Ανάμεσα στην ακρίβεια και την υπερβολή

Οι γεμάτοι δρόμοι και τα πολυσύχναστα καταστήματα δεν αναιρούν την οικονομική δυσκολία. Αλλά και η δυσκολία δεν δικαιολογεί την εικόνα μιας ολόκληρης κοινωνίας που λιμοκτονεί.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Στη δημόσια συζήτηση για την οικονομία συγκρούονται συχνά δύο εικόνες της ίδιας χώρας. Στη μία κυριαρχούν η ανέχεια, οι μισθοί που εξαντλούνται πριν τελειώσει ο μήνας και οι συνταξιούχοι που περιορίζουν ακόμη και τα αναγκαία. Στην άλλη εμφανίζονται καινούργια αυτοκίνητα, γεμάτα καταστήματα, κατανάλωση και καθημερινή κίνηση που δύσκολα παραπέμπουν σε γενικευμένη εξαθλίωση. Ποια από τις δύο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια υπαρκτή πλευρά της κοινωνικής ζωής παρουσιάζεται ως ολόκληρη η κοινωνία. Η οικονομική ανάκαμψη μπορεί να συνυπάρχει με σοβαρές στερήσεις. Η κατανάλωση μπορεί να αυξάνεται, ενώ ένα μέρος των νοικοκυριών περιορίζει τις ανάγκες του. Δεν υπάρχει αναγκαστικά αντίφαση: υπάρχουν διαφορετικά εισοδήματα, διαφορετικές υποχρεώσεις και άνιση δυνατότητα αντιμετώπισης της ακρίβειας.

Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί υπεκφυγή. Είναι η αφετηρία για να εξεταστεί το ζήτημα χωρίς κομματικούς μεγεθυντικούς φακούς.

Η έκφραση «ο κόσμος πεινάει», όταν χρησιμοποιείται ως συνολική περιγραφή της Ελλάδας, είναι υπερβολική. Άλλο η κυριολεκτική αδυναμία εξασφάλισης επαρκούς τροφής, άλλο η σχετική εισοδηματική φτώχεια και άλλο η οικονομική ανασφάλεια. Και οι τρεις καταστάσεις αξίζουν προσοχή, αλλά δεν ταυτίζονται.

Στην έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, με έτος αναφοράς εισοδήματος το 2024, το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για σύνθετο δείκτη, που περιλαμβάνει το χαμηλό σχετικό εισόδημα, τις σοβαρές στερήσεις ή την πολύ περιορισμένη απασχόληση στο νοικοκυριό. Δεν σημαίνει ότι το 27,5% των κατοίκων δεν έχει να φάει. Σημαίνει, όμως, ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αντιμετωπίζει ουσιαστική ευαλωτότητα.

Ακόμη πιο συγκεκριμένος είναι ο δείκτης σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης, ο οποίος έφθασε το 14,9% το 2025, από 14% το 2024. Εδώ εξετάζεται η αναγκαστική αδυναμία κάλυψης μιας σειράς βασικών αγαθών και δραστηριοτήτων. Συνεπώς, η οικονομική πίεση δεν αποτελεί απλώς επινόηση της αντιπολίτευσης ή προϊόν απαισιοδοξίας. Καταγράφεται και με μετρήσιμους όρους.

Γιατί, λοιπόν, τα σούπερ μάρκετ έχουν κόσμο; Επειδή η αγορά τροφίμων αποτελεί αναγκαστική δαπάνη. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι περνούν από το ταμείο, αλλά τι αγοράζουν, σε ποιες ποσότητες και ποιες άλλες ανάγκες περιορίζουν για να πληρώσουν. Μια ουρά δεν αποκαλύπτει αν το καλάθι περιέχει προϊόντα πρώτης ανάγκης, αν ο καταναλωτής αναζητεί αποκλειστικά προσφορές ή αν έχει αναβάλει μια άλλη δαπάνη.

Ούτε ο αυξημένος τζίρος, από μόνος του, αποδεικνύει μεγαλύτερη ευημερία. Αν οι τιμές ανεβαίνουν, μπορεί να δαπανώνται περισσότερα χρήματα για την ίδια ή ακόμη και μικρότερη ποσότητα αγαθών. Για ασφαλή συμπεράσματα χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στην αξία και στον όγκο των πωλήσεων.

Ανάλογη προσοχή απαιτεί η εικόνα των καινούργιων αυτοκινήτων. Η αγορά πράγματι παρουσίασε άνοδο: σύμφωνα με τον ΣΕΑΑ, βάσει στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 ταξινομήθηκαν 144.200 καινούργια επιβατικά, έναντι 137.075 το 2024, αύξηση 5,2%. Αυτό είναι ένδειξη οικονομικής δραστηριότητας και δυνατότητας πραγματοποίησης σημαντικών αγορών από ένα μέρος της οικονομίας. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η ίδια δυνατότητα υπάρχει σε όλα τα νοικοκυριά.

Ένα αυτοκίνητο που κυκλοφορεί στον δρόμο μπορεί να αποτελεί ιδιωτική αγορά, εταιρικό όχημα, μίσθωση ή περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε με χρηματοδότηση. Η εξωτερική του εμφάνιση δεν αποκαλύπτει τον οικογενειακό προϋπολογισμό του οδηγού. Επιπλέον, εκείνοι που μπορούν να καταναλώνουν είναι περισσότερο ορατοί στον δημόσιο χώρο από εκείνους που περιορίζονται στο σπίτι. Η παρατήρηση είναι χρήσιμη ως αφορμή· χρειάζεται, όμως, στατιστικό έλεγχο προτού γίνει γενικό συμπέρασμα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η στέγαση. Δύο εργαζόμενοι με τον ίδιο μισθό μπορεί να ζουν εντελώς διαφορετικά, εάν ο ένας διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι χωρίς δάνειο και ο άλλος πληρώνει ενοίκιο. Σύμφωνα με την έκδοση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης του 2026, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η επιβάρυνση εξηγεί γιατί η ίδια ονομαστική αμοιβή μπορεί για κάποιον να επαρκεί και για κάποιον άλλον να είναι ανεπαρκής.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου παραπλανητικό να παραβλέπονται οι βελτιώσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει στην έκθεσή της για το 2025 σημαντική αύξηση της απασχόλησης κατά την οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών και οριακή αύξηση των πραγματικών αποδοχών ανά μισθωτό το 2025. Αυτές οι εξελίξεις έχουν πρακτική αξία: η εύρεση εργασίας ή η προσθήκη δεύτερου εισοδήματος μπορεί να αλλάξει αισθητά τη ζωή μιας οικογένειας. Η βελτίωση, όμως, δεν έχει το ίδιο μέγεθος ούτε φτάνει ταυτόχρονα σε όλους.

Το επιχείρημα ότι «πάντοτε υπήρχαν δυσκολίες» είναι ιστορικά εύλογο, αλλά ανεπαρκές ως αξιολόγηση του παρόντος. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόσοι δυσκολεύονται, πόσο σοβαρά και αν η κατάστασή τους βελτιώνεται. Εξίσου σημαντικό είναι ότι η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή στις προηγούμενες τιμές. Όταν οι ανατιμήσεις υποχωρούν, οι τιμές συνήθως συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα. Η προηγούμενη απώλεια αγοραστικής δύναμης παραμένει μέχρι να καλυφθεί από αντίστοιχη ενίσχυση του εισοδήματος.

Οι πόλεμοι και οι διεθνείς αναταράξεις πρέπει ασφαλώς να συνυπολογίζονται. Μια ελληνική κυβέρνηση δεν καθορίζει τις διεθνείς τιμές ενέργειας ούτε μπορεί να απομονώσει πλήρως τη χώρα από εξωτερικές κρίσεις. Θα ήταν άδικο να της αποδίδεται κάθε ανατίμηση. Η ευθύνη της αφορά, όμως, την προετοιμασία, τη λειτουργία του ανταγωνισμού, τη φορολογική πολιτική, τη στέγαση και την αποτελεσματικότητα της κοινωνικής προστασίας. Η εξωτερική προέλευση μιας πίεσης δεν καταργεί την ανάγκη αξιολόγησης της εσωτερικής διαχείρισής της.

Αντίστοιχα, η αντιπολίτευση έχει κάθε λόγο να αναδεικνύει τις δυσκολίες, αλλά και υποχρέωση να περιγράφει με ακρίβεια την έκτασή τους. Όταν κάθε νοικοκυριό παρουσιάζεται στα πρόθυρα της πείνας και κάθε θετική εξέλιξη αποσιωπάται, η κριτική χάνει αξιοπιστία. Και όταν κάθε ένδειξη κατανάλωσης επιστρατεύεται ως απόδειξη γενικής ευημερίας, υποτιμώνται οι άνθρωποι που στερούνται πραγματικά.

Η ουσιαστική πολιτική συζήτηση οφείλει να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα: πόσο εισόδημα απομένει μετά τις βασικές δαπάνες, πόσοι μπορούν να καλύψουν ένα έκτακτο έξοδο, ποιοι αναβάλλουν αναγκαίες αγορές και ποιες παρεμβάσεις βελτιώνουν με διάρκεια τη θέση τους. Εκεί κρίνεται η οικονομική πολιτική. Οι κραυγές δυσκολεύουν αυτή την κρίση, επειδή μετατρέπουν μια κοινωνία με μεγάλες διαφορές σε ένα ενιαίο, βολικό εκλογικό σύνθημα.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή