Πολιτική αντιπαράθεση ή παράλληλοι μονόλογοι;

Όταν η άρνηση προηγείται της ακρόασης και η συμφωνία θεωρείται ήττα, ο δημόσιος διάλογος χάνει την ουσία του και η δημοκρατία δυσκολεύεται να διορθώσει τα λάθη της.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Στην πολιτική ζωή οι λέξεις περισσεύουν. Δηλώσεις, συνεντεύξεις, κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις, τηλεοπτικές συζητήσεις και αναρτήσεις δημιουργούν την εντύπωση μιας αδιάκοπης δημόσιας συνομιλίας. Ωστόσο, η αφθονία του λόγου δεν εγγυάται την ύπαρξη διαλόγου. Συχνά οι απαντήσεις μοιάζουν έτοιμες πριν ολοκληρωθούν οι ερωτήσεις, ενώ τα επιχειρήματα του συνομιλητή χρησιμεύουν απλώς ως αφορμή για να επαναληφθούν προαποφασισμένες θέσεις.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο χώρο αφήνει κάθε πολιτική δύναμη στο ενδεχόμενο να έχει ο αντίπαλός της δίκιο. Εάν αυτή η δυνατότητα έχει αποκλειστεί εκ των προτέρων, η αντιπαράθεση μετατρέπεται σε συνάντηση παράλληλων μονολόγων. Οι συμμετέχοντες απευθύνονται κυρίως στους υποστηρικτές τους, επιδιώκοντας να επιβεβαιώσουν υπάρχουσες πεποιθήσεις και να συντηρήσουν τις διαχωριστικές γραμμές.

Η συμπεριφορά αυτή έχει μια κατανοητή, αλλά επιζήμια πολιτική λογική. Τα κόμματα διεκδικούν εξουσία, επιρροή και εκλογική υποστήριξη. Θέλουν να αποδεικνύουν ότι διαθέτουν καλύτερες λύσεις και μεγαλύτερη αξιοπιστία. Η δυσκολία αρχίζει όταν αυτή η επιδίωξη καταλήγει στην πεποίθηση ότι οποιαδήποτε αναγνώριση του αντιπάλου αποδυναμώνει τη δική τους θέση. Τότε μια χρήσιμη πρόταση μπορεί να απορριφθεί εξαιτίας της προέλευσής της, ενώ ένα εμφανές λάθος μπορεί να υποστηριχθεί επειδή προέρχεται από τη «δική μας πλευρά».

Έτσι, το περιεχόμενο υποχωρεί μπροστά στην κομματική ταυτότητα. Αντί να εξετάζεται αν ένα μέτρο είναι αποτελεσματικό, δίκαιο και εφαρμόσιμο, προέχει ποιος θα πιστωθεί την επιτυχία του. Αντί να αναζητείται η διόρθωση μιας αποτυχίας, η συζήτηση εξαντλείται στο ποιος θα επιβαρυνθεί με το πολιτικό κόστος. Η κοινωνία, όμως, χρειάζεται αποφάσεις που λειτουργούν και θεσμούς που μπορούν να αναγνωρίζουν και να διορθώνουν τις αστοχίες τους.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αυτοκριτική γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Ο πολιτικός που αναθεωρεί κινδυνεύει να κατηγορηθεί για ασυνέπεια. Εκείνος που αναγνωρίζει ένα βάσιμο επιχείρημα του αντιπάλου μπορεί να αντιμετωπίσει δυσπιστία ακόμη και μέσα στον δικό του χώρο. Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο: η ακαμψία παρουσιάζεται ως σταθερότητα, ενώ η προθυμία αναθεώρησης εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Κι όμως, τόσο η ευθύνη της διακυβέρνησης όσο και η σοβαρότητα της αντιπολίτευσης απαιτούν την ικανότητα προσαρμογής στα πραγματικά δεδομένα.

Το επικοινωνιακό περιβάλλον μπορεί να ενισχύει αυτή την τάση. Μια αιχμηρή επίθεση προσφέρεται για σύντομο απόσπασμα, τίτλο και αναπαραγωγή. Μια σύνθετη τοποθέτηση, που αναγνωρίζει οφέλη και αδυναμίες, απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσοχή. Ενδεικτικά, μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2021 στο επιστημονικό περιοδικό PNAS, εξετάζοντας περίπου 2,7 εκατομμύρια αναρτήσεις αμερικανικών μέσων ενημέρωσης και μελών του Κογκρέσου, διαπίστωσε ότι οι αναρτήσεις που αναφέρονταν στην αντίπαλη πολιτική ομάδα κοινοποιούνταν περίπου δύο φορές συχνότερα από εκείνες που αναφέρονταν στην οικεία ομάδα. Το εύρημα αφορά συγκεκριμένο αμερικανικό δείγμα· αναδεικνύει, ωστόσο, ένα επικοινωνιακό κίνητρο: η αντιπαλότητα μπορεί να ανταμείβεται με μεγαλύτερη προβολή.

Η επιτυχία στην επικοινωνία δεν ταυτίζεται με τη χρησιμότητα για τον πολίτη. Ένα εντυπωσιακό λεκτικό χτύπημα μπορεί να αφήσει αναπάντητο το βασικό ερώτημα: τι ακριβώς προτείνεται, με ποιο κόστος και με ποιες συνέπειες; Όταν η πολιτική συζήτηση αξιολογείται κυρίως με όρους νικητή και ηττημένου, η τεκμηρίωση γίνεται δευτερεύουσα. Το ακροατήριο θυμάται ποιος επιτέθηκε αποτελεσματικότερα, χωρίς κατ’ ανάγκην να έχει καταλάβει ποια λύση είναι καλύτερη.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, ο ειλικρινής διάλογος παραμένει απαραίτητος. Χρειάζεται, όμως, να προσδιορίσουμε τις προϋποθέσεις του. Η ειλικρίνεια μόνη της δεν αρκεί για να προκύψει η αλήθεια: κάποιος μπορεί να υποστηρίζει με απόλυτη πεποίθηση έναν ανακριβή ισχυρισμό. Απαιτούνται στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν, διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην ερμηνεία του, καθώς και προθυμία διόρθωσης. Χρειάζεται επίσης να εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια σε όλους. Ένα στοιχείο δεν γίνεται αξιόπιστο ή αναξιόπιστο ανάλογα με το ποιον εξυπηρετεί.

Η αλήθεια, άλλωστε, δεν βρίσκεται υποχρεωτικά στη μέση δύο αντίθετων τοποθετήσεων. Αν η μία πλευρά παρουσιάζει τεκμηριωμένα δεδομένα και η άλλη αναπαράγει ανακρίβειες, η ίση απόσταση παραμορφώνει την πραγματικότητα. Ο διάλογος απαιτεί δίκαιη ακρόαση και αυστηρή αξιολόγηση. Ο σεβασμός προς τον συνομιλητή δεν συνεπάγεται αποδοχή όσων ισχυρίζεται.

Παράλληλα, πολλές πολιτικές διαφορές αφορούν αξίες, κοινωνικά συμφέροντα και προτεραιότητες. Δύο πολιτικές δυνάμεις μπορούν να συμφωνούν για το κόστος ενός μέτρου και να διαφωνούν για το ποιος πρέπει να το επωμιστεί. Μπορούν να αναγνωρίζουν το ίδιο κοινωνικό πρόβλημα και να προτείνουν διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισής του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο διάλογος επιτρέπει να γίνουν καθαρότερες οι επιλογές και οι συνέπειές τους. Δεν χρειάζεται να καταλήγει πάντοτε σε συμφωνία για να είναι γόνιμος.

Γι’ αυτό η συναίνεση δεν μπορεί να αποτελεί απαίτηση άνευ όρων. Η αντιπολίτευση οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, να αναδεικνύει αστοχίες και να απορρίπτει επιζήμιες αποφάσεις, εξηγώντας συγκεκριμένα τις αντιρρήσεις της. Η κυβέρνηση έχει αυξημένη ευθύνη να παρέχει πληροφόρηση, να αιτιολογεί τις επιλογές της και να εξετάζει βάσιμες προτάσεις διόρθωσης. Οι ευθύνες πρέπει να αποδίδονται βάσει πράξεων και αρμοδιοτήτων. Η γενική καταγγελία ότι «όλοι το ίδιο κάνουν» συσκοτίζει τις διαφορές και αποδυναμώνει τον ουσιαστικό έλεγχο.

Ευθύνη έχει και το κοινό. Όταν επιβραβεύουμε την προσβολή επειδή στρέφεται εναντίον κάποιου που αντιπαθούμε, ενθαρρύνουμε τη συνέχισή της. Όταν αντιμετωπίζουμε κάθε επιμέρους συμφωνία ως ύποπτη συναλλαγή, αυξάνουμε το πολιτικό κόστος της συνεννόησης. Η απαίτηση για καλύτερο δημόσιο λόγο αποκτά περιεχόμενο όταν ζητούμε συγκεκριμένες απαντήσεις και κρίνουμε με την ίδια αυστηρότητα εκείνους που υποστηρίζουμε.

Υπάρχει, τελικά, ένα αποκαλυπτικό κριτήριο: τι θα μπορούσε να κάνει έναν συνομιλητή να αλλάξει γνώμη; Αν κανένα νέο στοιχείο, κανένα βάσιμο αντεπιχείρημα και καμία καλύτερη πρόταση δεν μπορούν να μετακινήσουν τη θέση του, η συζήτηση έχει χάσει τη δυνατότητα να παράγει γνώση.

Η δημοκρατία χρειάζεται ισχυρές διαφωνίες, επειδή οι κοινωνίες έχουν πραγματικές διαφορές. Χρειάζεται όμως και την ελευθερία μιας απλής παραδοχής: «Σε αυτό έχεις δίκιο». Όταν αυτή η φράση μπορεί να ειπωθεί χωρίς να θεωρηθεί συνθηκολόγηση, υπάρχει ακόμη χώρος για πολιτικό διάλογο – και για αποφάσεις καλύτερες από τις αρχικές βεβαιότητες εκείνων που τις λαμβάνουν.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή