Έλεγχος, απειλές και χειρουργική παραμόρφωση: «Η ζωή μου μέσα στη “σέχτα” του Τζέφρι Έπστιν»

«Ήταν σαν αίρεση»: Η γυναίκα που αποκαλύπτει τον εφιάλτη πίσω από το δίκτυο του Τζέφρι Έπστιν

by Times Newsroom

Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Τζέφρι Έπστιν το 2019, η Άνια, όνομα που χρησιμοποιείται για την προστασία της ταυτότητάς της, βρέθηκε αντιμέτωπη με μία ακόμη δραματική ανατροπή. Όπως αφηγείται, ο αδελφός του χρηματιστή, Μαρκ Έπστιν, εμφανίστηκε στην πόρτα του διαμερίσματός της στη Νέα Υόρκη και της ζήτησε να αποχωρήσει από το ακίνητο όπου διέμενε επί σειρά ετών. Ο ίδιος αρνείται ότι γνώριζε οτιδήποτε για τις παράνομες δραστηριότητες του αδελφού του.

Η Άνια ζούσε σε ένα από τα διαμερίσματα της οδού Ιστ 66 στο Μανχάταν που χρησιμοποιούσε ο Τζέφρι Έπστιν για να στεγάζει γυναίκες τις οποίες, όπως καταγγέλλει, κακοποιούσε συστηματικά. Αν και έχασε το σπίτι της μέσα σε μία στιγμή, θεωρεί ότι ταυτόχρονα κατάφερε να ξεφύγει από έναν εφιάλτη που διήρκεσε χρόνια.

«Ακόμη προσπαθώ να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι κακοποιούμουν για χρόνια», δηλώνει, εξηγώντας πως οι «αλυσίδες» που την κρατούσαν εγκλωβισμένη δεν ήταν ορατές. «Δεν ήσουν δεμένη σε μια πόρτα ούτε κλειδωμένη σε ένα υπόγειο. Οι αλυσίδες ήταν λιγότερο εμφανείς, αλλά υπήρχαν», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με την ίδια, ο Τζέφρι Έπστιν συνήθιζε να περιγράφει ο ίδιος τη δράση του ως «μία αίρεση, με εκείνον στον ρόλο του αρχηγού».

Η ζωή ως «βοηθός» του Τζέφρι Έπστιν

Η Άνια παραχώρησε στο BBC μία από τις ελάχιστες δημόσιες μαρτυρίες γυναίκας που εργάστηκε ως μία από τις λεγόμενες «βοηθούς» του Τζέφρι Έπστιν. Όπως περιγράφει, επρόκειτο για μία ομάδα περίπου δώδεκα γυναικών που διέμεναν σε ακίνητά του, βρίσκονταν διαρκώς στη διάθεσή του και υφίσταντο επανειλημμένα σεξουαλική κακοποίηση.

Υποστηρίζει ότι όλες στρατολογήθηκαν μέσω καλοστημένων εξαπατήσεων και υποσχέσεων για επαγγελματικές ευκαιρίες, προτού εκείνος αρχίσει να ασκεί απόλυτο έλεγχο σχεδόν σε κάθε πτυχή της ζωής τους, εκμεταλλευόμενος κάθε προσωπική αδυναμία που εντόπιζε.

Όπως λέει, ο Τζέφρι Έπστιν έλεγχε τα οικονομικά τους, αποφάσιζε ποιους ανθρώπους μπορούσαν να συναντούν, τις υποτιμούσε συστηματικά σε ψυχολογικό επίπεδο και είχε εμμονή με την εμφάνισή τους. Η ίδια καταγγέλλει ακόμη ότι την εξανάγκασε να υποβληθεί σε περιττές χειρουργικές επεμβάσεις που της άφησαν μόνιμες ουλές.

Αντίστοιχη εικόνα περιέγραψε ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ και η Σάρα Κέλεν, επίσης πρώην βοηθός του Τζέφρι Έπστιν. Όπως κατέθεσε, ο χρηματιστής παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος που θα έσωζε τις γυναίκες, ενώ στην πραγματικότητα κατέστρεφε σταδιακά την ικανότητά τους να λαμβάνουν αποφάσεις και να λειτουργούν αυτόνομα, καθιστώντας τες ολοένα και πιο εξαρτημένες από εκείνον.

Η κλινική ψυχολόγος δρ Τάρα Κουίν-Τσιρίλο, η οποία έχει εργαστεί με θύματα εξαναγκαστικού ελέγχου, επισημαίνει ότι υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη πως μόνο τα παιδιά μπορούν να πέσουν θύματα τέτοιων μηχανισμών χειραγώγησης. Όπως τονίζει, ακόμη και ένας ενήλικας μπορεί να γίνει στόχος συστηματικού «grooming», εφόσον βρεθεί σε κατάσταση ευαλωτότητας.

Η γνωριμία που άλλαξε τη ζωή της

Μετά την καταδίκη του το 2008 για την κακοποίηση ανήλικης, την οποία είχε προσεγγίσει με πρόσχημα εργασία ως μασέζ, ο Τζέφρι Έπστιν φέρεται να άλλαξε τη μεθοδολογία του. Σύμφωνα με την Άνια, άρχισε να στοχοποιεί κυρίως ενήλικες γυναίκες από τη Ρωσία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αν και πολλές εξακολουθούσαν να έχουν εξωτερική εμφάνιση εφήβου.

Μεγάλωσε στη Ρωσία, σε μια περίοδο μετάβασης μετά την πτώση του κομμουνισμού. Όπως αναφέρει, οι γονείς της τής είχαν εμφυσήσει την πεποίθηση ότι η μόρφωση αποτελούσε το κλειδί της επιτυχίας. Ωστόσο, οι επαγγελματικές ευκαιρίες ήταν περιορισμένες και, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές της, αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα στο μόντελινγκ.

Εργάστηκε στην Ευρώπη για γνωστούς οίκους, όπως οι Φέντι και Σανέλ, διατηρώντας παράλληλα κοινωνικό κύκλο και στενή επαφή με την οικογένειά της στη Ρωσία.

Στις αρχές της δεκαετίας των 20 της επισκέφθηκε ένα πρακτορείο στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον ανιχνευτή μοντέλων Ντάνιελ Σιάντ. Όπως αφηγείται, εκείνος επαίνεσε την ευφυΐα της, λέγοντάς της ότι δεν ήταν συνηθισμένο χαρακτηριστικό στον χώρο της μόδας, και πρότεινε να τη γνωρίσει με έναν φίλο του που είχε ισχυρές διασυνδέσεις στη βιομηχανία: τον Τζέφρι Έπστιν.

«Ήταν μια καλοστημένη παγίδα»

Σήμερα η Άνια πιστεύει ότι δεν επρόκειτο για τυχαία γνωριμία. Αντίθετα, θεωρεί πως είχε επιλεγεί εξαρχής ως στόχος και χαρακτηρίζει τον Ντάνιελ Σιάντ «ουσιαστικά επαγγελματία διακινητή ανθρώπων».

Το όνομά του εμφανίζεται χιλιάδες φορές στα αρχεία του Τζέφρι Έπστιν που δημοσιοποίησαν οι αμερικανικές αρχές τον Ιανουάριο. Ο δικηγόρος του έχει δηλώσει ότι ο πελάτης του δεν ήταν διαθέσιμος να σχολιάσει τις νέες καταγγελίες, ενώ στο παρελθόν είχε αρνηθεί ότι γνώριζε οποιαδήποτε απειλή συνδεόταν με τον Τζέφρι Έπστιν.

Η πρώτη τους συνάντηση πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την Άνια, στο πολυτελές διαμέρισμα των 18 δωματίων του Τζέφρι Έπστιν στο Παρίσι. Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες του μαζί με προσωπικότητες όπως ο Μπιλ Κλίντον και άλλοι παγκόσμιοι ηγέτες. Η ίδια ένιωσε ασφαλής, καθώς στον χώρο βρίσκονταν ακόμη δύο γυναίκες, μία Ρωσίδα και η τότε σύντροφός του από την Ανατολική Ευρώπη.

Σύμφωνα με την αφήγησή της, ο Τζέφρι Έπστιν της ζήτησε να γδυθεί προκειμένου να αξιολογήσει το σώμα της για πιθανή καριέρα στο μόντελινγκ. Ενώ στεκόταν μόνο με τα εσώρουχά της, της είπε ότι δεν ήταν σε αρκετά καλή φυσική κατάσταση, τη χαρακτήρισε τεμπέλα και την προέτρεψε να ξεκινήσει εντατική γυμναστική.

Η ίδια εξηγεί ότι τέτοιου είδους σχόλια ήταν συνηθισμένα στον χώρο της μόδας και πίστεψε τις διαβεβαιώσεις του ότι, αν εργαζόταν σκληρά, θα τη σύστηνε στους κατάλληλους ανθρώπους. Παράλληλα, ο Τζέφρι Έπστιν τη ρωτούσε για την οικογένειά της, τους στόχους της, τα όνειρά της και όλα όσα είχαν πραγματική σημασία για τη ζωή της.

Η Άνια αναφέρει ότι αργότερα κατάλαβε πως οι ερωτήσεις αυτές δεν ήταν τυχαίες. Όπως κατέθεσαν και άλλες γυναίκες στο BBC, ο Τζέφρι Έπστιν συνήθιζε να συλλέγει προσωπικές πληροφορίες, ώστε να μπορεί στη συνέχεια να τις χρησιμοποιεί ως μέσο ελέγχου.

Την ίδια στιγμή επιχείρησε να διαλύσει κάθε υποψία που είχε δημιουργηθεί. «Βλέπω ότι είσαι έξυπνη και δύσπιστη. Δεν θέλω να κοιμηθώ μαζί σου», θυμάται ότι της είπε. Η διαβεβαίωση αυτή, σύμφωνα με την ίδια, λειτούργησε καθησυχαστικά, κάνοντάς την να πιστέψει ακόμη περισσότερο ότι είχε απέναντί της έναν άνθρωπο που ενδιαφερόταν πραγματικά για το μέλλον της.

Η πολύμηνη χειραγώγηση πριν από την πρώτη κακοποίηση

Η Άνια περιγράφει ότι η διαδικασία χειραγώγησης δεν ήταν στιγμιαία, αλλά εξελίχθηκε σταδιακά μέσα σε πολλούς μήνες. Ο Τζέφρι Έπστιν τη διατηρούσε διαρκώς σε αναμονή, τροφοδοτώντας την με υποσχέσεις για επαγγελματική εξέλιξη στον χώρο της μόδας, οι οποίες, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν είχαν ποτέ πραγματικό αντίκρισμα.

Για σχεδόν έναν χρόνο ακολουθούσε πιστά πρόγραμμα γυμναστικής ώστε να αποκτήσει το σώμα που εκείνος απαιτούσε. Η Λέσλι Γκροφ, εκτελεστική βοηθός του Τζέφρι Έπστιν και υπεύθυνη για το πρόγραμμά του, επικοινωνούσε μαζί της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ζητώντας ενημέρωση για την πρόοδό της, ενώ ο ίδιος την πίεζε να του στέλνει φωτογραφίες και, αργότερα, γυμνές εικόνες, λέγοντάς της να μην είναι «ντροπαλή».

Σύμφωνα με την Άνια, ο Τζέφρι Έπστιν κανόνισε τελικά συνάντηση με τη Φέιθ Κέιτς, συνιδρύτρια του πρακτορείου μοντέλων Next Management, όπως της είχε υποσχεθεί. Η συνάντηση διήρκεσε λιγότερο από μισή ώρα και της είπαν ότι θα ενημερωνόταν αργότερα για το αποτέλεσμα.

Όπως αφηγείται, ο Τζέφρι Έπστιν της μετέφερε στη συνέχεια ότι το πρακτορείο δεν ενδιαφερόταν να συνεργαστεί μαζί της επειδή δεν ήταν αρκετά καλή για την αγορά της Νέας Υόρκης και επειδή, όπως της είπε, δεν βρισκόταν στην απαραίτητη φυσική κατάσταση.

Απογοητευμένη, δέχθηκε την πρόσκλησή του να τον επισκεφθεί στο Παλμ Μπιτς της Φλόριντα, όπου εξέτιε την ποινή του με καθεστώς ημερήσιας εξόδου. Όπως αναφέρει, εκείνος απέδιδε την καταδίκη του στον ισχυρισμό ότι είχε εξαπατηθεί από μία ανήλικη, η οποία του είχε παρουσιάσει πλαστή ταυτότητα.

Η πρώτη σεξουαλική επίθεση και η ενοχοποίηση του θύματος

Για να τον συναντήσει, η Άνια υπέγραψε στο ειδικό βιβλίο εισόδου που τηρούσε ένστολος αστυνομικός. Στη συνέχεια, ο Τζέφρι Έπστιν την οδήγησε σε έναν πίσω χώρο, όπου, όπως καταγγέλλει, την κακοποίησε σεξουαλικά για πρώτη φορά. Τουλάχιστον δύο ακόμη γυναίκες έχουν καταθέσει ότι υπέστησαν σεξουαλική επίθεση από τον ίδιο κατά την περίοδο που εξέτιε την ποινή του.

Μετά την επίθεση, την επέστρεψε στον χώρο όπου βρίσκονταν οι υπόλοιπες βοηθοί και άρχισε να αστειεύεται λέγοντας ότι η Άνια ήταν «πολύ ντροπαλή». Όπως περιγράφει, όλες γέλασαν, γεγονός που την έκανε να αμφισβητήσει ακόμη και τη δική της αντίληψη για όσα είχαν συμβεί.

«Σκεφτόμουν μήπως τελικά δεν συνέβη τίποτα κακό. Ίσως να έφταιγε η δική μου αντίδραση, ίσως ο τρόπος που μεγάλωσα στη Ρωσία ή οι αυστηροί γονείς μου. Πίστεψα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εμένα και όχι με εκείνον», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Η ίδια δηλώνει ότι μόλις δημοσιοποιήθηκαν τα αρχεία του Τζέφρι Έπστιν κατάλαβε τι πραγματικά είχε συμβεί. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αποκαλύφθηκαν έδειχναν ότι, παρά τη συνάντησή της με τη Φέιθ Κέιτς, το πρακτορείο την είχε απορρίψει ήδη έναν χρόνο νωρίτερα. Έτσι συνειδητοποίησε ότι είχε παραμείνει για μήνες εγκλωβισμένη σε μία προσεκτικά οργανωμένη εξαπάτηση, η οποία την απομόνωσε και την έκανε πιο ευάλωτη πριν δεχθεί την πρώτη επίθεση.

Η ψυχολόγος Τάρα Κουίν-Τσιρίλο εξηγεί ότι αυτό το είδος αργής και σταδιακής χειραγώγησης έχει σχεδιαστεί ώστε να μην ενεργοποιεί τα φυσιολογικά αντανακλαστικά άμυνας του θύματος. Από την πλευρά της, η δικηγόρος της Φέιθ Κέιτς αρνήθηκε κάθε γνώση ή εμπλοκή της πελάτισσάς της στις δραστηριότητες του Τζέφρι Έπστιν, ενώ η Next Management δήλωσε ότι ουδέποτε διατηρούσε σχέση μαζί του.

«Έλα να δουλέψεις για μένα»

Ο Τζέφρι Έπστιν συνέχισε να της υπόσχεται καριέρα στο μόντελινγκ, συστήνοντάς την στον Ζαν-Λικ Μπρουνέλ, ιδρυτή του πρακτορείου MC2, χωρίς να της αποκαλύψει ότι ο ίδιος χρηματοδοτούσε την εταιρεία. Ωστόσο, όπως λέει, οι δουλειές που προέκυψαν ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Αντί για επαγγελματικές υποχρεώσεις, κάθε φορά που ενημερωνόταν ότι επρόκειτο να ταξιδέψει στο Παλμ Μπιτς για μια «απευθείας κράτηση», κατέληγε να υφίσταται νέα κακοποίηση από τον Τζέφρι Έπστιν.

Όταν πλέον της είπε ότι το μόντελινγκ δεν είχε μέλλον για εκείνη, της πρότεινε να εργαστεί ως βοηθός του, υποσχόμενος ότι θα της μάθαινε τις επιχειρήσεις και ότι θα ταξίδευε σε όλο τον κόσμο γνωρίζοντας σημαντικούς ανθρώπους.

Στην πράξη, όμως, τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Η Άνια αναφέρει ότι δεν διδάχθηκε ποτέ επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας περίμενε οδηγίες από τον Τζέφρι Έπστιν, ο οποίος ταυτόχρονα την επέκρινε επειδή δεν έκανε τίποτα. Οι αρμοδιότητές της περιορίζονταν σε απλές εργασίες, όπως να απαντά στο τηλέφωνο, να υποδέχεται επισκέπτες ή να συνοδεύει κάποιον σε αίθουσα συσκέψεων.

Παράλληλα, οι βοηθοί του βρίσκονταν σε διαρκή ετοιμότητα, όλο το εικοσιτετράωρο. Η ίδια θυμάται ότι μία φορά βγήκε για μεσημεριανό γεύμα και ο Τζέφρι Έπστιν άρχισε να την καλεί επανειλημμένα, απαιτώντας να μην εγκαταλείπει ποτέ το σπίτι χωρίς την άδειά του.

Απόλυτη εξάρτηση και συνεχής έλεγχος

Η Άνια περιγράφει ότι είχε καταστεί πλήρως εξαρτημένη από τον Τζέφρι Έπστιν. Όταν χρειαζόταν ιατρική περίθαλψη, εκείνος της έλεγε πως ήταν η «ιατρική της ασφάλεια». Δεν διέθετε τραπεζικό λογαριασμό ούτε τα απαραίτητα έγγραφα για να νοικιάσει δική της κατοικία, ενώ κατά διαστήματα την έδιωχνε από το διαμέρισμα στο Μανχάταν, λέγοντάς της να βρει μόνη της πού θα μείνει. Όπως επισημαίνει, επρόκειτο για ακόμη έναν μηχανισμό επιβολής και ελέγχου.

Μόλις αρκετά χρόνια αργότερα άρχισε να λαμβάνει έναν μικρό μισθό, επειδή αυτό απαιτούσε η άδεια παραμονής της. Ο Τζέφρι Έπστιν επαναλάμβανε ότι θα τη συντηρεί πάντα, ενώ, σύμφωνα με την ίδια, η σεξουαλική κακοποίηση συνεχιζόταν σε όλη αυτή την περίοδο. Αντίστοιχη εικόνα περιέγραψε και η Σάρα Κέλεν, η οποία κατέθεσε ότι δεν είχε χρήματα, οικογένεια ή την αίσθηση πως άξιζε κάτι καλύτερο, ενώ ο Τζέφρι Έπστιν φρόντιζε να της υπενθυμίζει ότι η αντίσταση απέναντί του θα της κόστιζε τη ζωή.

Οι απειλές, οι φωτογραφίες και το «οικοσύστημα κακοποίησης»

Η Άνια θυμάται ότι κάποια στιγμή μία άλλη βοηθός κατάφερε να διαφύγει. Ο Τζέφρι Έπστιν προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να τη βρει και της έδειξε αναλυτικό κατάλογο εξόδων, σύμφωνα με τον οποίο η γυναίκα τού όφειλε συνολικά 700.000 δολάρια. Όπως λέει, το μήνυμα ήταν σαφές: όποια έφευγε θα κυνηγιόταν και θα καλούνταν να πληρώσει.

Παράλληλα, συγκέντρωνε υλικό που μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον των γυναικών. Της υπενθύμιζε ότι διέθετε γυμνές φωτογραφίες της, ενώ σε μία φωτογράφιση φέρεται να ζήτησε από όλες τις βοηθούς να χορεύουν γυμνόστηθες μπροστά στην κάμερα. Σύμφωνα με την Άνια, τους είπε ότι έτσι δεν θα μπορούσαν ποτέ να στραφούν εναντίον του, αφού θα ισχυριζόταν πως συμμετείχαν οικειοθελώς.

Οι γυναίκες ήταν επίσης υποχρεωμένες να του γράφουν επιστολές ευγνωμοσύνης, στις οποίες τον ευχαριστούσαν για όσα έκανε για εκείνες. Η Άνια πιστεύει ότι και αυτό αποτελούσε ακόμη έναν μηχανισμό χειραγώγησης, ώστε αργότερα να μπορεί να επικαλείται τα ίδια τα λόγια των θυμάτων του. Επιπλέον, ο Τζέφρι Έπστιν καλλιεργούσε αντιπαλότητες ανάμεσα στις βοηθούς, λέγοντας στη μία ότι οι υπόλοιπες τη θεωρούσαν άχρηστη ή τεμπέλα, ενώ ο ίδιος παρουσιαζόταν ως ο μοναδικός άνθρωπος που τη στήριζε. Με τον τρόπο αυτό απέτρεπε τη δημιουργία πραγματικών δεσμών μεταξύ τους και διατηρούσε τον έλεγχο.

Οι επεμβάσεις που της άφησαν μόνιμες ουλές

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Άνια δείχνει τις ουλές στην κοιλιά της, οι οποίες, όπως καταγγέλλει, προήλθαν από χειρουργικές επεμβάσεις που της επέβαλε ο Τζέφρι Έπστιν για να αφαιρεθεί ένα μικρό τατουάζ που είχε από την εφηβεία της.

Όπως εξηγεί, εκείνος δεν ήθελε να χρησιμοποιηθεί λέιζερ επειδή η διαδικασία θα διαρκούσε περισσότερο και πρότεινε σε γιατρό να αφαιρέσει χειρουργικά το σημείο του δέρματος όπου βρισκόταν το τατουάζ. Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε και άφησε εμφανείς ουλές, ενώ έναν χρόνο αργότερα ο Τζέφρι Έπστιν απαίτησε να επαναληφθεί επειδή δεν ήταν ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα.

«Έχτισε ένα ολόκληρο οικοσύστημα κακοποίησης»

Η Άνια περιγράφει ως το πιο επώδυνο κομμάτι της εμπειρίας της το γεγονός ότι αναγκαζόταν να στρατολογεί και άλλες γυναίκες. Όπως λέει, κάθε βοηθός όφειλε να φέρνει τουλάχιστον μία ακόμη νεαρή γυναίκα, ενώ ο Τζέφρι Έπστιν τους ζητούσε να αναζητούν κοπέλες με παρόμοια χαρακτηριστικά με τα δικά τους.

Σήμερα δηλώνει ότι αποφάσισε να μιλήσει δημόσια ώστε να γίνει κατανοητό πώς ενήλικες γυναίκες, και όχι μόνο ανήλικα κορίτσια, παγιδεύονταν στον μηχανισμό του Τζέφρι Έπστιν.

«Έχτισε ένα ολόκληρο οικοσύστημα κακοποίησης που λειτουργούσε προς όφελός του», αναφέρει, προσθέτοντας ότι όταν άνθρωποι όπως ο Μπιλ Γκέιτς επισκέπτονταν το σπίτι του και του έσφιγγαν το χέρι, εκείνη δυσκολευόταν να αμφισβητήσει όσα συνέβαιναν γύρω της, καθώς η παρουσία τόσο γνωστών προσωπικοτήτων προσέδιδε, όπως λέει, νομιμοποίηση στη συμπεριφορά του.

Τόσο η Άνια όσο και η Σάρα Κέλεν έλαβαν στη συνέχεια αποζημίωση από το Ταμείο Αποζημίωσης Θυμάτων του Τζέφρι Έπστιν, το οποίο δημιουργήθηκε για την οικονομική ενίσχυση των επιζώντων, έπειτα από την υποβολή αποδεικτικών στοιχείων που επιβεβαίωναν την κακοποίησή τους.

Κλείνοντας τη μαρτυρία της, η Άνια αναφέρει ότι όσο ο Τζέφρι Έπστιν βρισκόταν στη ζωή δεν είχε μιλήσει σε κανέναν για όσα βίωνε. Πλέον ελπίζει ότι η δική της ιστορία θα βοηθήσει έστω και μία γυναίκα να εγκαταλείψει μια κακοποιητική σχέση.

«Δεν είμαι κάτι ιδιαίτερο. Απλώς κατάφερα να βρω τη δύναμη να επιμείνω και να επιβιώσω. Αν τα κατάφερα εγώ, μπορείς να τα καταφέρεις κι εσύ», καταλήγει.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή