- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Υπάρχουν ζητήματα στα οποία μια δημοκρατία θα έπρεπε να μπορεί να αναζητεί συναινέσεις πέρα από τις συνηθισμένες κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Η προστασία των παιδιών στο ψηφιακό περιβάλλον είναι ασφαλώς ένα από αυτά. Δεν ανήκει ιδεολογικά σε καμία παράταξη και δεν προσφέρεται για εύκολες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε δήθεν υπερασπιστές της ελευθερίας και δήθεν οπαδούς των απαγορεύσεων.
Η ελληνική Βουλή ενέκρινε το νομοσχέδιο για την απαγόρευση χρήσης υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους κάτω των 15 ετών, με έναρξη εφαρμογής την 1η Ιανουαρίου 2027. Χρειάζεται, ωστόσο, μια ουσιώδης διευκρίνιση: δεν καταψήφισε σύσσωμη η αντιπολίτευση. Υπέρ της αρχής του νομοσχεδίου τάχθηκε μόνο η Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ δήλωσε «παρών», ενώ ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση, Νίκη και Πλεύση Ελευθερίας καταψήφισαν. Η μη υπερψήφιση και η καταψήφιση έχουν διαφορετικό κοινοβουλευτικό περιεχόμενο.
Αυτή η διόρθωση δεν αναιρεί το βασικό πολιτικό ερώτημα: γιατί μια πρωτοβουλία με τόσο σημαντικό κοινωνικό σκοπό δεν εξασφάλισε ευρύτερη υποστήριξη;
Η κυβέρνηση δικαιούται να πιστωθεί ότι ανέλαβε συγκεκριμένη νομοθετική δράση. Η ρύθμιση αποτελεί εθνική πρωτοβουλία και δεν παρουσιάστηκε ως υποχρεωτική μεταφορά κάποιας ευρωπαϊκής οδηγίας. Σύμφωνα με την κυβερνητική παρουσίαση, η ευθύνη επαλήθευσης της ηλικίας ανατίθεται στις πλατφόρμες, ενώ εργαλεία όπως το Kids Wallet προορίζονται να πιστοποιούν αν ο χρήστης υπερβαίνει το ηλικιακό όριο, χωρίς να γνωστοποιούν την πλήρη ταυτότητα ή την ημερομηνία γέννησής του. Πρόκειται για κρίσιμες δεσμεύσεις, που πρέπει να επιβεβαιωθούν και στην εφαρμογή.
Η λογική της παρέμβασης είναι εύλογη: η προστασία ενός παιδιού δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από την αντοχή των γονέων απέναντι σε τεχνολογικές επιχειρήσεις με τεράστιους πόρους. Ένα κοινό ηλικιακό όριο μπορεί να ενισχύσει και την οικογένεια, περιορίζοντας την πίεση του επιχειρήματος «όλοι οι συμμαθητές μου έχουν λογαριασμό». Υπό αυτή την έννοια, η κρατική παρέμβαση αποτελεί θεμιτή άσκηση ευθύνης.
Η Ελλάδα, άλλωστε, δεν κινείται σε διεθνές κενό. Στην Αυστραλία, από τις 10 Δεκεμβρίου 2025, οι πλατφόρμες που υπάγονται στη σχετική νομοθεσία οφείλουν να λαμβάνουν εύλογα μέτρα ώστε οι κάτω των 16 ετών να μη δημιουργούν ή διατηρούν λογαριασμούς. Χρειάζεται εδώ ακρίβεια: το αυστραλιανό μέτρο αφορά λογαριασμούς σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, όχι μια γενική απαγόρευση του διαδικτύου.
Παράλληλες πρωτοβουλίες και συζητήσεις έχουν αναπτυχθεί στη Γαλλία, στην Ισπανία, στη Δανία και αλλού, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι χώρες έχουν θεσπίσει ή εφαρμόζουν το ίδιο καθεστώς. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Σεπτέμβριο του 2026 πρόταση για το EU KIDS Act, με διαβαθμισμένη πρόσβαση: αποκλεισμό από υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης κάτω των 13 ετών και περιορισμένους, γονικά διαχειριζόμενους λογαριασμούς από τα 13 έως πριν από τα 15. Πρόκειται για πρόταση προς διαπραγμάτευση, όχι για ήδη ισχύοντα ευρωπαϊκό νόμο.
Επομένως, η ανάγκη προστασίας συγκεντρώνει ευρύτερη αναγνώριση· η διαφωνία αφορά και τον τρόπο.
Αυτό έχει σημασία για την αποτίμηση της αντιπολίτευσης. Το ΠΑΣΟΚ υποστήριξε διαφορετική ρύθμιση, με απαγόρευση κάτω των 13 ετών και περιορισμένη, γονικά εποπτευόμενη πρόσβαση στις ηλικίες 13–14. Μπορεί κανείς να θεωρεί την πρόταση ανεπαρκή ή δυσκολότερη στην εφαρμογή, αλλά δεν είναι ακριβές να την εξισώνει με απόρριψη κάθε προστατευτικού μέτρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ έθεσε ζητήματα τεκμηρίωσης της επιλεγμένης λύσης, επαλήθευσης της ηλικίας και προστασίας δεδομένων, ενώ το ΚΚΕ εστίασε στο επιχειρηματικό μοντέλο των πλατφορμών και στους κινδύνους ψηφιακής καταγραφής.
Οι ενστάσεις αυτές πρέπει να κρίνονται ως προς την ουσία τους. Δεν αποδεικνύουν αυτομάτως ότι η κυβερνητική επιλογή είναι λανθασμένη. Ούτε, όμως, η αρνητική ψήφος αποδεικνύει από μόνη της αντικυβερνητικό μένος. Τα κίνητρα δεν τεκμηριώνονται μόνο από το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας.
Υπάρχει, πάντως, ένα δίκαιο κριτήριο αυστηρής πολιτικής κριτικής: η αντιπολίτευση οφείλει να αναγνωρίζει μια θετική πρωτοβουλία ακόμη και όταν προέρχεται από τον αντίπαλό της. Μπορεί να υποστηρίζει την αρχή μιας παρέμβασης, να ζητεί αλλαγές και να ελέγχει την εφαρμογή της. Αν κάθε κυβερνητική απόφαση αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως επικοινωνιακό τέχνασμα, η κριτική χάνει την πειστικότητά της. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση οφείλει να απαντά στις συγκεκριμένες αντιρρήσεις και να εξετάζει βελτιώσεις.
Η τελική δοκιμασία του μέτρου θα είναι πρακτική. Θα λειτουργούν οι έλεγχοι ηλικίας; Θα προστατεύεται η ιδιωτικότητα; Θα περιορίζεται η παράκαμψη ή θα μετακινούνται τα παιδιά σε λιγότερο ελεγχόμενες υπηρεσίες; Θα υπάρχουν δημοσιευμένα αποτελέσματα και ανεξάρτητη αξιολόγηση;
Ένα ηλικιακό όριο χρειάζεται επίσης να συνοδεύεται από ψηφιακή παιδεία, υποστήριξη των γονέων και απαιτήσεις ασφαλούς σχεδιασμού των υπηρεσιών. Η συμπλήρωση του 15ου έτους δεν εξαφανίζει τους κινδύνους ούτε απαλλάσσει τις εταιρείες από την ευθύνη τους απέναντι στους μεγαλύτερους εφήβους.
Η συγκεκριμένη κυβερνητική πρωτοβουλία αξίζει θετική αποτίμηση ως έμπρακτη ανάληψη ευθύνης για ένα σοβαρό πρόβλημα. Η απουσία ευρύτερης συναίνεσης δικαιολογεί προβληματισμό. Η προστασία των παιδιών, όμως, θα κριθεί από την ποιότητα και τα αποτελέσματα της πολιτικής – και από την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να τη βελτιώνει, ακόμη και όταν αυτό απαιτεί να αναγνωρίσει ότι ο αντίπαλος έκανε κάτι σωστό.
