Σύνδεση ανθρωπιστικών επιστημών με την τεχνολογία με μεθόδους από την Πληροφορική έως την Τεχνητή Νοημοσύνη

Η σταδιακή κατάργηση των συνόρων ανάμεσα στις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τεχνολογία | Από τους αρχαίους φιλοσόφους στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα

by ΙΩΑΝΝΑ Δ. ΜΑΛΑΓΑΡΔΗ

Εμπλουτίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γνώση, τη γλώσσα, τη λογική, τη δημιουργικότητα και γενικότερα μπορεί να υποστηρίξει τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε νοητική του δραστηριότητα. Δεν εγκαινιάζει, ωστόσο, από το μηδέν τη συνάντηση των ανθρωπιστικών επιστημών με την τεχνολογία, αλλά επιταχύνει και διευρύνει μια διαδικασία που είχε αρχίσει αρκετές δεκαετίες νωρίτερα.

Ο διαχωρισμός ανάμεσα στις θετικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες είχε αρχίσει να υποχωρεί ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα. Η Πληροφορική, η Κυβερνητική και η Υπολογιστική Γλωσσολογία εισήγαγαν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή στη μελέτη της γλώσσας, της ιστορίας και του πολιτισμού.

Η μηχανική μετάφραση, η ηλεκτρονική λεξικογραφία, τα Σώματα Κειμένων, η στατιστική ανάλυση του ύφους, οι αρχαιολογικές Βάσεις Δεδομένων και η ψηφιοποίηση χειρογράφων και αρχείων δημιούργησαν σταθερές γέφυρες ανάμεσα σε επιστημονικά πεδία που μέχρι τότε εμφανίζονταν απομακρυσμένα.

Χαρακτηριστικό ορόσημο υπήρξε το έργο του Ιταλού Ιησουίτη Roberto Busa, ο οποίος από το 1949 συνεργάστηκε με την IBM για τη δημιουργία του Index Thomisticus, ενός εκτεταμένου ηλεκτρονικού ευρετηρίου των έργων του Θωμά Ακινάτη. Μια ιστορική συνεργασία μεταξύ του Ιταλού Ιησουίτη ιερέα Roberto Busa και του ιδρυτή της IBM, Thomas J. Watson.

Το εγχείρημα θεωρείται προδρομικό για τις Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες, οι οποίες αξιοποίησαν αργότερα τις Βάσεις Δεδομένων, την κωδικοποίηση κειμένων και τα ψηφιακά εργαλεία για την έρευνα της γλώσσας και του πολιτισμού. Η πληροφορική, επομένως, είχε ήδη μετατρέψει τον υπολογιστή σε εργαλείο του φιλολόγου, του ιστορικού, του γλωσσολόγου, του αρχαιολόγου και του νομικού.

Η σύγχρονη ΤΝ είτε είναι βασισμένη στη Λογική, είτε στη Στατιστική και στα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (ΜΓΜ-LLMs), προσθέτει μια νέα ποιότητα σε αυτήν τη σύγκλιση. Τα παλαιότερα πληροφοριακά συστήματα χρησιμοποιούνταν κυρίως για την αποθήκευση, την ταξινόμηση, την αναζήτηση και την ανάλυση υλικού.

Τα σύγχρονα συστήματα παράγουν λόγο, μεταφράζουν, συνοψίζουν, δημιουργούν εικόνες και εμφανίζονται να συμμετέχουν σε διαδικασίες ερμηνείας, αξιολόγησης και λήψης αποφάσεων. Η μηχανή δεν λειτουργεί πλέον μόνον ως εργαλείο του ερευνητή, αλλά και ως φαινομενικός συνομιλητής, συντάκτης και σύμβουλος.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά απλώς μία αιφνίδια τεχνολογική επανάσταση, αλλά το νεότερο και ισχυρότερο στάδιο μίας μακράς πορείας σύγκλισης. Είναι συγχρόνως, κατά μία έννοια, επιστροφή σε μία παλαιότερη αντίληψη της γνώσης, της οποίας πρωτοπόροι υπήρξαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν επινόησαν την ΤΝ με τη σημερινή σημασία. Δεν γνώριζαν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τη μηχανική μάθηση ή τα νευρωνικά δίκτυα. Διατύπωσαν, όμως, πολλά από τα θεμελιώδη ερωτήματα πάνω στα οποία εξακολουθεί να στηρίζεται η συζήτηση: Τι είναι γνώση; Πώς διακρίνεται η αλήθεια από την πιθανή ή παραπλανητική απάντηση;

Πώς παράγεται ένα έγκυρο συμπέρασμα; Ποια είναι η σχέση των λέξεων με τα πράγματα; Μπορεί μία τεχνική κατασκευή να μιμηθεί ανθρώπινες λειτουργίες; Και ποιος φέρει την ευθύνη όταν ένα ανθρώπινο δημιούργημα προκαλεί βλάβη;

Ήδη στον Όμηρο συναντούμε τις χρυσές νοήμονες θεραπαινίδες και τους αυτοκινούμενους τρίποδες του Ηφαίστου, ενώ η μεταγενέστερη αρχαία Γραμματεία μάς παραδίδει τον Τάλω, τον χάλκινο φύλακα της Κρήτης.

Τα δημιουργήματα αυτά δεν αποτελούν τεχνολογικές μηχανές με τη νεότερη έννοια, φανερώνουν όμως ότι η ελληνική μυθολογική σκέψη είχε συλλάβει πολύ νωρίς την ιδέα της τεχνητής κίνησης, της αυτόνομης δράσης και ακόμη και της κατασκευασμένης νοημοσύνης.

Με σύγχρονους όρους, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μυθολογικά ανθρωπόμορφα αυτόματα ή ακόμη και πρώιμες ποιητικές συλλήψεις νοημόνων μηχανών. Όμως ο Όμηρος δεν τις παρουσιάζει ως μηχανές με τη σημερινή τεχνική σημασία, αλλά ως θαυμαστά δημιουργήματα της θεϊκής μεταλλουργικής τέχνης του Ηφαίστου (Ιλιάδα ραψωδία 18).

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι μια παρατήρηση του Αριστοτέλη στα Πολιτικά. Ο φιλόσοφος φαντάζεται ότι, εάν κάθε εργαλείο μπορούσε να εκτελεί μόνο του την εργασία του, όπως οι μυθικοί τρίποδες του Ηφαίστου, οι τεχνίτες δεν θα χρειάζονταν βοηθούς και οι κύριοι δούλους.

Πίσω από αυτήν την υπόθεση κρύβεται ένα εξαιρετικά σύγχρονο ερώτημα: Τι συμβαίνει στην κοινωνική και οικονομική οργάνωση όταν οι μηχανές αναλαμβάνουν εργασίες που προηγουμένως εκτελούσαν άνθρωποι; Πρόκειται ουσιαστικά για το ίδιο ερώτημα που τίθεται σήμερα σχετικά με την αυτοματοποίηση, την απώλεια επαγγελμάτων και την ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η συμβολή της αρχαίας φιλοσοφίας στη μελέτη του συλλογισμού. Η ΤΝ επιδιώκει, ήδη από τη συγκρότησή της ως επιστημονικού κλάδου, να αναπαραστήσει ή να προσομοιώσει πλευρές της ανθρώπινης νοημοσύνης. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται να περιγραφούν οι κανόνες με τους οποίους συνδέονται οι έννοιες και παράγονται συμπεράσματα.

Ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος που μελέτησε συστηματικά τη δομή της έγκυρης συνεπαγωγής. Στα Αναλυτικά Πρότερα όρισε τον συλλογισμό ως λόγο στον οποίο, όταν τεθούν ορισμένες προκείμενες, προκύπτει αναγκαία κάτι διαφορετικό εξαιτίας ακριβώς αυτών των προκειμένων.

Η αριστοτελική συλλογιστική δεν ταυτίζεται με τη σύγχρονη μαθηματική λογική ούτε επαρκεί για την περιγραφή των σημερινών υπολογιστικών συστημάτων.

Αποτέλεσε, όμως, την πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια να αναλυθεί ο συλλογισμός σε τυπικές δομές. Η επίδρασή της στη δυτική και αραβική διανόηση υπήρξε τεράστια, ενώ η σύγχρονη έρευνα αναγνωρίζει ομοιότητες ανάμεσα στο ενδιαφέρον του Αριστοτέλη για τις ιδιότητες των συστημάτων συνεπαγωγής και στη μεταθεωρητική οπτική της νεότερης λογικής.

Εξίσου ουσιαστική υπήρξε η συμβολή των Στωικών και ιδιαίτερα του Χρύσιππου (280-206 π.Χ.). Ενώ η αριστοτελική λογική επικεντρωνόταν κυρίως στις σχέσεις μεταξύ όρων και κατηγοριών, οι Στωικοί μελέτησαν τις σχέσεις μεταξύ ολόκληρων προτάσεων: «εάν… τότε», «ή… ή», «όχι».

Οι δομές αυτές βρίσκονται πολύ πιο κοντά στη νεότερη προτασιακή λογική, η οποία αποτέλεσε μία από τις βάσεις της επιστήμης των υπολογιστών. Οι αρχαίοι δεν κατασκεύασαν ηλεκτρονικά ψηφιακά συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών γενικής χρήσεως. Κατασκεύασαν όμως μηχανικά συστήματα επεξεργασίας πληροφοριών ειδικής χρήσεως, όπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, επειδή τέτοια συστήματα δεν ήταν εύκολο να επαναπρογραμματίζονται.

Δημιούργησαν, όμως, τρόπους ανάλυσης του συλλογισμού, τους οποίους συστηματοποίησε πρώτος ο Αριστοτέλης, του οποίου το έργο μπορεί να θεωρηθεί ως η θεωρητική βάση της νεότερης υπολογιστικής τεχνολογίας, η οποία ξεκίνησε με τη δημιουργία των πρώτων υπολογιστικών μηχανών.

Πριν από τον Αριστοτέλη, ο Σωκράτης είχε αναδείξει μια διαφορετική πλευρά της νοημοσύνης: τον διάλογο ως μέθοδο ελέγχου των πεποιθήσεων. Με τις διαδοχικές ερωτήσεις του δεν παρέδιδε έτοιμες γνώσεις, αλλά αποκάλυπτε αντιφάσεις, ζητούσε ορισμούς και ανάγκαζε τον συνομιλητή του να εξετάσει τις προϋποθέσεις των απόψεών του.

Η ομοιότητα με τη σημερινή αλληλεπίδραση ανθρώπου και γλωσσικού μοντέλου είναι δελεαστική αλλά δεν πρέπει να μας παραπλανήσει. Ένα γλωσσικό μοντέλο μπορεί να παράγει πειστικές απαντήσεις και να διατηρεί τη μορφή ενός διαλόγου.

Δεν διαθέτει, μόνο εξαιτίας αυτής της γλωσσικής ευχέρειας, σωκρατική αυτογνωσία, ηθική πρόθεση ή συνείδηση της άγνοιάς του. Ο Σωκράτης χρησιμοποιούσε τη γλώσσα για να δοκιμάσει τον βίο και τις πεποιθήσεις του πολίτη.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η σημασία του Πλάτωνα. Στον Κρατύλο διερευνά τη σχέση των ονομάτων με τα πράγματα. Οι λέξεις συνδέονται φυσικά με όσα δηλώνουν ή αποκτούν τη σημασία τους μέσω κοινωνικής σύμβασης; Το πρόβλημα επανέρχεται σήμερα με νέα ένταση.

Όταν ένα Μεγάλο Γλωσσικό Μοντέλο χειρίζεται με εντυπωσιακή ευχέρεια τις λέξεις, «κατανοεί» άραγε τις έννοιες ή έχει μάθει μόνο τις στατιστικές σχέσεις μεταξύ των γλωσσικών συμβόλων; Μπορεί η γλωσσική ικανότητα να θεωρηθεί απόδειξη νοημοσύνης; Ή μήπως συγχέουμε την επιτυχημένη μίμηση του λόγου με την ανθρώπινη κατανόηση;

Στον Φαίδρο, εξάλλου, ο Πλάτων παρουσιάζει τον μύθο του Θευθ και του βασιλιά Θαμού. Ο θεός Θευθ (ο αιγυπτιακός Θεός της σοφίας και των τεχνών) επισκέπτεται τον βασιλιά της Αιγύπτου, Θαμού, για να του παρουσιάσει τις εφευρέσεις του (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία).

Ανάμεσα σε αυτές, ξεχωρίζει τα γράμματα (τη γραφή), ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για ένα φάρμακο («φάρμακον») που θα κάνει τους ανθρώπους πιο σοφούς και θα ενισχύσει τη μνήμη τους. Ο Θευθ προβάλλει τη γραφή ως φάρμακο της μνήμης και της σοφίας, αλλά ο Θαμούς προειδοποιεί ότι μπορεί να προκαλέσει λήθη, επειδή οι άνθρωποι θα στηρίζονται στα εξωτερικά σημεία αντί στην εσωτερική άσκηση της μνήμης.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η κριτική ότι το γραπτό κείμενο φαίνεται να ομιλεί σαν να γνωρίζει, αλλά, όταν ερωτηθεί, επαναλαμβάνει πάντοτε το ίδιο και δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Ο Πλάτων δεν απέρριψε απλώς τη γραφή, άλλωστε μέσω γραπτών διαλόγων γνωρίζουμε τη φιλοσοφία του. Ανέδειξε την αμφισημία κάθε τεχνολογίας της γνώσης, η οποία μπορεί να ενισχύει τις ανθρώπινες δυνατότητες και συγχρόνως να τις εξασθενεί. Το ίδιο ισχύει σήμερα για την ΤΝ.

Μπορεί να προσφέρει πρωτοφανή πρόσβαση στην πληροφορία, να υποστηρίξει την έρευνα και να διευκολύνει τη μάθηση. Μπορεί όμως να οδηγήσει σε πνευματική εξάρτηση, όταν ο χρήστης παύει να ελέγχει, να συγκρίνει, να αμφιβάλλει και να συνθέτει ο ίδιος πληροφορίες.

Η γλώσσα βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της μεταβολής. Για δεκαετίες θεωρήθηκε κατεξοχήν πεδίο των φιλολόγων, των γλωσσολόγων και των φιλοσόφων.

Σήμερα είναι συγχρόνως αντικείμενο μαθηματικής μοντελοποίησης και υπολογιστικής επεξεργασίας. Η ανάπτυξη των γλωσσικών μοντέλων απαιτεί προγραμματιστές και ειδικούς στη μηχανική μάθηση, αλλά και γνώση της σύνταξης, της σημασιολογίας, της πραγματολογίας, της ρητορικής και των πολιτισμικών συμφραζομένων.

Η ΤΝ μάς υποχρεώνει έτσι να επανεξετάσουμε και τη διάκριση μεταξύ «επιστήμης» και «τεχνικής». Για τους αρχαίους Έλληνες η επιστήμη, η τέχνη (τεχνική δραστηριότητα) και η φρόνησις αποτελούσαν διαφορετικές αλλά συνδεδεμένες μορφές γνώσης.

Η επιστήμη αφορούσε τη γνώση των αναγκαίων αρχών, η τέχνη την έλλογη ικανότητα παραγωγής, ενώ η φρόνηση την ορθή κρίση σχετικά με την ανθρώπινη πράξη. Η σύγχρονη τεχνολογική κοινωνία ανέπτυξε εντυπωσιακά την παραγωγική ικανότητα της τέχνης, χωρίς πάντοτε να καλλιεργεί στον ίδιο βαθμό τη φρόνηση.

Μπορούμε να κατασκευάσουμε ένα σύστημα που προβλέπει ποιος κατηγορούμενος είναι πιθανότερο να υποτροπιάσει. Το γεγονός, όμως, ότι μπορούμε να το κατασκευάσουμε δεν απαντά στο αν πρέπει να του αναθέσουμε ρόλο στη δικαστική απόφαση. Μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα πρόγραμμα που ταξινομεί τους υποψηφίους για εργασία.

Δεν γνωρίζουμε, μόνο από την τεχνική του απόδοση, αν αναπαράγει παλαιές διακρίσεις. Μπορούμε να παράγουμε εξατομικευμένη πολιτική προπαγάνδα. Η αποτελεσματικότητά της δεν την καθιστά δημοκρατικά αποδεκτή.

Αυτά δεν είναι απλώς τεχνικά προβλήματα. Είναι ερωτήματα δικαιοσύνης, ελευθερίας, ισότητας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Γι’ αυτό και η ηθική δεν μπορεί να προστίθεται στο τέλος της κατασκευής ενός συστήματος σαν εξωτερικός έλεγχος. Πρέπει να ενσωματώνεται ήδη στον καθορισμό του σκοπού του: ποιο πρόβλημα επιδιώκει να λύσει, ποια δεδομένα χρησιμοποιεί, ποιοι άνθρωποι ωφελούνται, ποιοι διατρέχουν κίνδυνο και ποιος λογοδοτεί όταν η απόφασή του αποδειχθεί επιζήμια.

Η ανάγκη αυτή αναγνωρίζεται πλέον και θεσμικά. Η Σύσταση της UNESCO για την Ηθική της ΤΝ τοποθετεί στον πυρήνα της την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διαφάνεια, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη εποπτεία. Ο ευρωπαϊκός Κανονισμός για την ΤΝ, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024, καθιερώνει κανόνες ανάλογα με τον κίνδυνο που δημιουργούν οι διαφορετικές εφαρμογές.

Παράλληλα, η Σύμβαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης συνδέει ρητά τον κύκλο ζωής των συστημάτων ΤΝ με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Τα κείμενα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η ΤΝ δεν μπορεί να κυβερνηθεί μόνο από τους δημιουργούς της ή από τις εταιρείες που την εκμεταλλεύονται. Η επιλογή των σκοπών, των απαγορεύσεων και των ορίων της είναι πολιτική πράξη. Αν οι αλγόριθμοι επηρεάζουν ποιος προσλαμβάνεται, ποιος λαμβάνει δάνειο, ποιος παρακολουθείται και ποια πληροφορία βλέπει ο πολίτης, τότε επηρεάζουν την κατανομή δικαιωμάτων και ευκαιριών. Ο τεχνικός σχεδιασμός γίνεται μορφή άσκησης εξουσίας.

Εδώ επανέρχεται η πολιτική φιλοσοφία των αρχαίων. Για τον Αριστοτέλη, η πολιτική δεν αποσκοπεί απλώς στη διαχείριση της συμβίωσης, αλλά στη δημιουργία των όρων του ευ ζην. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η ΤΝ αυξάνει την παραγωγικότητα, αλλά τι είδους κοινωνία οικοδομεί.

Ενισχύει την αυτονομία του πολίτη ή τον μετατρέπει σε αντικείμενο διαρκούς πρόβλεψης και χειραγώγησης; Διευρύνει την πρόσβαση στη γνώση ή συγκεντρώνει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη σε λίγες εταιρείες; Απελευθερώνει τον άνθρωπο από καταναγκαστικές εργασίες ή δημιουργεί νέες μορφές ανισότητας;

Η εκπαίδευση οφείλει να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Δεν αρκεί να προσθέσει μερικά μαθήματα προγραμματισμού στις ανθρωπιστικές σπουδές ούτε λίγες διαλέξεις δεοντολογίας στις πολυτεχνικές σχολές. Χρειάζεται μια βαθύτερη συνάντηση των επιστημονικών πεδίων. Ο προγραμματιστής πρέπει να κατανοεί τις κοινωνικές συνέπειες των συστημάτων που δημιουργεί.

Ο νομικός χρειάζεται βασική γνώση της λειτουργίας των αλγορίθμων που καλείται να ρυθμίσει. Ο φιλόλογος και ο γλωσσολόγος πρέπει να γνωρίζουν πώς η ανθρώπινη γλώσσα μετατρέπεται σε υπολογιστική αναπαράσταση. Ο φιλόσοφος οφείλει να διατυπώνει τις έννοιες της αυτονομίας, της ευθύνης και της δικαιοσύνης με τρόπο που να μπορεί να επηρεάσει τον πραγματικό σχεδιασμό.

Οι ανθρωπιστικές επιστήμες δεν καλούνται απλώς να «εξανθρωπίσουν» μια τεχνολογία που έχει ήδη δημιουργηθεί. Συμμετέχουν στην ίδια τη σύλληψη του προβλήματος που η τεχνολογία επιχειρεί να λύσει. Και η τεχνολογία, από την πλευρά της, προσφέρει νέα μέσα για τη μελέτη της γλώσσας, της ιστορίας, της τέχνης και του πολιτισμού.

Η σχέση είναι αμφίδρομη. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες θέτουν σκοπούς και όρια στην ΤΝ, ενώ η ΤΝ διευρύνει τα εργαλεία της ανθρωπιστικής έρευνας.

Η μεγαλύτερη, ίσως, ανατροπή που προκαλεί η ΤΝ είναι ότι μας υποχρεώνει να επανέλθουμε στα αρχαιότερα φιλοσοφικά ερωτήματα. Όσο πιο ικανές γίνονται οι μηχανές να μιμούνται τον ανθρώπινο λόγο, τόσο πιο επίμονα πρέπει να ρωτάμε τι σημαίνουν η κατανόηση, η αλήθεια, η κρίση και η υπευθυνότητα. Όσο περισσότερες αποφάσεις αναθέτουμε σε αλγορίθμους, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε την ηθική και την πολιτική φιλοσοφία.

Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν ανέπτυξαν τα νευρωνικά δίκτυα και τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα. Μας κληροδότησαν, όμως, κάτι ουσιαστικότερο: τη μέθοδο της ερώτησης, τον έλεγχο του συλλογισμού, τη διερεύνηση της γλώσσας και την απαίτηση να συνδέεται η γνώση με τον ανθρώπινο σκοπό. Υπό αυτή την έννοια υπήρξαν πράγματι πρωτοπόροι.

Η Πληροφορική άνοιξε τον δρόμο, οι Ψηφιακές Ανθρωπιστικές Επιστήμες θεμελίωσαν τη διεπιστημονική συνεργασία και η ΤΝ τη μετατρέπει πλέον σε αναπόφευκτη σύγκλιση. Η πρόκληση της εποχής μας δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στον ανθρωπισμό και την τεχνολογία. Είναι να αποτρέψουμε μια τεχνολογία χωρίς ανθρωπισμό και έναν ανθρωπισμό που αγνοεί την τεχνολογία.

Το μέλλον της ΤΝ θα κριθεί όχι μόνο από το πόσο ισχυρά θα γίνουν τα υπολογιστικά συστήματα, αλλά από το αν ο άνθρωπος θα διατηρήσει τη φρόνηση να αποφασίζει για ποιον σκοπό θα χρησιμοποιούνται.

Σύντομη βιβλιογραφία

  • Αριστοτέλης. Αναλυτικά Πρότερα. Στο Όργανον.
  • Αριστοτέλης. Πολιτικά, βιβλίο Α΄, ιδίως 1253b–1254a.
  • Όμηρος. Ιλιάδα, ραψωδία Σ, στ. 417–420.
  • Πλάτων. Κρατύλος.
  • Πλάτων. Φαίδρος, ιδίως 274c–277a.
  • Busa, Roberto. Index Thomisticus. Stuttgart-Bad Cannstatt: Frommann-Holzboog, 1974–1980.
  • Hockey, Susan. “The History of Humanities Computing.” In A Companion to Digital Humanities, edited by Susan Schreibman, Ray Siemens, and John Unsworth. Oxford: Blackwell, 2004.
  • Bringsjord, Selmer, and Naveen Sundar Govindarajulu. “Artificial Intelligence.” Stanford Encyclopedia of Philosophy. 2018, αναθεωρημένη έκδοση.
  • Russell, Stuart, and Peter Norvig. Artificial Intelligence: A Modern Approach. 4th ed. Pearson, 2021.
  • UNESCO. Recommendation on the Ethics of Artificial Intelligence. Paris: UNESCO, 2021.
  • Ευρωπαϊκή Ένωση. Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689 για τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη. 2024.
  • Council of Europe. Framework Convention on Artificial Intelligence and Human Rights, Democracy and the Rule of Law. Strasbourg, 2024.

Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή