- Γράφει η Μαρία Λάτση*

Μπορούν οι τοπικές κοινότητες να ξαναγίνουν το «δίχτυ ασφαλείας» μας σε έναν απρόσωπο κόσμο; Είναι ένα ερώτημα που καίει, ειδικά στην εποχή μας. Μετά από δεκαετίες που η γειτονιά θεωρούνταν απλώς το μέρος που «τυχαίνει να μένουμε», βλέπουμε μια στροφή προς την ανάγκη για ανθρώπινη σύνδεση. Το ερώτημα αν μπορούν οι κοινότητες να γίνουν ξανά «δίχτυ ασφαλείας» δεν είναι μόνο κοινωνιολογικό, αλλά και βαθιά πρακτικό.
Σε έναν κόσμο όπου η μοναξιά θεωρείται η «πανδημία» του 21ου αιώνα, η γειτονιά προσφέρει κάτι που το διαδίκτυο δεν μπορεί: την εγγύτητα. Το να ξέρεις το όνομα του γείτονα ή του μαγαζάτορα της γωνίας δημιουργεί μια αίσθηση ότι «ανήκεις» κάπου. Από το να κρατήσει κάποιος τα κλειδιά σου μέχρι να προσέξει ένα ηλικιωμένο άτομο που ζει μόνο του, αυτές οι μικρές πράξεις χτίζουν ένα άτυπο αλλά ισχυρό κοινωνικό συμβόλαιο.
Η «Πόλη των 15 λεπτών»
Πρόκειται για μια σύγχρονη πολεοδομική θεωρία που κερδίζει έδαφος (π.χ. στο Παρίσι ή τη Βαρκελώνη). Η ιδέα είναι ότι όλα όσα χρειάζεται ένας άνθρωπος (εργασία, τροφή, υγεία, πολιτισμός) πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση 15 λεπτών με τα πόδια ή το ποδήλατο. Αυτό ενισχύει την τοπική οικονομία, μειώνει το άγχος των μετακινήσεων και αναγκάζει τους ανθρώπους να «κατέβουν στον δρόμο» και να συναντηθούν.
Δεν είναι όλα ρόδινα. Υπάρχουν μεγάλες προκλήσεις. Η ευκολία του delivery και των online αγορών μας κλείνει μέσα στο σπίτι. Δεν χρειάζεται πια να βγούμε έξω για να «επιβιώσουμε», άρα η αλληλεπίδραση γίνεται προαιρετική. Οι άνθρωποι αλλάζουν σπίτια και πόλεις πολύ συχνά λόγω εργασίας. Είναι δύσκολο να χτίσεις «δίχτυ ασφαλείας» όταν η σύνθεση της γειτονιάς αλλάζει κάθε δύο χρόνια.
Η γειτονιά μπορεί να γίνει το «δίχτυ ασφαλείας» μας, αρκεί να θυμηθούμε ότι η ασφάλεια δεν προέρχεται από τους τοίχους, αλλά από τους δεσμούς. Όπως έλεγε και μια παλιά παροιμία: «Καλός γείτονας, καλύτερος κι από συγγενή».
Ωστόσο θα παρατηρήσει κάποιος ότι υπάρχουν προβλήματα αξεπέραστα στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Η ανωνυμία της πολυκατοικίας είναι ίσως το πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτού που ονομάζουμε «μοναξιά μέσα στο πλήθος». Η ζωή είναι όντως σκληρή και οι ρυθμοί αλλοπρόσαλλοι: τρέχουμε για τη δουλειά, γυρνάμε κουρασμένοι, κλειδωνόμαστε στο σπίτι και η πόρτα του γείτονα φαντάζει ως το «σύνορο» ενός ξένου κράτους. Πώς μπορεί λοιπόν να σπάσει αυτός ο πάγος σε ένα τόσο «παγωμένο» περιβάλλον; Χωρίς να ακούγονται ουτοπικές, υπάρχουν κάποιες πολύ μικρές, σχεδόν «αόρατες» κινήσεις:
Η δύναμη της «Καλημέρας». Ακούγεται απλοϊκό, αλλά σε μια πολυκατοικία όπου όλοι αποφεύγουν το βλέμμα των άλλων στο ασανσέρ, η επίμονη και ευγενική καλημέρα σπάει τον τοίχο της καχυποψίας. Είναι το πρώτο βήμα για να πάψει ο άλλος να είναι «απειλή» ή «ξένος».
Η διαχειρίστρια ως «γέφυρα». Αφού είναι το μόνο πρόσωπο που γνωρίζετε, θα μπορούσε να είναι ο συνδετικός κρίκος. Μια ιδέα θα ήταν η δημιουργία μιας απλής ομάδας στο Viber ή το WhatsApp για την πολυκατοικία (όχι μόνο για παράπονα, αλλά για αλληλοβοήθεια, π.χ. «λείπω, μπορεί κάποιος να παραλάβει ένα δέμα;»).
Στο εξωτερικό υπάρχουν οι «γιορτές της γειτονιάς» ή της πολυκατοικίας. Στην ελληνική πραγματικότητα, αυτό θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ πιο απλό, όπως μια πρόταση για έναν καφέ στην ταράτσα ή στην είσοδο για να γνωριστούν οι ένοικοι έξω από το πλαίσιο της συνέλευσης (που συνήθως είναι πεδίο μάχης).
Συχνά δεν ξέρουμε ότι ο διπλανός μας είναι ένας ηλικιωμένος που δυσκολεύεται στα ψώνια ή ένας νέος που ψάχνει δουλειά. Η αλληλεγγύη ξεκινά όταν αρχίζουμε να «βλέπουμε» τον άλλον ως άνθρωπο με ανάγκες παρόμοιες με τις δικές μας. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε στην εποχή της «αυλής» όπου όλοι έτρωγαν μαζί. Μπορούμε όμως να μετατρέψουμε την πολυκατοικία από ένα άθροισμα τσιμεντένιων κουτιών σε ένα δίκτυο ανθρώπων που, αν συμβεί κάτι δύσκολο, θα ξέρουν ποια πόρτα να χτυπήσουν.
*Η Μαρία Λάτση είναι Κοινωνική Λειτουργός
- Πρώτη δημοσίευση στο Διαδικτυακό περιοδικό προβληματισμού & γενικής παιδείας ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ, Ιούνιος 2026, τεύχος 32
