- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Μέχρι πριν από μία δεκαετία, η ιδέα ότι κόμματα της ριζοσπαστικής ή ακροδεξιάς θα μπορούσαν να διεκδικούν την πρώτη θέση σε μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπιζόταν περίπου ως πολιτική δυστοπία. Σήμερα δεν είναι δυστοπία. Είναι εκλογική πραγματικότητα.
Από τη Γερμανία και τη Γαλλία μέχρι την Ιταλία, την Αυστρία, την Ολλανδία και τις σκανδιναβικές χώρες, κόμματα που πριν από είκοσι χρόνια βρίσκονταν στο περιθώριο έχουν μετατραπεί σε κεντρικούς παίκτες του πολιτικού συστήματος. Ακόμη και εκεί όπου δεν κυβερνούν, επηρεάζουν την ατζέντα, μετακινούν τα παραδοσιακά κόμματα προς τα δεξιά και καθορίζουν τη δημόσια συζήτηση για τη μετανάστευση, την ασφάλεια, την εθνική ταυτότητα και τα σύνορα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι πλέον εάν υπάρχει στροφή προς τα δεξιά. Υπάρχει. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: πώς φτάσαμε εδώ; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μία αιτία. Βρίσκεται σε μια αλληλουχία κρίσεων που, μέσα σε περίπου δέκα χρόνια, διέλυσαν πολλές από τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταψυχροπολεμική Ευρώπη.

2015: η χρονιά που άλλαξε το μεταναστευτικό
Το 2015 υπήρξε σημείο καμπής. Ο πόλεμος στη Συρία, οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η αστάθεια σε τμήματα της Αφρικής οδήγησαν σε μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών προς την Ευρώπη. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έφτασαν στην ήπειρο μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η Γερμανία, υπό την Άνγκελα Μέρκελ, επέλεξε μια ιδιαίτερα ανοιχτή πολιτική υποδοχής, που συμβολίστηκε από τη φράση «Wir schaffen das» – «θα τα καταφέρουμε».
Στην αρχή, μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης αντιμετώπισε την κρίση με ανθρωπιστική διάθεση. Σύντομα όμως άρχισε να εμφανίζεται μια δεύτερη πραγματικότητα.
Οι τοπικές κοινωνίες έπρεπε να απορροφήσουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πιέστηκαν σχολεία, κοινωνικές υπηρεσίες και αγορές κατοικίας. Δημιουργήθηκαν δυσκολίες ένταξης. Παράλληλα, περιστατικά εγκληματικότητας και τρομοκρατικές επιθέσεις ενίσχυσαν την αίσθηση ανασφάλειας, ακόμη και όταν η σύνδεση ανάμεσα σε μετανάστευση και εγκληματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη από τον τρόπο με τον οποίο παρουσιαζόταν στη δημόσια συζήτηση.
Κάπου εκεί εμφανίστηκε ένα πολιτικό ρήγμα που θα μεγάλωνε τα επόμενα χρόνια. Από τη μία πλευρά, ένα μεγάλο τμήμα των πολιτικών και δημοσιογραφικών ελίτ αντιμετώπιζε τη μετανάστευση κυρίως ως ανθρωπιστικό και οικονομικό ζήτημα. Από την άλλη, ένα αυξανόμενο κομμάτι των κοινωνιών τη βίωνε ως ζήτημα ελέγχου, ασφάλειας και πολιτισμικής αλλαγής. Οι δύο πλευρές συχνά έπαψαν να μιλούν μεταξύ τους.
Το λάθος του πολιτικού κέντρου
Για αρκετά χρόνια, τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά κόμματα υποτίμησαν τη σημασία αυτής της αντίδρασης. Πολλές φορές, η ανησυχία για τη μετανάστευση αντιμετωπίστηκε συλλήβδην ως ξενοφοβία. Αυτό ήταν πολιτικά καταστροφικό. Όχι επειδή δεν υπήρχε ξενοφοβία – υπήρχε και υπάρχει.
Αλλά επειδή υπήρχαν παράλληλα και απολύτως νόμιμα ερωτήματα: Πόσους ανθρώπους μπορεί να ενσωματώσει μια χώρα κάθε χρόνο; Ποιος δικαιούται άσυλο και ποιος όχι; Τι συμβαίνει όταν μια αίτηση απορρίπτεται; Μπορεί ένα κράτος να ελέγχει αποτελεσματικά τα σύνορά του; Πώς αντιμετωπίζονται κοινότητες που δεν ενσωματώνονται; Και ποιος αποφασίζει πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει η σύνθεση μιας κοινωνίας;
Όταν τα μεγάλα κόμματα απέφυγαν να απαντήσουν πειστικά σε αυτά τα ερωτήματα, τα άφησαν σχεδόν αποκλειστικά στην ακροδεξιά. Και η ακροδεξιά κατάλαβε κάτι πολύ γρήγορα: ότι η μετανάστευση δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό θέμα. Ήταν σύμβολο μιας βαθύτερης αίσθησης απώλειας ελέγχου.
Brexit: η πρώτη μεγάλη έκρηξη
Το 2016 ήρθε το Brexit. Η βρετανική ψήφος υπέρ της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αφορούσε μόνο τη μετανάστευση. Αφορούσε την κυριαρχία, τη δυσπιστία απέναντι στις Βρυξέλλες, την οικονομική ανισότητα και μια βαθιά γεωγραφική διαίρεση μεταξύ μητροπολιτικών κέντρων και περιφέρειας.
Όμως το μήνυμα ήταν σαφές. Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δεν συμμεριζόταν πλέον τη βεβαιότητα ότι περισσότερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, περισσότερη κινητικότητα και περισσότερη παγκοσμιοποίηση ήταν αυτονόητα θετικές εξελίξεις. Η πολιτική τάξη άρχισε να ανακαλύπτει ότι εκείνο που η ίδια αντιλαμβανόταν ως «πρόοδο», ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων το αντιλαμβανόταν ως απώλεια ελέγχου.
Η οικονομική ανασφάλεια δεν εξαφανίστηκε ποτέ
Παράλληλα, η Ευρώπη δεν είχε πραγματικά θεραπεύσει τις πληγές της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και της κρίσης χρέους που ακολούθησε. Η οικονομική ανάπτυξη επέστρεψε, αλλά όχι παντού με τον ίδιο τρόπο. Περιφέρειες αποβιομηχανοποιήθηκαν. Η ιδιοκατοίκηση έγινε δυσκολότερη. Οι νεότερες γενιές άρχισαν να αμφιβάλλουν ότι θα ζήσουν καλύτερα από τους γονείς τους. Οι θέσεις εργασίας έγιναν σε αρκετούς κλάδους πιο επισφαλείς. Και στα μεγάλα αστικά κέντρα το κόστος στέγασης εκτινάχθηκε. Το ενδιαφέρον είναι ότι η πολιτική αντίδραση δεν προέρχεται πάντοτε από τους φτωχότερους. Συχνά προέρχεται από ανθρώπους που νιώθουν ότι χάνουν κοινωνική θέση. Μπορεί να έχουν ακόμη δουλειά, σπίτι και εισόδημα. Αλλά πιστεύουν ότι η χώρα τους πηγαίνει προς τα κάτω. Και πολιτικά, ο φόβος της καθόδου μπορεί να είναι ισχυρότερος από την ίδια τη φτώχεια.
Η πανδημία επιτάχυνε τη δυσπιστία
Το 2020 ήρθε η πανδημία. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι δυτικές κοινωνίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με δραστικούς περιορισμούς στην καθημερινή ζωή, τεράστιες κρατικές παρεμβάσεις και μια πρωτοφανή εξάρτηση από επιστημονικές και κυβερνητικές αποφάσεις.
Οι περισσότερες κυβερνήσεις αντιμετώπισαν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Αλλά η πανδημία άφησε πίσω της κάτι βαθύτερο: μία νέα δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Ένα μέρος της κοινωνίας πείστηκε ότι οι κυβερνήσεις, τα μέσα ενημέρωσης και οι ειδικοί λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα εξουσίας που δεν ανέχεται εύκολα την αμφισβήτηση.
Η αίσθηση αυτή δεν εξαφανίστηκε όταν τελείωσε η πανδημία. Μεταφέρθηκε σε άλλα θέματα. Στο μεταναστευτικό. Στην κλιματική πολιτική. Στον πόλεμο στην Ουκρανία. Στην ενεργειακή μετάβαση. Και τελικά στην ίδια τη δημοκρατική διαδικασία.

Ο πόλεμος και το σοκ της ακρίβειας
Το 2022, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία προκάλεσε ένα δεύτερο τεράστιο σοκ. Η Ευρώπη έχασε μεγάλο μέρος της πρόσβασής της στη φθηνή ρωσική ενέργεια. Οι τιμές του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύθηκαν. Ο πληθωρισμός επέστρεψε σε επίπεδα που πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν είχαν γνωρίσει επί δεκαετίες. Τρόφιμα, καύσιμα, ενοίκια και δάνεια έγιναν ακριβότερα.
Και τότε εμφανίστηκε ένα ακόμη πολιτικό παράδοξο. Οι κυβερνήσεις ζητούσαν από τους πολίτες να αποδεχθούν μεγαλύτερο κόστος για λόγους γεωπολιτικής, ενεργειακής μετάβασης και διεθνών υποχρεώσεων. Πολλοί πολίτες όμως άρχισαν να απαντούν: «ποιος πληρώνει τελικά όλες αυτές τις επιλογές;»
Η ακροδεξιά βρήκε εδώ ένα ακόμη ισχυρό αφήγημα. Η κυβέρνηση, έλεγε, ενδιαφέρεται περισσότερο για την Ουκρανία, για τους πρόσφυγες, για τις Βρυξέλλες ή για την κλιματική πολιτική απ’ ό,τι για τον μέσο πολίτη της ίδιας της χώρας. Το αφήγημα μπορεί να είναι υπεραπλουστευτικό. Αλλά πολιτικά είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό.
Η πράσινη μετάβαση έγινε πολιτισμικός πόλεμος
Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με την κλιματική πολιτική. Για χρόνια, η πράσινη μετάβαση παρουσιαζόταν κυρίως ως τεχνοκρατικό ζήτημα. Στην πράξη όμως αφορά αυτοκίνητα, σπίτια, θέρμανση, γεωργία, μεταφορές και κόστος ζωής. Δηλαδή πράγματα απολύτως καθημερινά.
Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η μετάβαση επιβάλλεται από επάνω προς τα κάτω και ότι εκείνοι πληρώνουν δυσανάλογο μέρος του κόστους, το περιβαλλοντικό ζήτημα μετατρέπεται εύκολα σε πολιτισμική σύγκρουση.
Ο αγρότης απέναντι στον γραφειοκράτη. Η επαρχία απέναντι στη μητρόπολη. Ο εργαζόμενος απέναντι στον μορφωμένο επαγγελματία της μεγάλης πόλης. Και ξανά, η ακροδεξιά εμφανίζεται ως εκπρόσωπος εκείνων που πιστεύουν ότι κανείς άλλος δεν τους ακούει.
Η πολιτισμική αλλαγή ήταν ταχύτερη από την πολιτική συναίνεση
Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που συχνά αποφεύγεται επειδή είναι δύσκολος. Οι δυτικές κοινωνίες άλλαξαν πολιτισμικά με εκπληκτική ταχύτητα. Η στάση απέναντι στη σεξουαλικότητα, στο φύλο, στην οικογένεια, στη φυλή, στη μετανάστευση και στην εθνική ταυτότητα μεταβλήθηκε δραματικά μέσα σε μία γενιά.
Για πολλούς ανθρώπους αυτή η αλλαγή αποτέλεσε απελευθέρωση. Για άλλους όμως δημιούργησε την αίσθηση ότι οι αξίες με τις οποίες μεγάλωσαν χαρακτηρίζονται πλέον παρωχημένες ή ακόμη και ηθικά ύποπτες. Από εκεί προκύπτει αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες αποκαλούν συχνά «cultural backlash» – πολιτισμική αντίδραση. Δεν είναι ανάγκη κάποιος να θέλει επιστροφή στο παρελθόν. Αρκεί να αισθάνεται ότι ο κόσμος αλλάζει πολύ γρήγορα και ότι δεν έχει κανέναν λόγο πάνω στην κατεύθυνση αυτής της αλλαγής.
Και κάπου εδώ αλλάζει η ίδια η έννοια της διαμαρτυρίας
Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η οργή εναντίον του συστήματος εξέφραζε συχνά την Αριστερά. Occupy. Podemos. ΣΥΡΙΖΑ. Sanders. Corbyn. Το βασικό αφήγημα ήταν: οι πολλοί εναντίον της οικονομικής ελίτ.
Στη δεκαετία του 2020, η εξέγερση άλλαξε πολιτικό πρόσημο. Το νέο αφήγημα είναι: ο απλός πολίτης εναντίον μιας πολιτικής, οικονομικής, δημοσιογραφικής και πολιτισμικής ελίτ. Δεν αφορά μόνο το χρήμα. Αφορά ποιος καθορίζει τους κανόνες.
Ποιος ορίζει τι θεωρείται αποδεκτή άποψη. Ποιος αποφασίζει για τα σύνορα. Ποιος καθορίζει την ταυτότητα μιας χώρας. Ποιος πληρώνει τις μεγάλες πολιτικές αποφάσεις. Και κυρίως: ποιος ακούγεται.

Η ακροδεξιά έπαψε να φαίνεται «απαγορευμένη»
Υπάρχει και μία ακόμη μεταβολή. Πριν από είκοσι χρόνια, η ψήφος σε ένα ακροδεξιό κόμμα είχε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες μεγάλο κοινωνικό κόστος. Σήμερα αυτό το ταμπού έχει εξασθενήσει. Όταν ένα κόμμα παίρνει 15%, μετά 20%, μετά 25% ή περισσότερο, παύει να φαίνεται περιθωριακό.
Οι ψηφοφόροι βλέπουν συναδέλφους, φίλους και συγγενείς να το ψηφίζουν. Η ψήφος κανονικοποιείται. Και μετά συμβαίνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: τα παραδοσιακά κόμματα αρχίζουν να υιοθετούν μέρος της ατζέντας του. Αυστηρότερα σύνορα. Περισσότερες απελάσεις. Περιορισμούς στο άσυλο. Σκληρότερη πολιτική απέναντι στην εγκληματικότητα. Έμφαση στην εθνική ταυτότητα. Έτσι, ακόμη κι όταν η ακροδεξιά δεν κυβερνά, μπορεί να έχει ήδη κερδίσει τη μάχη της ατζέντας.
Τι συνέβη τελικά μέσα σε δέκα χρόνια;
Αν έπρεπε να συμπυκνώσουμε όλη αυτή τη διαδρομή σε μία φράση, θα ήταν η εξής: ένα μεγάλο μέρος των δυτικών κοινωνιών έπαψε να πιστεύει ότι το υπάρχον πολιτικό σύστημα μπορεί να ελέγξει τις αλλαγές που το ίδιο παράγει. Το μεταναστευτικό ήταν ο πρώτος μεγάλος καταλύτης.
Ακολούθησαν η οικονομική ανασφάλεια, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός, ο πόλεμος, η στεγαστική κρίση και οι ταχύτατες πολιτισμικές αλλαγές. Όλα αυτά συσσωρεύτηκαν. Και πάνω τους χτίστηκε ένα πανίσχυρο πολιτικό συναίσθημα: «κανείς δεν μας ρώτησε».
Κανείς δεν μας ρώτησε πόση μετανάστευση θέλουμε. Κανείς δεν μας ρώτησε πόσο γρήγορα θέλουμε να αλλάξει η κοινωνία. Κανείς δεν μας ρώτησε πόσο κόστος μπορούμε να σηκώσουμε. Κανείς δεν μας ρώτησε εάν εμπιστευόμαστε τους θεσμούς που παίρνουν αυτές τις αποφάσεις. Αυτό το συναίσθημα είναι σήμερα η πρώτη ύλη του δεξιού λαϊκισμού.
Είναι αναπόφευκτη η περαιτέρω άνοδος;
Όχι. Η ιστορία δεν κινείται γραμμικά και καμία πολιτική δύναμη δεν έχει εξασφαλισμένη άνοδο. Η ριζοσπαστική Δεξιά έχει εσωτερικές αντιφάσεις, ακραίες πτέρυγες, προβλήματα στελεχών και συχνά δυσκολεύεται πολύ περισσότερο όταν πρέπει να κυβερνήσει παρά όταν καταγγέλλει τους κυβερνώντες.
Όμως ένα πράγμα μοιάζει πλέον σαφές. Η εποχή κατά την οποία τα παραδοσιακά κόμματα μπορούσαν να αγνοούν ορισμένα ζητήματα ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν έχει τελειώσει. Η ευρωπαϊκή δημοκρατία θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί ταυτόχρονα να υπερασπιστεί το κράτος δικαίου και να ακούσει πραγματικά τις κοινωνίες της. Να ελέγξει τα σύνορα χωρίς να μετατρέψει τον ξένο σε εχθρό. Να διατηρήσει κοινωνική συνοχή χωρίς να απαιτεί πολιτισμική ομοιομορφία. Να κάνει πράσινη μετάβαση χωρίς να φορτώνει το κόστος στους αδύναμους. Να προστατεύσει τις μειονότητες χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε διαφωνία ως ηθική παρέκκλιση. Και κυρίως, να αποκαταστήσει την αίσθηση ότι η δημοκρατία δεν σημαίνει απλώς να ψηφίζεις κάθε τέσσερα χρόνια. Σημαίνει ότι η πολιτική εξουσία ακούει πραγματικά όταν μια κοινωνία λέει: «κάτι δεν λειτουργεί».
Γιατί αν το δημοκρατικό κέντρο δεν μπορεί να δώσει απάντηση σε αυτή τη φράση, θα συνεχίσουν να τη δίνουν εκείνοι που υπόσχονται πολύ πιο εύκολες –και πολύ πιο επικίνδυνες– λύσεις.
