Ο Νίκος Αλεξίου είναι πολίτης του Κουίνς (Queens), του μεγαλύτερου από τα πέντε δημοτικά διαμερίσματα της Νέας Υόρκης, γνωστού και ως παγκόσμιου δημοτικού διαμερίσματος λόγω του πλήθους των εθνοτήτων που ζουν και των γλωσσών οι οποίες μιλιούνται στην επικράτειά του. Γεννημένος στην Ελλάδα, ο Αλεξίου έφτασε στο Κουίνς για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Κοινωνιολογία και εγκαταστάθηκε στην Αστόρια. Από το 1990 είναι μέλος ΔΕΠ στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του QueensCollege, CUNY, όπου τιμήθηκε με το Βραβείο του Προέδρου για την Αριστεία στη Διδασκαλία.
Μελετητής, δάσκαλος και ιστορικός της διασποράς, ο Νίκος είναι πρωτίστως ποιητής. Πολλά από τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Έχει τιμηθεί με διάφορες λογοτεχνικές διακρίσεις, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, και του Κέντρου Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων, στην Ελλάδα, και πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, στη Νέα Υόρκη.
Οι στίχοι του μιλούν για την εμπειρία εκείνων που θυμούνται την καταγωγή τους χωρίς να έχουν πάψει ποτέ να διερευνούν τα πολλαπλά ίχνη και την ποικιλόμορφη ταυτότητα του χώρου της εγκατάστασης και της πολυετούς παραμονής τους. Αν το Κουίνς ήταν ξεχωριστή πόλη θα ήταν μια από τις μεγαλύτερες και πλέον ανεπτυγμένες των ΗΠΑ. Κάτι που γίνεται αμέσως φανερό στην καινούργια ποιητική συλλογή του Αλεξίου, που υπό τον τίτλο «Κουίνς, Νέα Υόρκη» κάνει λόγο από τη μια πλευρά, για τον μητροπολιτικό χαρακτήρα του νεοϋρκέζικου περιβάλλοντος ενώ από την άλλη μεριά, ξετυλίγει νήματα μνήμης και ιστορίας, συνομιλεί με τους απόντες, αφουγκράζεται τη μοναξιά της πόλης, καταγράφει ανεκπλήρωτους πόθους, πικρίες, διαψεύσεις μα και τις αναμονές και προσδοκίες των ανθρώπων. Κι όλα αυτά, με μια γλώσσα πυκνή και ηθελημένα ελλειπτική, πολύσημη και ταυτοχρόνως υπαινικτική, που συνδυάζει την ελληνική εμπειρία και γνώση με τον λόγο του Ουίτμαν και του Πάουντ, αλλά και του Καβάφη (χωρίς να εγκλωβίζεται σε μιμήσεις ή επιδράσεις), σε ένα ενιαίο ιδίωμα το οποίο δεν αργεί να αποκτήσει υπαρξιακές διαστάσεις μαζί με μια υποβλητικά εξατομικευμένη ατομική χροιά, μετατρέποντας το προσωπικό βίωμα σε συλλογική εμπειρία.
Ο Νίκος Αλεξίου μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
– Σχεδόν όλα σας τα βιβλία κυκλοφορούν σε δίγλωσσες εκδόσεις. Το καινούργιο ποιητικό σας βιβλίο κυκλοφορεί ξεχωριστά σε μία αγγλική και σε μία ελληνική έκδοση. Επίσης, περιέχει μόνο μια μικρή ενότητα με ποιήματα για τους μετανάστες. Να υποθέσω πως προηγείται η καθολική προτεραιότητα της ποίησης, δηλαδή η αγωνία για το παρόν και για το μέλλον του ανθρώπου και της συλλογικής μοίρας;
Η επιλογή των δύο ξεχωριστών εκδόσεων δεν υπαγορεύτηκε από κάποια αισθητική αρχή, αλλά από πρακτικούς λόγους του εκδοτικού οίκου. Ωστόσο, το ερώτημά σας αγγίζει ένα ουσιαστικό ζήτημα που αφορά τη σχέση ανάμεσα στο συγκεκριμένο και το οικουμενικό μέσα στην ποίηση.
Δεν θα έλεγα ότι η παρουσία των μεταναστών περιορίζεται σε μια ενότητα του βιβλίου. Το ίδιο το Κουίνς είναι ένας τόπος μεταναστευτικών διαδρομών, γλωσσών και μνημών. Οι άνθρωποι που κατοικούν στους στίχους μου κουβαλούν ιστορίες μετακίνησης, απώλειας, προσαρμογής και ελπίδας. Ακόμα κι όταν δεν κατονομάζονται ως μετανάστες, η εμπειρία τους διαμορφώνει το ποιητικό τοπίο. Η ποίηση δεν εγκαταλείπει ποτέ το συγκεκριμένο για να φτάσει στο οικουμενικό. Αντίθετα, το οικουμενικό αποκαλύπτεται μέσα από το συγκεκριμένο. Το Κουίνς, συχνά παραγνωρισμένο από τις κυρίαρχες αφηγήσεις της Νέας Υόρκης, αποτελεί μια μικρογραφία του σύγχρονου κόσμου. Μέσα από τις ζωές των κατοίκων του αναδύονται ζητήματα που αφορούν όλους, όπως η εργασία, η αποξένωση, η μνήμη, η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, οι συγκρούσεις, και η αναζήτηση νοήματος μέσα σε έναν κόσμο ανισοτήτων και αβεβαιότητας.
Γι’ αυτό η αγωνία για το παρόν και το μέλλον, όπως και το άγχος της συλλογικής μοίρας, δεν βρίσκονται έξω από τη μεταναστευτική εμπειρία. Αντίθετα, γίνονται ορατά μέσα από αυτήν. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στις παρυφές του συστήματος συχνά φωτίζουν με μεγαλύτερη καθαρότητα τις αντιφάσεις του.
– Ποιος ακριβώς διεκδικεί τον ρόλο του ξένου και του αλλότριου στους στίχους σας; Πώς γράφει για τη Νέα Υόρκη ένας Έλληνας που ζει επί πολλές δεκαετίες μακριά από την Ελλάδα;
Ο ξένος στους στίχους μου δεν είναι ένα σταθερό πρόσωπο. Είναι μια θέση που διαρκώς μετακινείται. Ξένος μπορεί να είναι ο νεοφερμένος μετανάστης, αλλά και ο παλιός κάτοικος μιας πόλης που αλλάζει τόσο γρήγορα ώστε δεν την αναγνωρίζει πλέον. Ξένος είναι πολλές φορές και ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος κατοικεί ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο πολιτισμούς και δύο ιστορικές μνήμες.
Το αλλότριο δεν βρίσκεται μόνο στον άλλον. Υπάρχει συχνά μέσα μας. Είναι η αίσθηση της απόστασης ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, ανάμεσα στον τόπο που αφήσαμε και στον τόπο που κατοικούμε.
Γράφω για τη Νέα Υόρκη όχι ως επισκέπτης ούτε ως εξωτερικός παρατηρητής, αλλά ως κάποιος που έχει ζήσει τις αντιφάσεις της για δεκαετίες. Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως ένας χαμένος παράδεισος του παρελθόντος. Παραμένει μια ενεργή παρουσία που συνομιλεί με το παρόν της πόλης. Έτσι η Νέα Υόρκη προβάλλεται μέσα από ένα διπλό βλέμμα. Το βλέμμα εκείνου που έρχεται από αλλού και το βλέμμα εκείνου που έχει γίνει μέρος του εδώ. Σε μια πόλη όπως η Νέα Υόρκη, η ξενότητα παύει να είναι εξαίρεση και γίνεται κοινή ανθρώπινη συνθήκη.
– Μιλήστε μου συνολικά για τους προσανατολισμούς της ποίησής σας και για τους δεσμούς της με την αγγλική γλώσσα και την αμερικανική κουλτούρα.
Η ποίησή μου επιστρέφει διαρκώς σε ορισμένα θεμελιώδη θέματα: τον θάνατο, τον έρωτα, την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μετανάστευση, τη μνήμη και τον χρόνο. Τα ίδια μοτίβα επανεμφανίζονται από βιβλίο σε βιβλίο, όχι ως επανάληψη αλλά ως διαφορετικές εκδοχές ενός ποιήματος που συνεχίζει να γράφεται. Ίσως γι’ αυτό συχνά αισθάνομαι ότι όλο το έργο μου αποτελεί ένα ενιαίο ποίημα εν προόδω.
Με ενδιαφέρει η διερεύνηση των τραυμάτων, τόσο των προσωπικών όσο και των ιστορικών. Η ποίηση δεν προσφέρει εύκολες λύσεις, μπορεί όμως να δημιουργήσει έναν χώρο συγκίνησης, κατανόησης, και μεταμόρφωσης της εμπειρίας. Με αυτή την έννοια, η γραφή λειτουργεί ταυτόχρονα ως μνήμη, αναζήτηση, και πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.
Θα ήθελα επίσης, να επισημάνω ότι εξακολουθώ να γράφω πρωτίστως στα ελληνικά. Η επιλογή αυτή δεν είναι αυτονόητη όταν ζει κανείς και δημιουργεί σε ένα περιβάλλον όπου τα ελληνικά δεν αποτελούν κυρίαρχη γλώσσα. Οι συγγραφείς της διασποράς βρίσκονται συχνά σε μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα σε διαφορετικούς λογοτεχνικούς κόσμους, χωρίς να εντάσσονται πλήρως σε κανέναν από αυτούς. Από τη μία πλευρά, η λογοτεχνική παραγωγή της διασποράς παραμένει συχνά εκτός του κεντρικού λογοτεχνικού κανόνα της Ελλάδας. Από την άλλη, στην αμερικανική πραγματικότητα κατατάσσεται συνήθως στις λεγόμενες «εθνοτικές» λογοτεχνίες. Ταυτόχρονα, η ίδια η ελληνοαμερικανική κοινότητα, παρότι διαθέτει μια μακρά και πλούσια πολιτιστική παρουσία, δεν έχει πάντοτε αναπτύξει τους θεσμούς και τους μηχανισμούς που θα επέτρεπαν την ευρύτερη γνωριμία του κοινού με τους δικούς της ποιητές και συγγραφείς. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί αξιόλογοι ελληνοαμερικανοί λογοτέχνες παραμένουν ελάχιστα γνωστοί ακόμα και μέσα στην ίδια τους την κοινότητα. Επιπλέον, η λογοτεχνία σε μετάφραση εξακολουθεί να καταλαμβάνει ένα ιδιαίτερα μικρό ποσοστό της αμερικανικής εκδοτικής παραγωγής, γεγονός που περιορίζει περισσότερο την ορατότητα έργων που προέρχονται από μικρότερες γλωσσικές παραδόσεις. Παρ’ όλα αυτά, για μένα η ελληνική γλώσσα δεν αποτελεί απλώς μέσο έκφρασης, αλλά αποτελεί τόπο μνήμης, πολιτισμού και ποιητικής σκέψης.
Εντούτοις, η σχέση μου με την αγγλική γλώσσα και την αμερικανική κουλτούρα είναι βαθιά βιωματική. Ζώντας στη Νέα Υόρκη επί πολλές δεκαετίες, οι δύο γλώσσες έχουν γίνει μέρος της καθημερινής μου συνείδησης. Δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά αλλά συμπληρωματικά. Κάθε γλώσσα φωτίζει διαφορετικές αποχρώσεις της εμπειρίας και ανοίγει διαφορετικούς δρόμους έκφρασης. Η Ελλάδα και η Νέα Υόρκη συνυπάρχουν μέσα μου ως ένα ενιαίο εσωτερικό τοπίο. Η εμπειρία της διασποράς μετασχηματίζεται σε ποιητική μνήμη και σε μια διαρκή επιστροφή, όχι μόνο γεωγραφική αλλά και υπαρξιακή. Ίσως γι’ αυτό τα ποιήματά μου κινούνται συνεχώς ανάμεσα σε τόπους, γλώσσες και χρόνους, αναζητώντας εκείνο που συνδέει τις διαφορετικές όψεις της ανθρώπινης εμπειρίας.
– Επίσης, είστε ιδρυτής και διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Ελληνικής Διασποράς Αμερικής (HellenicAmericanProject) στο QueensCollege, ενός ερευνητικού και κοινοτικού προγράμματος αφιερωμένου στην ιστορία και τον πολιτισμό των Ελληνοαμερικανών. Το HAPτεκμηριώνει την εμπειρία των Ελλήνων της Αμερικής, συγκεντρώνοντας αρχεία, προφορικές ιστορίες, και λειτουργώντας ως βιβλιοθήκη, γκαλερί, και μουσείο. Μιλήστε μου για τη δουλειά σας εκεί και στο QueensCollege.
Το Hellenic American Project στο QueensCollege, CUNY(www.hapsoc.org) είναι ένα ερευνητικό και πολιτιστικό κέντρο αφιερωμένο στη μελέτη και την τεκμηρίωση της ελληνικής παρουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για έναν χώρο που συνδυάζει την έρευνα, την αρχειακή εργασία, τη δημόσια ιστορία και την εκπαίδευση.
Στο Κέντρο διατηρούμε αρχειακές συλλογές που προέρχονται από οργανισμούς, κοινότητες και ιδιώτες. Παράλληλα, η βιβλιοθήκη μας επικεντρώνεται αποκλειστικά στη λογοτεχνική και επιστημονική παραγωγή των Ελλήνων της Αμερικής, αποτελώντας ένα σημαντικό εργαλείο για ερευνητές, φοιτητές και συγγραφείς. Ως μουσειακός χώρος, το HAP φιλοξενεί μόνιμη έκθεση αφιερωμένη στην ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρουσιάζοντας τεκμήρια, φωτογραφίες και αντικείμενα που φωτίζουν τις διαδρομές και τις εμπειρίες των μεταναστών. Παράλληλα, λειτουργεί ως γκαλερί με αποκλειστικό προσανατολισμό στην εικαστική δημιουργία των Ελλήνων της Αμερικής, διοργανώνοντας εκθέσεις ζωγραφικής και φωτογραφίας που αναδεικνύουν τόσο το έργο καταξιωμένων καλλιτεχνών όσο και νέων δημιουργών. Με τον τρόπο αυτό, το Κέντρο δεν περιορίζεται στη διαφύλαξη του παρελθόντος, αλλά συμμετέχει ενεργά στη στήριξη και προβολή της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής της ελληνοαμερικανικής κοινότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το πρόγραμμα προφορικών ιστοριών. Εκείνο που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι η διάσωση ιστοριών που διαφορετικά θα χάνονταν. Κάθε φωτογραφία, κάθε επιστολή, κάθε αφήγηση ζωής αποτελεί ένα μικρό κομμάτι της συλλογικής μνήμης της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή από τη μετανάστευση και την εγκατάσταση έως τη διαμόρφωση μιας σύνθετης ελληνοαμερικανικής ταυτότητας.
Ταυτόχρονα, η καταγραφή και η τεκμηρίωση των Ελλήνων της Αμερικής δεν αφορά απλώς τη μελέτη μιας επιμέρους εθνοτικής ομάδας μέσα στο μεγάλο μωσαϊκό της αμερικανικής κοινωνίας. Αποτελεί και έναν τρόπο κατανόησης της ίδιας της Αμερικής και ιδιαίτερα της Νέας Υόρκης ως πολυπολιτισμικών κοινωνιών που διαμορφώθηκαν μέσα από διαδοχικά κύματα μετανάστευσης. Η ιστορία των Ελλήνων της Αμερικής είναι αναπόσπαστο μέρος της αμερικανικής ιστορίας. Μελετώντας τις εμπειρίες, τις προσαρμογές, τις επιτυχίες και τις δυσκολίες τους, φωτίζουμε ευρύτερες διαδικασίες που αφορούν τη συγκρότηση της αμερικανικής κοινωνίας, τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων και τη συνεχή διαμόρφωση της πολυπολιτισμικής πραγματικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εργασία μου στο QueensCollege συνδέεται άμεσα με αυτή τη δραστηριότητα. Προσπαθώ να γεφυρώσω τη διδασκαλία με την έρευνα, δίνοντας στους φοιτητές τη δυνατότητα να εργαστούν με πρωτογενές υλικό και να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της τεκμηρίωσης. Με αυτόν τον τρόπο, η ιστορία της διασποράς δεν παρουσιάζεται ως κάτι στατικό ή μουσειακό, αλλά ως μια ζωντανή κοινωνική διαδικασία που συνεχίζει να διαμορφώνεται και να εξελίσσεται μέχρι σήμερα.
Έργα του Νίκου Αλεξίου
«Ο Κήπος των χαμένων εσπερινών: Ποιήματα 1983-2003» (Τριλογία, δίγλωσσο), SalonicaPress, Αστόρια, ΝΥ, 2006
«Νόστος: Ποίηση κι Εξορία (δίγλωσσο)», NY, 2010, SalonicaPress, Αστόρια, ΝΥ
«Κυκλικά τραύματα», 2011, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα
«Αστόρια: Εξορία Άνθρωποι Τόποι» (δίγλωσσο), 2013, SomersetHallPress, Βοστώνη
«Η Ασημένια Σφίγγα» (δίγλωσσο), 2019, Μελάνι, Αθήνα
«Ελευσίς» (δίγλωσσο), 2023, Ι.Μ.Τ.Ι.Ι.Ε., Αθήνα
«Κουίνς», Νέα Υόρκη (αγγλικά, Queens, New York), 2026, Somerset Hall Press, Βοστώνη
