- Γράφει ο Κώστας Πολίτης
Το ουσιαστικό ερώτημα για το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι πράγματι τι ακολουθεί μετά τη διαπίστωση ότι παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Η απάντηση πρέπει να διατυπωθεί καθαρά: η Ελλάδα δεν διαθέτει έναν μονομερή μηχανισμό με τον οποίο μπορεί να διαγράψει μια συμφωνία που υπέγραψαν δύο άλλα κράτη. Μπορεί, όμως, να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της, να εμποδίσει την εφαρμογή της εις βάρος της και να επιδιώξει τις προϋποθέσεις για την εγκατάλειψη ή την αντικατάστασή της.
Αυτοί οι στόχοι συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Η διάκρισή τους είναι απαραίτητη για να αξιολογείται η εξωτερική πολιτική με πραγματικά αποτελέσματα.
Υπάρχει, επίσης, μια πρόσφατη εξέλιξη που αλλάζει την αφετηρία της συζήτησης. Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε το μνημόνιο, ανατρέποντας την προηγούμενη απόρριψή του. Την επομένη, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε ότι αυτό παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη. Η εξέλιξη δείχνει ότι η προσδοκία μιας μόνιμης αντίστασης της ανατολικής Λιβύης στην τουρκική συμφωνία δεν μπορεί πλέον να αποτελεί ασφαλή βάση στρατηγικής.
Τι σημαίνει «να ακυρωθεί»
Στον δημόσιο διάλογο η λέξη «ακύρωση» καλύπτει διαφορετικά ενδεχόμενα:
Επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι να καταργηθεί η συμφωνία μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, αλλά στην προκειμένη περίπτωση απαιτείται συμφωνημένη κατάργηση ή άλλον νόμιμο λόγο τερματισμού. Εάν ζητείται να κριθούν δικαστικά η ισχύς ή οι συνέπειές της, χρειάζεται αρμόδιο δικαστήριο με θεμελιωμένη δικαιοδοσία. Εμείς θέλουμε να μη θίγονται ελληνικά δικαιώματα και γι’αυτό είναι απαραίτητη σταθερή νομική αντίκρουση και αποτελεσματική προστασία τους. Τέλος, εάν επιδιώκουμε να εγκαταλειφθεί στην πράξη, τότε απαιτείται αλλαγή πολιτικών κινήτρων και αποτροπή εφαρμογής της
Η τρίτη και η τέταρτη επιδίωξη μπορούν να προχωρούν ακόμη και όταν η πρώτη παραμένει ανέφικτη. Ένα κείμενο μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει στα αρχεία, αλλά να αποτυγχάνει να μετατραπεί σε αποδεκτή και εφαρμόσιμη θαλάσσια τάξη.
Αντίστροφα, η ευρεία αμφισβήτηση της νομιμότητάς του δεν αποκλείει να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πίεσης.
Γιατί η ευρωπαϊκή καταδίκη δεν το εξαφανίζει
Η ΕΕ έχει πολιτικό και διπλωματικό βάρος, αλλά δεν αποτελεί δικαστήριο με εξουσία να καταργεί συμφωνίες τρίτων κρατών. Η θέση της ενισχύει την Ελλάδα και δυσκολεύει τη διεθνή αποδοχή του μνημονίου. Δεν δεσμεύει, όμως, αυτομάτως την Άγκυρα και τη λιβυκή πλευρά να το αποσύρουν.
Αντίστοιχα, η καταχώριση του μνημονίου στον ΟΗΕ δεν συνιστά πιστοποιητικό νομιμότητας. Η ίδια η Γραμματεία διευκρινίζει ότι η καταχώριση διεθνών συμφωνιών δεν περιλαμβάνει κρίση για τη νομική φύση ή την εγκυρότητά τους. Συνεπώς, ούτε η καταχώριση το νομιμοποιεί ούτε μια ελληνική διαμαρτυρία αρκεί για να το διαγράψει.
Η ελληνική επιχειρηματολογία έχει ουσιαστικό περιεχόμενο: η Τουρκία και η Λιβύη δεν μπορούν να διαθέσουν μεταξύ τους θαλάσσιες περιοχές παρακάμπτοντας δικαιώματα ελληνικών νησιών. Η Κρήτη διαθέτει δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Το ακριβές βάρος μιας νησιωτικής ακτής στην τελική οριοθέτηση αποτελεί διαφορετικό ζήτημα από την ύπαρξη του ίδιου του δικαιώματος. Το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας προβλέπει καταρχήν θαλάσσιες ζώνες για τα νησιά, με ειδική εξαίρεση για ορισμένους βράχους.
Ο πρώτος δρόμος: αλλαγή της λιβυκής στάσης
Μια ουσιαστική ανατροπή θα μπορούσε να ξεκινήσει από τη Λιβύη, εφόσον οι αρμόδιες αρχές της αποφάσιζαν να επιδιώξουν την κατάργηση ή την αντικατάσταση της συμφωνίας.
Ωστόσο, το «θα αλλάξει κυβέρνηση και θα το καταγγείλει» αποτελεί υπεραπλούστευση. Οι διεθνείς δεσμεύσεις αφορούν το κράτος και κατά κανόνα επιβιώνουν των κυβερνητικών αλλαγών. Το συγκεκριμένο μνημόνιο δεν περιλαμβάνει απλή ρήτρα ελεύθερης μονομερούς αποχώρησης. Μάλιστα, το άρθρο V εξαιρεί τα άρθρα για την οριοθετική γραμμή και τα παραρτήματα από την προβλεπόμενη διαδικασία αναθεώρησης. Αυτό δυσκολεύει την αναθεώρηση μέσω του ίδιου του κειμένου, χωρίς να αποκλείει μια νέα κοινή συμφωνία των δύο κρατών.
Επομένως, η ελληνική διπλωματία χρειάζεται να δημιουργήσει στη Λιβύη συμφέρον για διαφορετική διευθέτηση: σταθερές σχέσεις, οικονομική συνεργασία, ευρωπαϊκές προοπτικές και διαπραγμάτευση θαλάσσιων ορίων. Αυτή είναι πολιτική εκτίμηση για μια πιθανή στρατηγική, όχι περιγραφή εξασφαλισμένης λύσης.
Η πρόσφατη κοινοβουλευτική έγκριση κάνει αυτή την προσπάθεια δυσκολότερη. Δεν θεραπεύει τη βασική ένσταση για τα ελληνικά δικαιώματα, αλλά αποδυναμώνει πολιτικά την προσδοκία ότι οι εσωτερικές λιβυκές αντιθέσεις θα αρκούσαν για να ανατρέψουν το μνημόνιο.
Ο δεύτερος δρόμος: διεθνής δικαιοσύνη
Η προτροπή «να πάμε στη Χάγη» χρειάζεται να συνοδεύεται από απάντηση σε τρία ερωτήματα: ποιος προσφεύγει, εναντίον ποιου και με ποια βάση δικαιοδοσίας;
Το Διεθνές Δικαστήριο δεν αποκτά αρμοδιότητα απλώς επειδή ένα κράτος θεωρεί ότι έχει δίκιο. Απαιτείται συναίνεση των ενδιαφερόμενων κρατών, η οποία μπορεί να έχει δοθεί εκ των προτέρων ή να διατυπωθεί με ειδική συμφωνία.
Μια ελληνολιβυκή συμφωνία για δικαστική οριοθέτηση θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό δρόμο κατοχύρωσης δικαιωμάτων. Δεν θα ισοδυναμούσε, όμως, αυτομάτως με κατάργηση του τουρκολιβυκού μνημονίου ούτε θα επέτρεπε απεριόριστη κρίση για τουρκικά δικαιώματα χωρίς τουρκική συναίνεση. Η νομολογία προστατεύει τα κράτη από την εκδίκαση διαφορών στις οποίες η δική τους νομική θέση αποτελεί αναγκαίο αντικείμενο κρίσης χωρίς τη συναίνεσή τους.
Η δικαστική οδός παραμένει ουσιαστική επιλογή. Για να γίνει εφαρμόσιμη, χρειάζεται προηγουμένως διπλωματική εργασία και προσεκτικό προσδιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς.
Ο τρίτος δρόμος: οριοθετήσεις που κατοχυρώνουν ελληνικά δικαιώματα
Η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε συγκεκριμένη ενέργεια πέρα από τις καταγγελίες: στη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ με την Αίγυπτο, που υπογράφηκε στις 6 Αυγούστου 2020. Πρόκειται για διεθνή συμφωνία με καθορισμένη οριοθετική γραμμή, όχι για απλή πολιτική δήλωση.
Αυτή η συμφωνία ενισχύει τη θέση της Ελλάδας. Δεν καταργεί, όμως, αυτομάτως τη διαφορετική συμφωνία Τουρκίας και Λιβύης. Η αρχή ότι οι συνθήκες δεν δημιουργούν υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους λειτουργεί προς όλες τις κατευθύνσεις.
Η επιδίωξη περαιτέρω νόμιμων οριοθετήσεων έχει, επομένως, πρακτική αξία: περιορίζει τις εκκρεμότητες, κατοχυρώνει συμφωνημένα δικαιώματα και ενισχύει τις ελληνικές θέσεις. Δεν αποτελεί μηχανισμό αυτόματης εξαφάνισης αντίθετων διεκδικήσεων.
Ο τέταρτος δρόμος: να αυξηθεί το κόστος εφαρμογής
Η Τουρκία δύσκολα θα εγκαταλείψει το μνημόνιο μόνο επειδή επαναλαμβάνεται ο χαρακτηρισμός «παράνομο». Μια εύλογη στρατηγική εκτίμηση είναι ότι θα επανεξετάσει τη χρησιμότητά του εάν η εφαρμογή του αποδειχθεί πολιτικά και οικονομικά δαπανηρή ή εάν προκύψει μια ευρύτερη συμφωνία που να θεωρεί συμφέρουσα.
Η Ελλάδα μπορεί να επιδιώξει συγκεκριμένη σύνδεση της ευρωπαϊκής συνεργασίας με τον σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων, κοινές αντιδράσεις απέναντι σε απόπειρες εφαρμογής και σαφή ενημέρωση εταιρειών για τους νομικούς κινδύνους δραστηριοποίησης σε αμφισβητούμενες περιοχές.
Όλα αυτά απαιτούν συμμάχους και διαπραγμάτευση. Οι κυρώσεις ή οι ευρωπαϊκοί όροι δεν ενεργοποιούνται αυτομάτως με ελληνική απόφαση. Γι’ αυτό η επιτυχία πρέπει να μετριέται με τις δεσμεύσεις που εξασφαλίζονται και τις ενέργειες που αποτρέπονται.
Παράλληλα, χρειάζεται δυνατότητα προστασίας των ελληνικών δικαιωμάτων στη θάλασσα. Η αποτροπή αποκτά συγκεκριμένο νόημα όταν υπάρχει προετοιμασία για το ενδεχόμενο ερευνών ή γεωτρήσεων σε περιοχή ελληνικών δικαιωμάτων, με διπλωματικό συντονισμό, επιχειρησιακή ετοιμότητα και έλεγχο της κλιμάκωσης.
Τι οφείλει να εξηγεί η κυβέρνηση
Δεν είναι εύλογο να απαιτείται δημοσιοποίηση κάθε διαπραγματευτικής κίνησης. Είναι, όμως, απολύτως εύλογο να ζητείται σαφής δημόσια περιγραφή του στόχου και της μεθόδου.
Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγεί αν προτεραιότητά της είναι η συμφωνημένη εγκατάλειψη του μνημονίου, η οριοθέτηση με τη Λιβύη, η δικαστική διευθέτηση ή η αποτροπή εφαρμογής του – και πώς συνδυάζει αυτές τις επιδιώξεις. Οφείλει επίσης να αποτιμά τι αλλάζει όταν μια λιβυκή αρχή που προηγουμένως το απέρριπτε αποφασίζει να το εγκρίνει.
Η επανάληψη της ελληνικής νομικής θέσης είναι χρήσιμη, επειδή καταγράφει σταθερά την αντίθεση της χώρας. Δεν αρκεί ως απολογισμός στρατηγικής. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι το μνημόνιο εξακολουθεί να υπάρχει δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι κάθε ελληνική ενέργεια υπήρξε άκαρπη.
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει σήμερα εξασφαλισμένος, μονομερής δρόμος ακύρωσης. Υπάρχουν δρόμοι για την κατάργηση ή αντικατάστασή του υπό προϋποθέσεις και, στο μεταξύ, για τον περιορισμό της πρακτικής του χρησιμότητας.
Το κρίσιμο μέτρο επιτυχίας είναι αν προστατεύονται τα ελληνικά δικαιώματα, αν αποτρέπονται τετελεσμένα και αν δημιουργούνται σταδιακά οι συνθήκες μιας νόμιμης διευθέτησης. Αυτά χρειάζονται συγκεκριμένο σχέδιο, συνέχεια και λογοδοσία. Ο χαρακτηρισμός «παράνομο» περιγράφει τη νομική θέση της χώρας· η εξωτερική πολιτική κρίνεται από το πώς τη μετατρέπει σε αποτέλεσμα.
