθός του, ο πίνακας δημιούργησε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παραστάσεις του 20ού αιώνα: ρολόγια που έχουν χάσει τη σκληρότητα και τη γεωμετρία τους και κρέμονται σαν μαλακή ύλη.
Το τοπίο φαίνεται ταυτόχρονα πραγματικό και ονειρικό. Στο βάθος διακρίνονται οι φωτισμένοι βράχοι της καταλανικής ακτής, τόπου στενά συνδεδεμένου με τον Νταλί. Στο προσκήνιο, όμως, η λογική της καθημερινότητας καταρρέει. Ένα ρολόι διπλώνεται πάνω σε κλαδί, ένα άλλο γλιστρά από την άκρη μιας συμπαγούς επιφάνειας, ενώ ένα ακόμη καλύπτει μια παράξενη οργανική μορφή που θυμίζει το πρόσωπο του ίδιου του καλλιτέχνη σε προφίλ. Δίπλα τους υπάρχει ένα κλειστό, σκληρό ρολόι, επάνω στο οποίο συγκεντρώνονται μυρμήγκια, μοτίβο που ο Νταλί συνέδεε συχνά με τη φθορά και την αποσύνθεση.
Η σημασία των ρολογιών βρίσκεται ακριβώς στην ανατροπή της συνηθισμένης λειτουργίας τους. Ένα ρολόι υποτίθεται ότι χωρίζει τον χρόνο σε σταθερές, μετρήσιμες μονάδες. Εδώ, όμως, τα καντράν παραμορφώνονται και οι δείκτες χάνουν την εξουσία τους. Ο χρόνος δεν εμφανίζεται ως αντικειμενικός μηχανισμός, αλλά ως προσωπική εμπειρία: άλλοτε επιμηκύνεται, άλλοτε συμπιέζεται και συχνά μοιάζει να σταματά, όπως συμβαίνει στα όνειρα, στη μνήμη ή σε μια έντονη συναισθηματική στιγμή. Το ρολόι γίνεται έτσι εικόνα της αδυναμίας μας να ελέγξουμε την παροδικότητα.
Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης αναφέρει ότι ο Νταλί παρομοίαζε τα μαλακά ρολόγια με υπερώριμο τυρί και μιλούσε για το «καμαμπέρ του χρόνου». Η παράξενη αυτή διατύπωση αποκαλύπτει τη σουρεαλιστική του μέθοδο: ένα καθημερινό αντικείμενο αποσυνδέεται από τους φυσικούς κανόνες και αποκτά απρόβλεπτη, σχεδόν σωματική παρουσία. Το μέταλλο μοιάζει να λιώνει, η ακρίβεια μετατρέπεται σε αστάθεια και η διάρκεια σε αποσύνθεση.
Η χρονική συγκυρία προσθέτει μια ενδιαφέρουσα αντίθεση. Στη δεκαετία του 1920, η ωρολογοποιία επιδίωκε να κάνει το ρολόι χειρός ακριβέστερο, ανθεκτικότερο και προστατευμένο από νερό και σκόνη. Η Rolex παρουσίασε την αδιάβροχη κάσα Oyster το 1926 και την πρόβαλε δημόσια μετά τη διάσχιση της Μάγχης από τη Μερσέντες Γκλάιτσε το 1927. Ενώ, λοιπόν, οι κατασκευαστές προσπαθούσαν να θωρακίσουν τον μηχανικό χρόνο, ο Νταλί τον ζωγράφιζε να λυγίζει και να χάνει κάθε σταθερότητα.
Η σύνδεση με τα ρολογια rolex είναι συμβολική και όχι κυριολεκτική: κανένα επώνυμο ρολόι δεν απεικονίζεται στον πίνακα. Ωστόσο, η αντιπαράθεση είναι γόνιμη. Ένα πολυτελές μηχανικό ρολόι εκφράζει ακρίβεια, τεχνική διάρκεια και έλεγχο, ενώ τα ρολόγια του Νταλί θυμίζουν ότι η ανθρώπινη αίσθηση του χρόνου παραμένει ρευστή. Ακόμη και ο πιο τέλειος μηχανισμός μπορεί να μετρήσει τα λεπτά, όχι όμως το βάρος μιας ανάμνησης.
Χωρίς τα ρολόγια, «Η Εμμονή της Μνήμης» θα ήταν απλώς ένα παράξενο, άδειο τοπίο. Με αυτά, μετατρέπεται σε φιλοσοφική εικόνα για τη φθορά, τη μνήμη και την αβεβαιότητα. Ο Νταλί δεν ζωγραφίζει απλώς τον χρόνο· ζωγραφίζει τη στιγμή κατά την οποία παύουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε πραγματικά να τον κρατήσουμε.
