Γιατί η Δύση στρέφεται στον συντηρητισμό και πώς αλλάζει η έννοια της «προόδου»

Γιατί οι δυτικές κοινωνίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε πιο συντηρητικές, δεξιές ή λαϊκιστικές επιλογές, παρά τις δεκαετίες προοδευτικών θεσμικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων;

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

 

Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική πραγματικότητα στη Δύση –από την Ευρώπη έως τις ΗΠΑ και την Ελλάδα– φαντάζει αινιγματική για πολλούς παρατηρητές. Η σταθερή εκλογική άνοδος συντηρητικών, δεξιών και αντισυστημικών δυνάμεων συχνά ερμηνεύεται επιφανειακά ως «στροφή στην οπισθοδρόμηση» ή ως άγνοια των κοινωνιών. Ωστόσο, η βαθύτερη ανάλυση αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: οι δυτικές κοινωνίες δεν παραπλανήθηκαν, αλλά αναζητούν απεγνωσμένα προστασία, ομαλότητα και συσπείρωση απέναντι στις χαοτικές ταχύτητες της παγκοσμιοποίησης.

Για να βγάλουμε άκρη, χρειάζεται να αποσυνδέσουμε τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων από την ιδέα ότι «δεν ξέρουν τι επιλέγουν» και να δούμε ποιες ανάγκες, φόβους και αδιέξοδα εκφράζει αυτή η εκλογική συμπεριφορά στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας, οι κοινωνίες σπάνια στρέφονται προς τον κοινωνικό πειραματισμό· αντιθέτως, αναζητούν σταθερότητα, προστασία και γνώριμες δομές. Ανυπέρβλητα είναι τα προβλήματα όπως η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας τάξης. Όταν ο πολίτης νιώθει ότι η ποιότητα ζωής του φθίνει, οι αφηρημένες προοδευτικές ιδέες περνούν σε δεύτερη μοίρα έναντι της επιβίωσης.

Οι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή, οι μεταναστευτικές ροές που όλο και μεγαλώνουν και οι ταχύτατες τεχνολογικές αλλαγές δημιουργούν ένα αίσθημα απώλειας ελέγχου.

Το χάσμα εκπροσώπησης

Το «χάσμα εκπροσώπησης» αποτελεί ίσως το πιο κομβικό δομικό πρόβλημα των σύγχρονων δυτικών δημοκρατιών. Δεν πρόκειται απλώς για μια πρόσκαιρη δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, αλλά για μια βαθιά αποσύνδεση ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και στις υλικές, πολιτισμικές και συναισθηματικές ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών.

Για να κατανοήσουμε πώς αυτό το χάσμα τροφοδοτεί την άνοδο της AfD στη Γερμανία, του Εθνικού Συναγερμού (RN) στη Γαλλία και του MAGA/Trumpism στις ΗΠΑ, χρειάζεται να αναλύσουμε τους βασικούς άξονες της ρήξης.

Για δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα κεντροαριστερά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτελούσαν τον φυσικό εκπρόσωπο της εργατικής τάξης. Από τη δεκαετία του 1990 όμως (με το ρεύμα του «Τρίτου Δρόμου»), η παραδοσιακή Κεντροαριστερά αποδέχθηκε πλήρως το πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της ελεύθερης αγοράς.

Η απομάκρυνση των παραγωγικών μονάδων προς την Ασία διέλυσε τις τοπικές οικονομίες στη μεσοδυτική ζώνη των ΗΠΑ, στη βόρεια Γαλλία και στην ανατολική Γερμανία.

Τα προοδευτικά κόμματα μετατοπίστηκαν σταδιακά προς τα αστικά κέντρα, εκπροσωπώντας κυρίως πτυχιούχους, επαγγελματίες των υπηρεσιών και την ανώτερη μεσαία τάξη.

Η εργατική τάξη και οι κάτοικοι της επαρχίας ένιωσαν ότι κανείς δεν διαπραγματεύεται πλέον για τη δική τους ασφάλεια. Όταν η Κεντροαριστερά άρχισε να εφαρμόζει πολιτικές λιτότητας ή δημοσιονομικής αυστηρότητας, η ρήξη έγινε οριστική.

Παράλληλα με την οικονομική μετατόπιση, οι προοδευτικές ελίτ έθεσαν στην κορυφή της ατζέντας τους τα πολιτισμικά δικαιώματα (δικαιωματισμός, ταυτοτική πολιτική / identity politics, woke ατζέντα, κλιματική μετάβαση).

Παρότι αυτά τα ζητήματα είναι ουσιαστικά για τον εκσυγχρονισμό των κοινωνιών, ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκαν, δημιούργησε ένα σοβαρό πολιτισμικό χάσμα. Οι πολίτες της περιφέρειας και των χαμηλότερων εισοδημάτων εισέπραξαν αυτή την ατζέντα όχι ως πρόοδο, αλλά ως περιφρόνηση των δικών τους παραδοσιακών αξιών.

Αν οι Ελίτ και τα αστικά κέντρα αντιλαμβάνονται, λόγου χάρη, την πράσινη μετάβαση ως αναγκαία υπαρξιακή πολιτική για τον πλανήτη, η περιφέρεια και τα χαμηλά στρώματα το συνδυάζουν με αύξηση της τιμής των καυσίμων και των οχημάτων που χρειάζονται καθημερινά για να πάνε στη δουλειά (π.χ. το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία).

Τη μετανάστευση οι Ελίτ και τα αστικά κέντρα την αντιλαμβάνονται ως πολυπολιτισμικότητα, εμπλουτισμό και κάλυψη ελλείψεων στην αγορά εργασίας. Η άλλη πλευρά τη συνδυάζει με πίεση στους μισθούς, υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών (σχολεία, νοσοκομεία) στις δικές τους γειτονιές και αίσθημα πολιτισμικής αλλοίωσης.

Η παγκοσμιοποίηση είναι ένα άλλο τεράστιο θέμα που εγείρει διαφορετικές αντιδράσεις. Αν για τους μεν είναι ευκαιρία για ταξίδια, ελεύθερο εμπόριο και διεθνή καριέρα, για τους άλλους είναι απειλή για τη σταθερότητα της εργασίας, το εθνικό κράτος και την τοπική ταυτότητα.

Όπως έχει γράψει ο Γάλλος οικονομικός αναλυτής Thomas Pikettyi, το πολιτικό σκηνικό έχει χωριστεί σε δύο νέους πόλους:

Η «Βραχμανική Αριστερά» (Brahmin Left) εκπροσωπεί τους υψηλά μορφωμένους πολίτες των πόλεων με υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο. Περιγράφει τη μετάλλαξη των παραδοσιακών αριστερών κομμάτων σε κόμματα των μορφωμένων ελίτ, την αποχώρηση αυτών των πολιτικών δυνάμεων από τα παραδοσιακά εργατικά αιτήματα και τη στροφή των λαϊκών στρωμάτων προς άλλα κόμματα.

Η «Εμπορική Δεξιά» (Merchant Right) εκπροσωπεί τα υψηλά εισοδήματα και το επιχειρηματικό κεφάλαιο. Είναι ένας πολιτικοκοινωνικός όρος που περιγράφει την πτέρυγα των συντηρητικών/δεξιών δυνάμεων που εκπροσωπεί κυρίως τα συμφέροντα των οικονομικών ελίτ, του επιχειρείν και του κεφαλαίου.

Σε αυτό το σύστημα, οι πολίτες χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση έμειναν χωρίς πολιτική στέγη. Αισθάνονται ότι οι πολιτικοί που μιλούν στην τηλεόραση χρησιμοποιούν μια ξύλινη, τεχνοκρατική γλώσσα που τους κουνάει το δάχτυλο («αν δεν συμφωνείς μαζί μας, είσαι οπισθοδρομικός, αμόρφωτος ή ρατσιστής»).

Όπως υποστηρίζουν οι Piketty, Gethin & Martínez-Toledanoii, η μετατόπιση των κεντροαριστερών κομμάτων σε εκπροσώπους μιας μορφωμένης ελίτ (“Βραχμανική Αριστερά”) άφησε πολιτικά ορφανή την παραδοσιακή εργατική τάξη. Το κενό αυτό εκμεταλλεύτηκε ο δεξιός λαϊκισμός του κινήματος MAGA, συνδυάζοντας την οικονομική δυσφορία με την πολιτισμική αντίδραση.

Η διέξοδος που προσφέρει η Νέα Δεξιά / Λαϊκισμός

Αυτό το τεράστιο κενό εκπροσώπησης ήρθαν να καλύψουν δυνάμεις όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ, η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και η AfD στη Γερμανία. Δεν κέρδισαν επειδή οι κοινωνίες έγιναν έξαφνα ιδεολογικά ακροδεξιές, αλλά για κάποιους λόγους ιδιαίτερα ελκυστικούς.

Είπαν στους «λησμονημένους» πολίτες: «Σας βλέπουμε, σας ακούμε και καταλαβαίνουμε τα προβλήματά σας».

Υποσχέθηκαν την επιστροφή του εθνικού κράτους ως «ασπίδα» – προστασία των συνόρων, προστασία των ντόπιων εργαζομένων, προστασία της εθνικής ταυτότητας.

Η ψήφος σε αυτά τα κόμματα λειτουργεί συχνά ως ένα μέσο τιμωρίας προς τις πολιτικές και πολιτισμικές ελίτ που θεωρούνται αλαζονικές.

Το «χάσμα εκπροσώπησης» είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας κατά την οποία το πολιτικό σύστημα σταμάτησε να παράγει λύσεις για την υλική ασφάλεια των πολλών. Όσο το πολιτικό κατεστημένο αντιμετωπίζει την άνοδο αυτών των ρευμάτων απλώς ως «άγνοια» ή «λαϊκισμό» των ψηφοφόρων, χωρίς να αναμορφώνει τις δικές του οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες, το χάσμα αυτό θα συνεχίσει να διευρύνεται.

Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής κοινωνίας

Στην Ελλάδα, το φαινόμενο έχει δικά του χαρακτηριστικά, βαθιά ριζωμένα στην πρόσφατη ιστορία. Μετά την εξαντλητική δεκαετία της κρίσης και τη διάψευση προσδοκιών, η ελληνική κοινωνία επιζητά κυβερνησιμότητα, διαχειριστική επάρκεια και ομαλότητα, παρά ιδεολογικές περιπέτειες.

Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο γερασμένες κοινωνίες στην Ευρώπη. Οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες είναι στατιστικά πιο συντηρητικές και ιεραρχούν ψηλότερα την ασφάλεια και τη σύνταξη.

Η οικογένεια και η εκκλησία εξακολουθούν να λειτουργούν ως το βασικό «δίχτυ ασφαλείας» έναντι του αδύναμου κοινωνικού κράτους, ενισχύοντας συντηρητικές αξίες.

Η αναδιάρθρωση των εννοιών του «προοδευτικού» και του «συντηρητικού» αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πολιτική μετατόπιση του 21ου αιώνα. Ο παραδοσιακός γραμμικός άξονας Αριστερά – Δεξιά (που γεννήθηκε στη Γαλλική Επανάσταση με βάση τη θέση των βουλευτών στο κοινοβούλιο) αδυνατεί πλέον να περιγράψει την πραγματικότητα.

Η σύγχρονη πολιτική κινείται σε ένα πολυδιάστατο πλέγμα, όπου οι παραδοσιακοί ορισμοί καταρρέουν, δημιουργώντας αυτό που οι κοινωνιολόγοι ονομάζουν «ιδεολογικό υβριδισμό» των πολιτών.

Στη σύγχρονη πολιτική θεωρία (όπως διατυπώθηκε από μελετητές όπως ο David Goodhart στο βιβλίο του The Road to Somewhere)iii, ο διαχωρισμός των πολιτών γίνεται πλέον ανάμεσα σε δύο νέες κατηγορίες:

Οι «Πανταχού» (Anywheres): Πρόκειται για μορφωμένους, αστικούς πληθυσμούς με φορητές δεξιότητες, που βλέπουν την παγκοσμιοποίηση, την ελεύθερη μετακίνηση, την πολιτισμική ποικιλομορφία και την κατάργηση των συνόρων ως ευκαιρία και πρόοδο.

Οι «Κάπου» (Somewheres): Πρόκειται για πολίτες που η ταυτότητα και η οικονομική τους ασφάλεια είναι βαθιά ριζωμένες στον τόπο τους, στην τοπική κοινότητα και στο εθνικό κράτος. Βλέπουν την αχαλίνωτη παγκοσμιοποίηση ως απειλή για την εργασία, την ασφάλεια και τον τρόπο ζωής τους.

Το πολιτικό διακύβευμα δεν είναι πλέον «πόσο μεγάλο θα είναι το κράτος» (παλαιά Αριστερά/Δεξιά), αλλά «πόσο ανοιχτά ή προστατευμένα θα είναι τα σύνορα και η αγορά».

Ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας σήμερα δεν χωράει στα παλιά κομματικά κουτιά. Βλέπουμε την αναδυόμενη τάση του συνδυασμού αξιών, που υποστηρίζει τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ+, την ισότητα των φύλων, το κράτος δικαίου, τη δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία (παραδοσιακά «προοδευτικές» θέσεις).

Επίσης ζητά αυστηρό έλεγχο των συνόρων, μηδενική ανοχή στην εγκληματικότητα, ενίσχυση της αστυνόμευσης και προστασία των εθνικών παραδόσεων (παραδοσιακά «συντηρητικές» θέσεις).

Zygmunt Bauman

 

Για αυτόν τον πολίτη, η προστασία των συνόρων ή η αστυνόμευση δεν θεωρείται «ακροδεξιά», αλλά η αυτονόητη προϋπόθεση για να υπάρχει ένα λειτουργικό κοινωνικό κράτος. Όπως έγραφε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman, «χωρίς ασφάλεια δεν υπάρχει ελευθερία»iv.

Η αποτυχία του παλαιού «προοδευτικού» αφηγήματος

Ο παραδοσιακός ορισμός του «προοδευτικού» βρίσκεται σε κρίση. Η παραδοσιακή προοδευτική ατζέντα μετατοπίστηκε από την «καθολική οικονομική χειραφέτηση» (βελτίωση της ζωής όλων των εργαζομένων) στην «πολιτική των ταυτοτήτων». Αυτό αποξένωσε τη λαϊκή πλειοψηφία που ένιωσε ότι η «πρόοδος» αφορά μόνο συγκεκριμένες μειονότητες.

Πολλοί πολίτες αντιλήφθηκαν ότι υπό τη σημαία της «ανοιχτής κοινωνίας», οι οικονομικές ελίτ προώθησαν την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και τη μείωση των μισθών μέσω της ανεξέλεγκτης εισροής εργατικού δυναμικού.

Η απαίτηση για προστασία της εγχώριας παραγωγής, επαναφορά των εργοστασίων και ενίσχυση του εθνικού κοινωνικού κράτους θεωρείται πλέον από πολλούς ως η πραγματική «προοδευτική» πράξη απέναντι στην ασυδοσία των πολυεθνικών.

Αυτή η αναδιάρθρωση εξηγεί γιατί βλέπουμε φαινόμενα που παλαιότερα φάνταζαν αδιανόητα.

Ο ορισμός του «προοδευτικού» αλλάζει γιατί η κύρια απειλή για τον σημερινό πολίτη δεν είναι πλέον ο αυταρχισμός του παρελθόντος, αλλά η χαοτική αβεβαιότητα του μέλλοντος.

Σήμερα, «προοδευτικός» για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν είναι εκείνος που υπόσχεται να διαλύσει όλες τις δομές και τα σύνορα στο όνομα μιας αφηρημένης παγκόσμιας ελευθερίας, αλλά εκείνος που μπορεί να προσφέρει ένα στέρεο καταφύγιο (οικονομικό, κοινωνικό και θεσμικό) μέσα σε έναν επικίνδυνο και ασταθή κόσμο.

Οι κοινωνίες δεν γίνονται «αντιδραστικές» από άγνοια, αλλά από ανάγκη προστασίας απέναντι σε αλλαγές που συμβαίνουν ταχύτερα από όσο μπορούν να αφομοιωθούν. Όσο οι προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις δεν προσφέρουν πειστικές απαντήσεις στην οικονομική ανασφάλεια και το αίσθημα δικαιοσύνης, η μετατόπιση προς πιο συντηρητικά σχήματα θα συνεχίζει να είναι ο κανόνας.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

iThomas Piketty, Κεφάλαιο και Ιδεολογία. Μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου. Εκδόσεις Πατάκη. Αθήνα 2021.

iiPolitical
Cleavages and Social Inequalities: A Study of 50 Democracies,
1948–2020
(Επιμέλεια: Amory Gethin, Clara Martínez-Toledano, & Thomas Piketty, Harvard University Press, 2021)

iiiDavid Goodhart, The Road to Somewhere. (2017)

 iv Zygmunt Bauman, Community. Seeking Safety in an Insecure World. Cambridge 2001

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή