- Της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου
Εκατόν τέσσερα χρόνια πέρασαν από την Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του ελληνισμού της Ανατολής.
Η Καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922 αποτελεί την κορύφωση της Μικρασιατικής Καταστροφής, σφραγίζοντας με αιματηρό τρόπο το τέλος της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή μετά από χιλιάδες χρόνια.
Μετά τη διάσπαση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922, ο ελληνικός στρατός άρχισε να υποχωρεί άτακτα προς τα παράλια. Μαζί του κινήθηκαν χιλιάδες έντρομοι χριστιανοί που προσπαθούσαν να σωθούν.
Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 οι πρώτες τουρκικές δυνάμεις μπήκαν στη Σμύρνη. Σχεδόν αμέσως ξεκίνησαν άγριες διώξεις, πλιάτσικο και σφαγές κατά του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού.
Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ποίμνιό του. Παραδόθηκε από τον Τούρκο διοικητή Νουρεντίν Πασά στο έξαλλο μουσουλμανικό πλήθος, το οποίο τον βασάνισε μέχρι θανάτου με φρικτό τρόπο.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922, ξέσπασε πυρκαγιά στην αρμενική συνοικία, η οποία επεκτάθηκε ταχύτατα. Σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων και επιζώντων, οι τουρκικές αρχές την έθεσαν σκόπιμα για να εξαφανίσουν τα χριστιανικά ίχνη της πόλης.
Η φωτιά κατέκαψε ολοσχερώς την ελληνική και την αρμενική συνοικία, ενώ η μουσουλμανική και η εβραϊκή έμειναν ανέπαφες. Η κοσμοπολίτικη Σμύρνη μετατράπηκε σε στάχτη. Παγιδευμένοι στο Λιμάνι: Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες στριμώχτηκαν κατά μήκος της διάσημης προκυμαίας της Σμύρνης. Από τη μία πλευρά είχαν τις φλόγες και από την άλλη τη θάλασσα. Στο λιμάνι ήταν αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, ΗΠΑ, Ιταλίας). Αρχικά τήρησαν αυστηρή ουδετερότητα, αρνούμενοι να δεχτούν τους ανθρώπους που πνίγονταν δίπλα τους, για να μη διαταράξουν τις σχέσεις τους με τον Κεμάλ. Η εκκένωση έγινε τελικά με δραματικό τρόπο υπό την πίεση ξένων ανθρωπιστών όπως ο Αμερικανός Άσα Τζένινγκς και με τη βοήθεια ελληνικών εμπορικών πλοίων που στάλθηκαν αργότερα για να μεταφέρουν τους διασωθέντες στην Ελλάδα.
Πολλά τα αφιερώματα και οι εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο.
Η Μικρασιατική Καταστροφή και οι «χαμένες πατρίδες» αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για σπουδαίους Έλληνες και ξένους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει και ο Έρνεστ Χεμινγουέι. (Σ.Σ: παρακάτω θα επανέλθουμε)
Για το τραύμα του 1922 θα αφεθούμε στη «Γενιά του ’30».
Οι Έλληνες λογοτέχνες, πολλοί από τους οποίους ήταν οι ίδιοι Μικρασιάτες πρόσφυγες ή πολέμησαν στο μέτωπο, δημιούργησαν μια ολόκληρη σχολή γύρω από αυτή την τραγωδία, ρήμαξε τον ελληνισμό της Ανατολής, τερματίζοντας μια τρισχιλιετή ιστορική παρουσία στην περιοχή.

Αρχίζουμε με τη Διδώ Σωτηρίου.
Το βιβλίο της «Ματωμένα Χώματα» αποτελεί ίσως, το πιο διάσημο ελληνικό μυθιστόρημα για τη ζωή στη Μικρά Ασία, τη στρατολόγηση στα οθωμανικά «τάγματα εργασίας» (αμελέ ταμπουρού) και την Καταστροφή.
Το έργο της περιέχει δυνατές και χαρακτηριστικές φράσεις , που δημοσιεύουμε παρακάτω και αποτυπώνουν με συγκλονιστικό τρόπο τη φρίκη του πολέμου, τον παραλογισμό της εποχής και την ακαταμάχητη θέληση του ανθρώπου για επιβίωση.
Μέσα από τα λόγια του ήρωα Μανώλη Αξιώτη και τις περιγραφές του έργου, αναδεικνύονται η τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής και η σκληρή ανθρώπινη φύση. “Το μίσος και η αγριίλα του πολέμου σταθήκανε πιο δυνατά από την αγάπη. Οι αγνές καρδιές μείνανε σαν ξεχασμένες παντιέρες σ’ εχθρικό έδαφος.”
– “Κίρκη είναι ο πόλεμος.”
– “Άπλωσα τα μπράτσα μου, την αγκάλιασα, γύρεψα τα χείλια της, και τότε νιώσαμε πως ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Ένιωθα σαν το φρούτο που γούρμασε. Ήθελα να παίζουν όργανα και να χορέψω, να πω λόγια που άλλοτες δεν περνούσαν απ’ το λογισμό μου. Όμορφη που είναι η νιότη σαν έχεις αγάπη!”
“- Κλαις. Γιατί;
– Γιατί σ’ αγαπώ πολύ. Δεν ξέρω πώς να σ’ το πω…
– Όπως το λες είναι όμορφα…”
“Μουρμούριζε ένα ποίημά του, που το δούλευε κανά δυό μέρες. “Λέει ο ήλιος στη γη”:
Άμυαλη που στροβιλίζεσαι στο άπειρο
παιδιαρίζεις ακόμα – το ξέρεις;
Παίζεις με τη φωτιά…”
“Άμα ξυπνήσεις εσύ, τότε θα ‘ρτει η άνοιξη…”
“Η λευτεριά κοστίζει ακριβά, είπα. Όταν πολεμάς για δαύτη, η φρονιμάδα είναι χασούρα. Ξέρεις τι λένε στο χωριό μου; “Ως να σκεφτεί ο γνωστικός ο τρελός πάει και έρχεται”.”
“Το στέρνο της στενό, ολοκόκκαλο, απορούσες πώς χώραγε τόση καρδιά!”
“Η καρδιά τ’ ανθρώπου σταματάει στα μικρά και συνηθίζει στα μεγάλα.”
“Όταν ήμουνα πολύ μικρός και πήγαινα με τη μάνα μου στην εκκλησιά σκιαζόμουνα να βλέπω ζωγραφισμένο στον τρούλο το πελώριο μάτι του Θεού. Τώρα ήθελα να γίνω ένα τέτοιο μάτι, να τα δω όλα μονομερίς. Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί, να ακουμπήσω στον κόρφο τούτης της πολιτείας, να ακούσω την καρδιά της.”

Ο Στράτης Μυριβήλης στο έργο του Η Ζωή εν Τάφω και αργότερα στο Παναγιά η Γοργόνα, αποτύπωσε τη φρίκη του πολέμου και την προσπάθεια των προσφύγων να ριζώσουν στη νέα τους πατρίδα, τη Λέσβο.
Είναι ένα λυρικό έργο γεμάτο θαλασσινή αύρα και λαογραφική δύναμη, το οποίο αποτυπώνει με ευαισθησία τις ανθρώπινες σχέσεις, το τοπίο του Αιγαίου και το δράμα του ξεριζωμού της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το βιβλίο περιέχει βαθιές φιλοσοφικές παρατηρήσεις για τη ζωή και τη μοίρα, συνδέοντας την καθημερινότητα των ψαράδων με τη μυθολογία και την παράδοση.
Η “Παναγιά η γοργόνα” (1949) αρχίζει κάπως μεταφυσικά.
Ένας περίεργος καπετάνιος φτάνει μια μέρα στην Συκαμιά Λέσβου, κανείς δεν γνωρίζει από που κρατά η σκούφια του και ούτε θα μάθει ποτέ. Ο εν λέγω καπετάνιος, Ηλίας ο Δεδές αγιογραφεί μια περίεργη εικόνα της Θεοτόκου για το ξωκλήσι λοιπόν της Παναγιάς στην Συκαμιά, μισή γυναίκα και μισή γοργόνα και μετά εξαφανίζεται. Μόνη ανάμνηση από αυτόν για να ΄χουν να θυμούνται οι νησιώτες, τα περίεργα λόγια του και η παράξενη εικόνα που αφήνει πίσω του στα Ράχτα, δηλαδή το μέρος που θεωρείτε, πως πάτησε η παναγία κατά την επίσκεψη της στο νησί…

Μετά από λίγο αρχίζει η καταστροφή της Σμύρνης και πολλοί Έλληνες της Ανατολής έρχονται στην Μυτιλήνη, ξεριζωμένοι από τις πατρογονικές εστίες τους, μαζί με αυτούς και ο Βαρούχος, ένας ψαράς με την γυναίκα του, την Νερατζή, οι οποίοι έχουν ένα κοριτσάκι που θα τους πεθάνει από πνευμονία στα μικράτα του.
Μια μέρα ο Βαρούχος πηγαίνοντας προς την Χώρα να μιλήσει στον Δεσπότη, θα βρει στην βάρκα του ένα πεντάμορφο, ξανθό μωρό και άκληρος όπως είναι με την γυναίκα του θα υιοθετήσουν το κοριτσάκι, την Σμαραγδή και θα’ ρθει χαρά στο σπίτι ξανά. Το κοριτσάκι αυτό καθώς μεγαλώνει γίνεται μια πεντάμορφη, ξανθιά πρασινομάτα, κοπέλα που ασκεί γοητεία σε κάθε αρσενικό αλλά και την ζήλια κάθε θηλυκού! Η θειά-η Περμαχούλα, σχεδόν 100χρονίτισσα μόνο γνωρίζει πως το κορίτσι αυτό είναι από άλλον κόσμο και πως δεν είναι γέννημα ανθρώπου η τόση ομορφιά και χάρη αλλά σιωπά καρτερικά… μόνο παρατηρεί τα στοιχεία… και τους μύθους γύρω από τις γοργόνες και συνδυάζει καταστάσεις. Όλοι οι άνδρες του νησιού καίγονται για την καλόκαρδη και νεραϊδένια Σμαραγδή.

Ο Ηλίας Βενέζης με το αυτοβιογραφικό Νούμερο 31328, κατέγραψε τις εφιαλτικές εμπειρίες του από τα τουρκικά τάγματα εργασίας, ενώ στα Αιολική Γη και Γαλήνη μίλησε για τον χαμένο παράδεισο της Μικράς Ασίας και το δράμα της αποκατάστασης των προσφύγων.
Το Νούμερο 31328 (υπότιτλος Το βιβλίο της σκλαβιάς) αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα του λογοτέχνη, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1924 σε συνέχειες –αλλά όχι ολοκληρωμένο– από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο του 1924, ως επιφυλλίδα στην εφημερίδα της Μυτιλήνης Καμπάνα, την οποία εξέδιδε και διεύθυνε ο Στράτης Μυριβήλης, και αφορά την εμπειρία του συγγραφέα από την αιχμαλωσία του και την σκλαβιά στα εργατικά τάγματα της Τουρκίας, αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Το βιβλίο το αφιέρωσε ο συγγραφέας στη μητέρα του «και σε όλες τις τυραγνισμένες μητέρες του κόσμου».
Το έργο κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1931, αφού ο συγγραφέας το επεξεργάστηκε ξανά, γνωρίζοντας την καταξίωση από το κοινό και τους κριτικούς.

Ο Κοσμάς Πολίτης στο μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου αναβιώνει με νοσταλγία και λυρισμό την κοσμοπολίτικη, καθημερινή ζωή σε μια λαϊκή συνοικία της Σμύρνης λίγο πριν από την καταστροφή. Το μυθιστόρημα που εκδόθηκε το 1962-1963 έχει ως πρωταγωνιστή την ίδια τη Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα και τη ζωή στη λαϊκή συνοικία του Χατζηφράγκου.
Ο συγγραφέας ζωντανεύει ξανά τις μνήμες και την αθωότητα της παιδικής του ηλικίας, παρουσιάζοντας καθημερινούς ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, όπως Ρωμιούς, Τούρκους, Εβραίους, Ευρωπαίους, που ζουν ειρηνικά, ενώ παράλληλα προδιαγράφεται η μεγάλη εθνική τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής
Το μυθιστόρημα Στου Χατζηφράγκου (1963) του Κοσμά Πολίτη με υπότιτλο «Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας» αναπλάθει την πολυάνθρωπη και ζωντανή Σμύρνη των αρχών του 20ού αιώνα μέσα από τις παιδικές μνήμες και τη νοσταλγία. Παρακάτω δημοσιεύουμε χαρακτηριστικές Φράσεις και Απόψεις του:
«Λοιπόν, εκείνο το δειλινό που πρωτοβγήκε ο Τζώνης, στεκότανε και κοίταζε συλλογισμένος το στρώσιμο του σοκακιού, ακόμα πιο αχαμνός και πιο λελέκι.»
Η εισαγωγή αυτή αποτυπώνει την τρυφερότητα με την οποία ο συγγραφέας προσεγγίζει τους μικρούς ήρωες της λαϊκής συνοικίας, οι οποίοι διατηρούν μια καθαρή επαφή με τον κόσμο.

Ο νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης γεννημένος στη Σμύρνη, κουβαλούσε πάντα μέσα στην ποίησή του το βιωματικό βάρος της απώλειας της γενέθλιας γης.
O Γιώργος Σεφέρης αποτύπωσε την απώλεια της γενέτειράς του κυρίως μέσα από το συγκλονιστικό προλογικό απόσπασμα «Το σπίτι κοντά στη θάλασσα» (μέρος του συνθέματός του Κίχλη), το οποίο γράφτηκε το 1941.Το ποίημα και η μνήμη «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν…»: Με αυτούς τους στίχους ξεκινά η ελεγεία του για το πατρικό του σπίτι στη Σμύρνη και τον χαμένο μικρασιατικό κόσμο. Τα «δύσκολα χρόνια»: Περιγράφει την εποχή της καταστροφής ως χρόνια δίσεχτα με πολέμους, χαλασμούς και ξενιτεμούς, όπου οι άνθρωποι χάθηκαν ή ξεριζώθηκαν. Στη σιωπή της μνήμης ο ποιητής δηλώνει ανήμπορος να ακούσει χαρούμενα αηδόνια ή αμέριμνα τραγούδια της φύσης, καθώς η σκέψη του είναι σημαδεμένη από τη βίαιη ανατροπή της ζωής του.
Ο ίδιος δεν βρισκόταν στη Σμύρνη τον Σεπτέμβριο του 1922 (ήταν στο Παρίσι), όμως ο ξεριζωμός υπήρξε γι’ αυτόν μια βαθύτατα προσωπική και εθνική τομή.
Το πατρικό σπίτι στην προκυμαία της Σμύρνης παρέμεινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής που εξαφανίστηκε οριστικά στις φλόγες. «Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν…»: Με αυτούς τους στίχους ξεκινά η ελεγεία του για το πατρικό του σπίτι στη Σμύρνη και τον χαμένο μικρασιατικό κόσμο.
Ο Σεφέρης περιγράφει την εποχή της καταστροφής ως χρόνια δίσεχτα με πολέμους, χαλασμούς και ξενιτεμούς, όπου οι άνθρωποι χάθηκαν ή ξεριζώθηκαν.
Ο ποιητής δηλώνει ανήμπορος να ακούσει χαρούμενα αηδόνια ή αμέριμνα τραγούδια της φύσης, καθώς η σκέψη του είναι σημαδεμένη από τη βίαιη ανατροπή της ζωής του. Ο ίδιος δεν βρισκόταν στη Σμύρνη τον Σεπτέμβριο του 1922 (ήταν στο Παρίσι), όμως ο ξεριζωμός υπήρξε γι’ αυτόν μια βαθύτατα προσωπική και εθνική τομή.

Η καρτ ποστάλ που επιβεβαιώνει τη θέση της οικίας Σεφεριάδη. Το μεγάλο μπαλκόνι που «κοιτούσε τη θάλασσα» διακρίνεται ανάμεσα στο γαλλικό προξενείο και στην μπιραρία «Αλάμπρα».
Η Μικρασιατική Καταστροφή επηρέασε γενικότερα την ποίησή του. Ο Γιώργος Σεφέρης, που τιμήθηκε για το έργο του, με το Βραβείο Νόμπελ το 1971, γεννήθηκε στη Σμύρνη και συγκεκριμένα στη Σκάλα του Βουρλά.
«Η Μικρασιατική Καταστροφή», όπως αναφέρεται, «δεν υπήρξε για τον Γιώργο Σεφέρη απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά το καθοριστικό υπαρξιακό και καλλιτεχνικό τραύμα που διαμόρφωσε ολόκληρη την ποιητική του ταυτότητα. Η απώλεια της Σμύρνης μεταμόρφωσε το έργο του, απομακρύνοντάς το από τον παραδοσιακό ρομαντισμό και στρέφοντάς το προς μια βαθιά, ελεγειακή ανατομία της ανθρώπινης μοίρας. Το αίσθημα της καθολικής απώλειας και του ξεριζωμού. Η ποίηση του Σεφέρη διαπνέεται από ένα μόνιμο ψυχικό κλίμα ματαίωσης, ερείπωσης και καταποντισμού. Η κατάρρευση του μικρασιατικού ελληνισμού βιώνεται ως το τέλος μιας ολόκληρης εποχής ασφάλειας. Οι ήρωές του είναι συχνά περιπλανώμενοι, εξόριστοι ή ναυαγοί που κουβαλούν το βάρος μιας χαμένης πατρίδας, ακόμα και όταν αυτή δεν κατονομάζεται ρητά.
Στη «Μυθική Μέθοδο» στο Μυθιστόρημα (1935) ο Σεφέρης χρησιμοποιεί την αρχαία ελληνική μυθολογία (κυρίως την Οδύσσεια) για να μιλήσει για το σύγχρονο δράμα του 1922.Οι σύντροφοι του Οδυσσέα γίνονται οι σύγχρονοι πρόσφυγες και στρατιώτες, χαμένοι και εξουθενωμένοι.
Η αναζήτηση της Ιθάκης μετατρέπεται σε έναν αέναο, πικρό νόστο για μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια.
Ο Σεφέρης αντιμετωπίζει την Ιστορία με μια τραγική, απογυμνωμένη ματιά. Τα αρχαία μάρμαρα στα ποιήματά του δεν είναι πηγή εθνικής υπερηφάνειας, αλλά «θραύσματα» και «βάρη» που πλακώνουν τους ώμους των σύγχρονων Ελλήνων, υπενθυμίζοντας το χάσμα ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν και τη ζοφερή πραγματικότητα.»
Η έννοια του «Σπιτιού» ως χαμένου παραδείσου είναι ο μοναδικός τόπος που μπορεί να ονομάσει πατρίδα. Η απώλεια του πατρικού του σπιτιού στη Σκάλα του Βουρλά μετατρέπεται σε σύμβολο για τα σπίτια όλων των προσφύγων. Σημειώνει χαρακτηριστικά στην Κίχλη:
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε / να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα• πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί…»
Συνολικά, η Μικρασιατική Καταστροφή στέρησε από τον Σεφέρη τη γεωγραφική του πατρίδα, αλλά τον ανάγκασε να δημιουργήσει μια νέα πατρίδα μέσα από τη γλώσσα και τη μνήμη, καθιστώντας τον τον κατεξοχήν ποιητή της ελληνικής απώλειας.
Οι δικοί του επέστρεψαν για λίγο στα χρόνια που ήταν οι Έλληνες στην Σμύρνη (1919-1922), όμως το σπίτι είχε πια πωληθεί. Αν και κανείς τους δεν έζησε από κοντά την Καταστροφή του ’22 και τη φωτιά που το κατέκαψε, βίωσαν την κατοπινή ανέχεια, εξαιτίας της απώλειας της περιουσίας τους.
Επέστρεψε και ο ποιητής στα χώματα της παιδικής του ηλικίας την 1 Ιουλίου 1950 και αναρωτήθηκε : «Θεέ μου, τι πάω να κάνω σε αυτή την άγνωστη τώρα πολιτεία…»

Ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο 23χρονος τότε Αμερικανός δημοσιογράφος και μετέπειτα νομπελίστας συγγραφέας κάλυψε ως ανταποκριτής την πτώση της Σμύρνης. Η αλήθεια είναι ότι ο Χέμινγουεϊ ουδέποτε βρέθηκε στη Σμύρνη εκείνες τις δραματικές μέρες και ώρες. Έγραψε όμως γι’ αυτή στα βιβλία του ως διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος. Ως δημοσιογράφος προσπάθησε να βρεθεί εκεί, δεν τα κατάφερε, κατάφερε όμως να φτάσει έως την Αδριανούπολη, όπου έζησε και κατέγραψε μοναδικά το δράμα των Ελλήνων προσφύγων και του εξαθλιωμένου, ηττημένου ελληνικού στρατού, καθώς επίσης να συνομιλήσει με αυτόπτες μάρτυρες της καταστροφής της Σμύρνης.
Αργότερα, σε βιβλία του όπως τη συλλογή διηγημάτων Στην εποχή μας και στη νουβέλα Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο (στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Καστανιώτη), δραματοποίησε μερικά από εκείνα τα γεγονότα που σφράγισαν την ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού, και ίσως εδώ να βρίσκεται η αιτία της παρεξήγησης αυτής. Πρόκειται όμως για μυθοπλασία, για ως λογοτεχνική αφήγηση, όχι για πολεμική, δημοσιογραφική ανταπόκριση.
- Πηγές : Τράπεζα της Ελλάδος.
- Βιβλιογραφίες και αναλύσεις από τα έργα των Ελλήνων λογοτεχνών
- Ένωση Βουρλιωτών Μικράς Ασίας.
- Εφημερίδα «Καθημερινή»
