«Η Ήμερη και το εικόνισμα» – Το ξετύλιγμα μιας αέναης πτώσης

by Times Newsroom
  • Του Μανώλη Ζαχείλα

Είδα, τις προάλλες, την παράσταση «Η Ήμερη και το εικόνισμα». Διασκευή και σκηνοθεσία, Μαρία Φραγκή. Δικαιούμαι, άραγε, να ισχυριστώ ότι, τώρα δα, τη βλέπω; Ή —γιατί όχι;— ότι θα τη δω κάποια στιγμή μελλοντικά; Συχνά, ο Χρόνος προσλαμβάνει δυσεξήγητες ιδιότητες. Κατέβηκα, λοιπόν, στην Πλατεία Αμερικής. Ή μήπως στην Πλατεία Αγάμων; Οι ψηφιακοί χάρτες είναι ανένδοτοι. Όλα δείχνουν ότι πέρασα το κατώφλι του Θεάτρου Αλεξάνδρεια, όμως σύντομα συνειδητοποιώ πως σέρνω τα παπούτσια μου στην αλλοτινή κατοικία του Μ. Καραγάτση. Σε κάθε γωνιά, ελλοχεύει η αβεβαιότητα και η δισημία· η ουτοπία μιας τελεσίδικης κατάφασης.

Παραδοξογραφίες· λεκτικές ακροβασίες και παίγνια. Ή μήπως παραγνωρισμένες όψεις της έννοιας του Χρόνου; Το θέατρο, άλλωστε, χαρακτηρίζεται για αυτήν την άπιαστη μεθόριο μεταξύ του καθημερινού και του «υπερκαθημερινού». Το τελευταίο, δανεισμένο από τον λόγο του Κώστα Αξελού, δεν αναφέρεται, βέβαια, σε κάτι τι το μεταφυσικό ούτε σε κάτι που θα μας αποσπάσει από την επικράτεια του τετριμμένου και του διεκπεραιωτικού. Αντιθέτως, προσκαλεί σε μία νέα και πιο διεισδυτική ανάγνωση της πραγματικότητας. Προσκαλεί σε μια δημιουργική συμμετοχή στο «Παιχνίδι του Κόσμου». Η ρουτίνα μπορεί και κρύβει εντός της τις πιο ασύμβατες έννοιες: το αναγκαίο και το τυχαίο, το προβλέψιμο και το ασυνήθιστο, το πεζό και το ποιητικό. Όλα είναι ζήτημα διαθεσιμότητας του δρώντος για μικρές ή μεγαλύτερες ρήξεις. Από τη φύση του, το θέατρο αποτελεί έναν χώρο ανοιχτό στην έννοια του παιχνιδιού. Ανάμεσα στους ηθοποιούς και στην πλατεία, ρέουν ποταμοί, που ανακατεύουν, άπαυστα, τα υλικά του πυθμένα και της όχθης. Η συνθήκη του θεάτρου επιτρέπει στο κοινό να δει, ιδίοις όμμασι, αυτό που, συχνά, υποπτεύεται για τη ζωή «εκεί έξω»: μία «άλλη» ζωή, κάπου «αλλού», παράλληλη με την πραγματική.

Ο συγγραφέας εισβάλ(λ)ει στη σκηνή, και, με λόγο λιτό, φέρνει στο φως τη δράση και το δράμα των ηρώων: «Μια γυναίκα, σχεδόν κορίτσι, σκαρφαλώνει στο ανοιχτό παράθυρο και βουτάει στο κενό», δηλώνει και αναρωτιέται: «Αλλά η πρωταγωνίστρια δεν μπορεί να είναι νεκρή. Πώς να την βάλεις να παίξει; Πριν ή μετά τη βουτιά;». Στο πλάνο που ακολουθεί και ολοκληρώνει την εισαγωγική σεκάνς, λύνονται και οι όποιες απορίες είχαν απομείνει για την κατάληξη της πλοκής· ούτε εκπλήξεις ούτε ανατροπές. Το εσχατολογικό στοιχείο της ρώσικης ψυχής καταργεί, χωρίς δισταγμούς, τις γραμμές της έναρξης και του τερματισμού· το φινάλε εμφιλοχωρεί στην ουβερτούρα του έργου, και αντιστρόφως. Όλα έχουν ειπωθεί στις πρώτες κιόλας στιγμές, και αν οι θεατές υπάκουαν στις παρορμήσεις τους, θα έπρεπε ήδη να έχουν σηκωθεί από το κάθισμα· πράγμα αδύνατο. Η ορμητική καταβύθιση στον ωκεανό των σκέψεων του Ρώσου συγγραφέα ήρθε για να γεννήσει έναν πηχτό, θεοσκότεινο βυθό. Ένα υποθαλάσσιο πλατό, όπου οι ηθοποιοί εμφανίζονται και εξαφανίζονται όπως τα αλλόκοτα εκείνα ψάρια που γλιστρούν στις ράχες και στις τάφρους της αβύσσου. Τα φώτα σβήνουν και ανάβουν στη σκηνή, δημιουργώντας την αίσθηση ενός ζωντανού πλάσματος που αναπνέει. Ο χρόνος παίρνει χαρακτήρα ανοίκειο, ονειρικό, και το κοινό, πολύ γρήγορα, θα υποχρεωθεί να υποκύψει. Θα παραιτηθεί από την ανώφελη προσπάθειά του να αγκιστρωθεί στη γνώριμη ασφάλεια της αίσθησης του πριν, του τώρα και του μετά. Γίνεται μέτοχος του «παιχνιδιού» και «ανοίγεται». Καθίσταται αυτόπτης μάρτυρας μιας τομής στον χρόνο· απότοκό αυτής, ένα ακατάσχετο αιμορραγικό επεισόδιο συνειρμών που διατρέχει το έργο μέχρι το τέλος. Είναι η ευκαιρία να εξασκηθεί στην εναρμόνισή του με μια διαφορετική χαρτογράφηση του κόσμου. Το παν μοιάζει πως έχει συμβεί άπαξ και μονομιάς. Ό,τι παρακολουθούμε, στο εξής, είναι το απειλητικό και λυτρωτικό ξετύλιγμα ενός κουβαριού που κατρακυλά, και δεν υπάρχει χέρι —θεϊκό ή μη— να διακόψει την αναγκαία, καθοδική του πορεία.

Το πράο κορίτσι του Ντοστογιέφσκι, με το εικόνισμα της Παναγίας αγκαλιά, πέφτει· πέφτει διαρκώς, από την εποχή των Πρωτοπλάστων ως και σήμερα. «Μεγάλωσε ορφανό και το ξύλο που έτρωγε δεν περιγράφεται. Δεν θα σας πει ποτέ πως της έλειψαν τα χάδια των γονιών της, είναι περήφανη. Αφήστε την να μάθει λίγο λίγο». Μέσω μιας προβολής βίντεο στην οροφή, πέφτει σε ένα ανεστραμμένο βάραθρο, που λειτουργεί συνάμα και ως τρύπα φωτός, δίκην νωπογραφίας στη θολωτή οροφή της Καπέλα Σιξτίνα. Αφήνεται στο κενό από ένα μπαλκόνι του τετάρτου ορόφου στην Πετρούπολη του 1876· από μια γέφυρα στο Παρίσι του ‘56· από τους Δίδυμους Πύργους του 2001· από ένα μπαλκόνι —και πάλι— του τετάρτου στο Μαρούσι του 2026. Οι Πτώσεις όλο λένε να συντρίψουν τον απελπισμένο άνθρωπο, και όλο το αναβάλλουν. Έρχεται, έτσι, να υπογραμμιστεί η ανάμεικτη αυτή συνθήκη της ζωής, που συμπλέκει άναρχα(;) παρελθόν, παρόν και μέλλον, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς περί της ύπαρξης του περιλάλητου «Εδώ και Τώρα». Διαφορετικά εκφρασμένου μέσα από το μοδάτο όσο και επιτακτικό «Άδραξε τη στιγμή»· το μότο μιας εποχής που απαξιώνει την ευεργετική πρόσληψη του φαινομένου του Χρόνου από μια απόσταση. Από ένα ύψος που δεν επιτρέπει ούτε την αγκύρωση στα «μικρά» συγκαιρινά, μα ούτε και την αγχωτική προσμονή ενός μέλλοντος που καταφτάνει ως καιρικό φαινόμενο, αυτόνομο, εν είδει τιμωρητικής θεομηνίας. Μια τέτοια πρόταση θα πέσει, εύκολα, θύμα παρερμηνειών. Θα κινδυνεύσει να εκληφθεί ως κάλεσμα προς αποφυγή και λοξοδρόμηση. Τουναντίον. Το ζητούμενο είναι η εμπλοκή, όχι με όρους κατάκτησης, αλλά με όρους παραγωγικής ενσωμάτωσης και αποδοχής.

Οι ήρωες στην «Ήμερη» γνωρίζουν το τι έχει συμβεί, το τι συμβαίνει και το τι θα συμβεί. Αγνοούν, πιθανότατα, το πώς και το γιατί, μα τους είναι αδιάφορο, μα και ασύμφορο να σπαταλήσουν εκεί τις δυνάμεις τους. Το σημαντικό δεν κατοικεί στις απαντήσεις, μα στην αναγκαιότητα να εμβαθύνουν στην ίδια τη διερώτηση· να ξαναμάθουνε· να ξαναμάθουνε το πώς μαθαίνουμε. «Τι σιωπή είναι αυτή; Πού είναι οι απαντήσεις;», μονολογεί ο Ενεχυροδανειστής. Το νιώθουν, πως το μυστήριο δεν προορίζεται παρά να παραμείνει μυστήριο· μια τόσο άβολη συνειδητοποίηση στον αιώνα των αχανών κέντρων συλλογής πληροφορίας και δεδομένων. Επάνω στο σανίδι, έχουν να επιτελέσουν έναν ρόλο που κλείνει το μάτι, το ίδιο πονηρά, και στη μοίρα και στη βούληση· πιόνια και πρωταγωνιστές. Δεν είναι υποταγμένοι· ούτε και επιζητούν την κυριαρχία· μεταμορφώνουν, όμως, αόρατα και δημιουργικά, τον κόσμο του τότε, του τώρα και του αύριο. Συμμετέχουν, οικειοθελώς, σε μια χαρτοπαικτική παρτίδα, όπου οι κανόνες, καίτοι αφανείς, είναι εκ προοιμίου αποδεκτοί· ακόμα και οι μπλόφες. Σημασία έχει να υπηρετήσουν τον ρόλο που τους έχει ανατεθεί· να αντλήσουν το φαρμάκι που τους αναλογεί ως το τέλος· ένα τέλος που, σα σκυταλοδρομία, περιφέρεται από γενιά σε γενιά. Μετεωρίζεται, κάνει διαρκώς πως πέφτει απ’ το μπαλκόνι· αποκαλύπτει το εκκρεμές μεταξύ του επελθόντος, του επερχόμενου και αυτού που επέρχεται, κατά τον Αξελό, ή με άλλα λόγια, του ζωντανού παρελθόντος, του σχεδιασμένου μέλλοντος και του ανοιχτού και αινιγματικού μέλλοντος. Συντονίζεται, έτσι, το μαγνητικό εκείνο πεδίο που κρατάει στην τροχιά του τη θρυμματισμένη πραγματικότητα. Ένα θραύσμα και ο άνθρωπος, που καλείται, όμως, να αποδράσει από τα σφιχτά του περιθώρια, να κρατηθεί ανοιχτός και δεκτικός· να αφεθεί στη σπείρα μιας αδιάσπαστης Ενότητας.

Το κορίτσι αυτοκτόνησε. Το κορίτσι αυτοκτονεί. Το κορίτσι θα αυτοκτονήσει. Μετέωροι και οι θεατές, ακούνε —επιτέλους— τις σκέψεις τους, μέσα στην όλο και σπανίζουσα σιωπή: «Γιατί δεν έτρεξα να αποτρέψω την πτώση; Η όψη του κοριτσιού κάτι μου θυμίζει· μήπως είμαι εγώ; Ή και όλοι μαζί;». Συμπλέκονται, δίχως πρόβα, με το μοιρολόι του Ενεχυροδανειστή: «Εγκληματίες που παριστάνετε τους τιμωρούς, που πνίγετε τις περήφανες ψυχές. Όχι δεν μπορώ, δεν θέλω να σας υπακούσω νόμοι των μικρών μυαλών». Η παράσταση κλείνει, και το καθεστώς της παγχρονίας εγκαθίσταται σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Νεκροί· ζωντανοί· μελλοθάνατοι· στο ίδιο επίπεδο. Έχουν κάτι από τον Πήλινο Στρατό του Μαυσωλείου του Αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ στην Κίνα. Καλούν σε ένα προσωρινό, έστω, «πέταγμα» προς κάπου αλλού, πέρα από το ατομικό και το συλλογικό. Κάθε ψιμύθιο καθίσταται ανώφελο. Κάθε είδους διαχωρισμός συντρίβεται στη μυλόπετρα του Χρόνου.

***

«H Ήμερη και το εικόνισμα», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Μαρίας Φραγκή, βασισμένη στη νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, «Кроткая» παίζεται μόνο για τέσσερις (4) ακόμη παραστάσεις, Σάββατο 18 και 25 Απριλίου ώρα 20:30 και Κυριακή 19 και 26 Απριλίου ώρα 19:00,στο Θέατρο «Αλεξάνδρεια» (Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής, τηλ. 2121007079).

***

O Μανώλης Ζαχείλας είναι δάσκαλος κιθάρας. Στο «KAVUKI-ARTS INCUBATOR» (www.kavuki.gr) εργάζεται πάνω σε κείμενα, ήχους και εικόνες.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή