Η Ευρώπη χρειάζεται ένα σχέδιο για τη Ρωσία μετά τον Πούτιν

Με 450.000 Ρώσους νεκρούς και τη διαπραγμάτευση να είναι αδύνατη, ο μόνος πραγματικός μοχλός πίεσης που διαθέτει η Ευρώπη είναι η υπομονή, υποστηριζόμενη από ισχύ.

by Times Newsroom

Ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας αρχίζει να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά πολέμου φθοράς, στον οποίο καμία από τις δύο πλευρές ούτε νικά ούτε ηττάται. Μολονότι το διακύβευμα είναι προφανώς μεγαλύτερο για την Ουκρανία, καθώς αγωνίζεται να αμυνθεί απέναντι σε έναν τρομερό αντίπαλο, μπορεί να υποστηριχθεί ότι και η Ρωσική Ομοσπονδία αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή κρίση διαφορετικού χαρακτήρα.

Το καθεστώς Πούτιν δεν μπορεί να νικήσει, αφού αδυνατεί να υποτάξει την Ουκρανία· δεν μπορεί όμως ούτε να τερματίσει τον πόλεμο, επειδή δεν θα είχε τίποτε να παρουσιάσει ως αποτέλεσμα της καταστροφικής σύγκρουσης που το ίδιο ξεκίνησε. Ελλείψει προόδου στο πεδίο της μάχης, το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί της Ουκρανίας και ένας υβριδικός πόλεμος εναντίον της Ευρώπης. Ο Πούτιν ίσως πιστεύει ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του, αλλά δεν θα ζήσει για πάντα. Όταν αποχωρήσει από το προσκήνιο –κατά την εκτίμησή μου, μέσα στα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια– είναι πολύ πιθανό να αναδυθεί στη Ρωσία μια νέα τάξη πραγμάτων. Δεν θα πρόκειται για φιλελεύθερη δημοκρατία· ίσως μάλιστα αποδειχθεί χειρότερη από το σημερινό καθεστώς. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, θα είναι διαφορετική, με την εξουσία λιγότερο συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ανίκανου ανθρώπου, περιστοιχισμένου από κόλακες, ο οποίος έχει φέρει τη χώρα του στα πρόθυρα της καταστροφής.

Παρότι ο Πούτιν εξακολουθεί να διατηρεί σταθερό έλεγχο της εξουσίας, δεν είναι παράλογο να φανταστούμε ότι στους κόλπους των ελίτ αρχίζει να υποβόσκει δυσαρέσκεια και να εδραιώνεται η συνειδητοποίηση ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον. Αργά ή γρήγορα, το ορθολογικό προσωπικό συμφέρον θα επικρατήσει.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), τόσο συλλογικά όσο και μέσω των επιμέρους κρατών-μελών της, χρειάζεται μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για τις σχέσεις της με τη Ρωσική Ομοσπονδία μετά τον Πούτιν. Χρειάζεται, επίσης, μια βραχυπρόθεσμη στρατηγική για τη διαχείριση της σημερινής κατάστασης έως το τέλος του καθεστώτος. Και οι δύο είναι δύσκολες, αλλά καθοριστική είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική, καθώς αυτή θα υπαγορεύσει και τη βραχυπρόθεσμη. Το σκεπτικό μου είναι ότι η διαπραγμάτευση με το καθεστώς Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου δεν είναι δυνατή. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι να ολοκληρώσει ο σημερινός πόλεμος φθοράς τον κύκλο του, έως ότου διαμορφωθεί μια παγωμένη σύγκρουση. Η στρατηγική για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης δεν πρέπει να συγχέεται με τη μακροπρόθεσμη στρατηγική.

Η Ευρώπη, με ή χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οφείλει να αποδεχθεί ότι κάποια ημέρα θα χρειαστεί να διατηρεί μια «ομαλή» σχέση με τη Ρωσική Ομοσπονδία, ίσως παρόμοια με τη σχέση που έχει με την Κίνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδέχεται τα πάντα. Ο πραγματισμός πρέπει να επικρατήσει. Η ανάγκη για ειρηνικές σχέσεις υπαγορεύεται και από τη γεωγραφία, καθώς αρκετά κράτη-μέλη συνορεύουν με τη Ρωσία. Μια τέτοια σχέση, όμως, δεν μπορεί να συνεπάγεται αποδοχή των παιχνιδιών ισχύος του 19ου αιώνα, όπως η αξίωση των Μεγάλων Δυνάμεων ότι δικαιούνται να διαθέτουν σφαίρες επιρροής – με άλλα λόγια, ότι έχουν το δικαίωμα να υποτάσσουν τους γείτονές τους. Ασφαλώς, οι ΗΠΑ παίζουν αυτό το παιχνίδι, αλλά η ΕΕ δεν πρέπει να πράττει το ίδιο. Πρέπει επίσης να πάψει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό της αποκλειστικά ως «ήπια δύναμη».

Η εξομάλυνση των σχέσεων ως μακροπρόθεσμος στόχος

Επομένως, κάποια μορφή εξομάλυνσης των σχέσεων είναι αναγκαία και πρέπει να αποτελέσει τον μακροπρόθεσμο στόχο. Οι λεπτομέρειες δεν μπορούν να αποφασιστούν σήμερα, αλλά η διαδικασία θα πρέπει να περιλαμβάνει πολεμικές επανορθώσεις για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Οι επανορθώσεις αυτές δεν θα πρέπει να έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα ούτε να αποσκοπούν στην ταπείνωση της Ρωσίας. Αυτό μας οδηγεί στη βραχυπρόθεσμη στρατηγική.

Η βραχυπρόθεσμη στρατηγική πρέπει να υπηρετεί τον μακροπρόθεσμο στόχο της ειρηνικής συνύπαρξης. Είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι οποιαδήποτε βιώσιμη λύση στον σημερινό πόλεμο μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από την ίδια τη Ρωσία. Η Δύση –η ΕΕ και η συμμαχία του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ)– δεν μπορεί να την επιβάλει. Μια τέτοια απόπειρα θα ήταν καταστροφική. Εάν δεχθούμε ότι η διαπραγμάτευση με το καθεστώς Πούτιν δεν είναι δυνατή –καθώς το ίδιο έχει αποκλείσει κατηγορηματικά οτιδήποτε υπολείπεται των μαξιμαλιστικών απαιτήσεών του, στις οποίες περιλαμβάνονται η κατάληψη των τεσσάρων νότιων περιφερειών και η αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας, με σκοπό να διευκολυνθεί η εγκαθίδρυση μιας φιλοκρεμλινικής κυβέρνησης– τότε η εναλλακτική επιλογή, δηλαδή η στρατιωτική ήττα του, ενέχει πολύ υψηλό κίνδυνο. Εάν ως ήττα νοείται η ανακατάληψη των εδαφών που σήμερα τελούν υπό κατοχή, ενδεχομένως και της Κριμαίας, η οποία προσαρτήθηκε το 2014, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι καταστροφικές. Δεν μπορεί να αποκλειστεί η χρήση τουλάχιστον τακτικών πυρηνικών όπλων, εάν το καθεστώς βρεθεί αντιμέτωπο με την κατάρρευση. Ο Πούτιν είναι σαν παγιδευμένος αρουραίος και, ως εκ τούτου, εξαιρετικά επικίνδυνος. Ευτυχώς, προς το παρόν φαίνεται να εξακολουθεί να ενεργεί ορθολογικά.

Έχουν διατυπωθεί πολλές προειδοποιήσεις –η πιο πρόσφατη από τον Ρώσο ολιγάρχη Αντρέι Μελνιτσένκο (The Economist, 11 Ιουλίου 2026)– σχετικά με όσα θα μπορούσαν να συμβούν εάν η Ρωσία κατέρρεε και οι δυτικές κυβερνήσεις θεωρούνταν υπεύθυνες γι’ αυτό. Αναμφίβολα, οι προειδοποιήσεις αυτές έχουν σχεδιαστεί για να αποτρέψουν, μέσω του φόβου, τις δυτικές κυβερνήσεις από το να στηρίζουν την Ουκρανία. Ωστόσο, η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι ζωτικής σημασίας, πρωτίστως για την προστασία της από τις πυραυλικές επιθέσεις, οι οποίες είναι το μόνο ουσιαστικά μέσο που μπορεί πλέον να χρησιμοποιήσει η Ρωσία, τώρα που η Ουκρανία έχει τελειοποιήσει την τέχνη του πολέμου με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς.

Σε κάθε περίπτωση, η Ουκρανία πιθανότατα δεν διαθέτει τα μέσα για να ανακτήσει σημαντικές εδαφικές εκτάσεις. Είναι απίθανο να μπορέσει να «νικήσει» τη Ρωσία, με οποιαδήποτε έννοια του όρου, ακόμη και αν η πολεμική οικονομία της τελευταίας αρχίζει να κλονίζεται. Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα μαζικής στρατολόγησης, ενώ στην κοινωνία και στην ηγεσία της υπάρχει υψηλός βαθμός ανοχής απέναντι σε απώλειες που για οποιαδήποτε άλλη χώρα θα ήταν αβάσταχτες: ο συγκλονιστικός αριθμός των 1,4 εκατομμυρίων συνολικών απωλειών στο πεδίο της μάχης και περίπου 450.000 νεκρών.

Ανάσχεση στην εποχή του πολέμου φθοράς

Η βραχυπρόθεσμη πολιτική που απαιτείται πρέπει να αποτελεί κάποια μορφή πολιτικής ανάσχεσης, κατά το πρότυπο της παλαιάς αμερικανικής προσέγγισης απέναντι στη Σοβιετική Ένωση κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, προσαρμοσμένης όμως σε έναν πόλεμο φθοράς χωρίς πλέον σαφείς περιορισμούς. Στόχος πρέπει να είναι η συνέχιση της άμυνας της Ουκρανίας, η προστασία των πόλεών της από την καταστροφή και η διατήρηση των σημερινών γραμμών του μετώπου.

Το σκεπτικό είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να περιμένει υπομονετικά την κατάλληλη στιγμή, καθώς ο χρόνος είναι το μόνο μέσο που διαθέτει. Ο Πούτιν πίστευε ότι η «ειδική επιχείρηση» του Φεβρουαρίου του 2022 θα ήταν σύντομη και θα ολοκλήρωνε την προσάρτηση που είχε αρχίσει το 2014. Όταν αντιλήφθηκε το λάθος του, επέλεξε –όπως κάνουν πολλά δικτατορικά καθεστώτα– να επενδύσει στη μακροχρόνια αναμέτρηση. Τώρα όμως, καθώς ο πόλεμος πλησιάζει τα τεσσεράμισι χρόνια, αυτή η μακροπρόθεσμη στρατηγική αποτυγχάνει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει απλώς να παραμείνει αδρανής. Η περαιτέρω οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής αμυντικής πολιτικής είναι ζωτικής σημασίας. Η Ρωσία πρέπει να αρχίσει να φοβάται μια ισχυρή Ευρώπη.

Υπάρχουν δύο ψυχολογικοί παράγοντες που είναι εξαιρετικά σημαντικοί για τη διαχείριση της Ρωσίας: η ταπείνωση και ο φόβος. Όπως προαναφέρθηκε, η Δύση πρέπει να αποφύγει την ταπείνωση της Ρωσίας. Η ίδια η Ρωσία πρέπει να επιλύσει το πρόβλημα Πούτιν και δεν πρέπει να εξαναγκαστεί να το κάνει. Η ταπείνωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως όπλο.

Ο άλλος παράγοντας είναι ο φόβος – και είναι πιο περίπλοκος. Το ρωσικό κράτος, από τους μηχανισμούς ασφαλείας της τσαρικής περιόδου και την KGB έως την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB), έχει θεμελιωθεί στον φόβο. Το καθεστώς Πούτιν στηρίζεται στην τρομοκρατία και έχει εξαλείψει σε μεγάλο βαθμό την αντιπολίτευση μέσω φυλακίσεων και δολοφονιών, από την Άννα Πολιτκόφσκαγια έως τον Αλεξέι Ναβάλνι. Δεν έχει εξαλείψει, όμως, τον ίδιο τον φόβο. Είναι ίσως μια πικρή κατάληξη το γεγονός ότι το καθεστώς αυτό, καθώς βρίσκεται παγιδευμένο, απομονωμένο και περιθωριοποιημένο, ζει πλέον και το ίδιο μέσα στον φόβο.

Η Ρωσία, όμως, πρέπει επίσης να φοβάται μια ισχυρή Ευρώπη, ικανή να αποδεικνύει έμπρακτα την προσήλωσή της στην υπεράσπιση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών.

————–

Gerard Delanty είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας και Κοινωνικής και Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Sussex. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το Senses of the Future: Conflicting Ideas of the Future in the World Today («Αντιλήψεις για το μέλλον: Συγκρουόμενες ιδέες για το μέλλον στον σημερινό κόσμο», De Gruyter, 2024).

Πηγή: www.socialeurope.eu

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή