- Ludovic Voet

Ο Νόμος για την Επιτάχυνση της Βιομηχανίας (Industrial Accelerator Act – IAA) θα μπορούσε να δώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τη δυνατότητα να αναστρέψει τη μακροχρόνια συρρίκνωση της μεταποίησης. Ωστόσο, οι επικριτές του επαναφέρνουν τα ίδια ξεπερασμένα επιχειρήματα του οικονομικού φιλελευθερισμού (laissez-faire) που μας οδήγησαν εξαρχής στα σημερινά αδιέξοδα.
Σε πρόσφατη ανάλυσή του, το think tank Bruegel επαναλαμβάνει τη γνωστή θέση: να εγκαταλειφθεί ο στόχος η μεταποίηση να αντιπροσωπεύει το 20% της οικονομίας, να καταργηθούν οι κανόνες ευρωπαϊκού περιεχομένου (“Made in Europe”), να διευκολυνθούν οι κινεζικές επενδύσεις και να αφεθούν οι αγορές να λειτουργήσουν ανεμπόδιστα.
Η Ευρώπη ακολούθησε αυτή την προσέγγιση επί τρεις δεκαετίες, χωρίς ουσιαστική επιτυχία. Το αποτέλεσμα ήταν η συρρίκνωση της βιομηχανικής της βάσης, η αύξηση των εξαρτήσεων από τρίτες χώρες και η δημιουργία εύθραυστων εφοδιαστικών αλυσίδων. Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν ήταν ποτέ η έλλειψη ανοικτών αγορών. Και μόλις γίνουν σαφείς οι βασικές παραδοχές της Bruegel, τα συμπεράσματά της αποδεικνύονται πολύ λιγότερο πειστικά.
Ας εξετάσουμε το παράδειγμα των ανεμπόδιστων εισαγωγών κινεζικών φωτοβολταϊκών πάνελ και μπαταριών. Η Bruegel τις υπερασπίζεται στο όνομα του ανταγωνισμού. Όμως πραγματικός ανταγωνισμός μπορεί να υπάρξει μόνο όταν οι όροι είναι ισότιμοι. Η ίδια η Bruegel αναγνωρίζει ότι η κυριαρχία της Κίνας στις καθαρές τεχνολογίες είναι αποτέλεσμα δεκαετιών κρατικού σχεδιασμού, επιδοτήσεων και στρατηγικής ανάπτυξης παραγωγικής δυναμικότητας.
Αφού λοιπόν αποδεχόμαστε ότι η αγορά αυτή διαμορφώθηκε μέσω κρατικής παρέμβασης, είναι λανθασμένο να αντιμετωπίζουμε το σημερινό αποτέλεσμα ως ουδέτερο. Η αποδοχή προϊόντων που πωλούνται κάτω από το κόστος παραγωγής δεν αποτελεί ανταγωνισμό· σημαίνει απλώς ότι η Ευρώπη αποδέχεται τη βιομηχανική πολιτική μιας άλλης χώρας, επειδή δεν διαθέτει δική της.
Το επιχείρημα παρουσιάζει αδυναμίες και σε οικονομικό επίπεδο. Μας λένε ότι η Ευρώπη πρέπει να εξειδικεύεται σε ό,τι ήδη κάνει καλά και να εισάγει όλα τα υπόλοιπα. Πρόκειται για την κλασική θεωρία του ελεύθερου εμπορίου του 19ου αιώνα, που ανέπτυξε ο David Ricardo. Σύμφωνα με αυτή, ακόμη κι αν μία χώρα είναι καλύτερη σε όλα, όλες οι χώρες ωφελούνται όταν η καθεμία εξειδικεύεται σε εκείνα στα οποία διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η θεωρία αυτή είναι κομψή, αλλά στηρίζεται σε μία σιωπηρή υπόθεση: ότι τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μιας χώρας είναι δεδομένα και δεν μπορούν να αλλάξουν. Στην πραγματικότητα όμως, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα δεν ανακαλύπτονται· οικοδομούνται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μπαταρίες ιόντων λιθίου. Το κόστος παραγωγής τους έχει μειωθεί θεαματικά μέσα σε δεκαπέντε χρόνια, όχι επειδή η Κίνα ή η Νότια Κορέα διέθεταν κάποιο φυσικό πλεονέκτημα, αλλά επειδή επένδυσαν σε μαζική παραγωγή και πέτυχαν οικονομίες κλίμακας. Οι ανεξέλεγκτες εισαγωγές, λοιπόν, δεν διατηρούν ουδετερότητα· παγιώνουν τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες. Ένας Ευρωπαίος παραγωγός που δεν έχει ακόμη αποκτήσει αντίστοιχη κλίμακα παραγωγής φαίνεται λιγότερο ανταγωνιστικός — όχι επειδή είναι καταδικασμένος να αποτύχει, αλλά επειδή ποτέ δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναπτυχθεί.
Παρόμοιες αποφάσεις λαμβάνονται σήμερα και στον κλάδο των φωτοβολταϊκών. Οι τιμές δείχνουν ότι τα κινεζικά πάνελ είναι φθηνότερα. Ωστόσο, πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα ευρωπαϊκά φωτοβολταϊκά κοστίζουν, σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους, μόλις 14,5% περισσότερο, ενώ με στοχευμένη κρατική στήριξη η διαφορά αυτή θα μπορούσε να πέσει κάτω από το 10%.
Όπως είχε επισημάνει ο John Maynard Keynes, αυτό που είναι ορθολογικό για έναν μεμονωμένο καταναλωτή μπορεί να αποδειχθεί επιζήμιο για την κοινωνία συνολικά. Γι’ αυτό απαιτείται ευρύτερη αξιολόγηση τόσο του κόστους όσο και των οφελών.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι μεταξύ ακριβής και φθηνής ηλιακής ενέργειας. Είναι μεταξύ ενός σχετικά μικρού πρόσθετου κόστους, το οποίο αγοράζει ανθεκτικότητα, θέσεις εργασίας και βιομηχανική ικανότητα — ενώ μέρος του επιστρέφει μέσω φορολογικών εσόδων που οι εισαγωγές δεν δημιουργούν — και της ολοένα μεγαλύτερης εξάρτησης από τεχνολογίες τις οποίες η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση χαρακτηρίζει στρατηγικής σημασίας.
Η Ευρώπη ήδη πληρώνει ακριβά την έλλειψη στρατηγικής. Η γαλλική νεοφυής επιχείρηση Carbon, που σχεδίαζε τη δημιουργία ενός εργοστασίου-γίγαντα παραγωγής φωτοβολταϊκών στο Fos-sur-Mer, με περίπου 3.000 νέες θέσεις εργασίας, εγκατέλειψε το σχέδιό της λόγω έλλειψης κανονιστικής βεβαιότητας και επαρκών εγγυήσεων προς τους επενδυτές.
Η κατάρρευση αυτού του σχεδίου αποδεικνύει ότι οι αδύναμοι ή καθυστερημένοι κανόνες “Made in Europe” δεν είναι ουδέτεροι. Καθορίζουν εάν τα εργοστάσια θα χτιστούν στην Ευρώπη ή αν η ευρωπαϊκή ζήτηση θα καλυφθεί αποκλειστικά από εισαγωγές.
Το κόστος του κεφαλαίου είναι πολιτική επιλογή
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι οι κανόνες ευρωπαϊκού περιεχομένου αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης. Όμως σε μια Ένωση που διαθέτει κεντρική τράπεζα, δημόσια επενδυτική τράπεζα και κυβερνήσεις με τη δυνατότητα να κατευθύνουν τις επενδύσεις, το κόστος του κεφαλαίου αποτελεί επίσης πολιτική επιλογή.
Δεν αλλοιώνει κάποια δήθεν τέλεια ισορροπία της αγοράς· δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παραγωγικές επενδύσεις.
Ο ισχυρισμός ότι έτσι εκτρέπονται σπάνιοι πόροι βασίζεται στην υπόθεση ότι η οικονομία λειτουργεί ήδη στο μέγιστο των δυνατοτήτων της. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η Ευρώπη διαθέτει ανενεργά εργοστάσια, υποτονικές επενδύσεις και ένα ετήσιο επενδυτικό έλλειμμα που, σύμφωνα με τον Mario Draghi, προσεγγίζει τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ζητούμενο είναι να κινητοποιηθούν οι παραγωγικοί πόροι που σήμερα παραμένουν ανεκμετάλλευτοι.
Αυτό ακριβώς επισημαίνει και η πρόσφατη έκθεση της Mariana Mazzucato για τη Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUC). Μεταξύ των 300 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών εισηγμένων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι καθαρές επενδύσεις μειώθηκαν από 18,9% σε μόλις 7,4% των ακαθάριστων κερδών μεταξύ 2000 και 2024.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρειάζεται σαφώς κανόνες που θα κατευθύνουν το κεφάλαιο προς την παραγωγή, την καινοτομία και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της επιχειρηματολογίας της Bruegel είναι ότι αξιολογεί τον IAA όχι σε σύγκριση με τον πραγματικό κόσμο ή με ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις, αλλά με μια ιδανική, υποθετική πολιτική.
Ο οικονομολόγος Harold Demsetz ονόμασε αυτή τη λογική «πλάνη της Νιρβάνα» (Nirvana fallacy): συγκρίνουμε ατελείς πολιτικές με ένα ανέφικτο ιδανικό και στη συνέχεια συμπεραίνουμε ότι κάθε παρέμβαση είναι αδικαιολόγητη.
Παραδόξως, το ίδιο κριτήριο δεν εφαρμόζεται ποτέ στο ίδιο το ελεύθερο εμπόριο, παρότι το κόστος του — αποβιομηχάνιση, εξάρτηση και μειωμένη ανθεκτικότητα — είναι απολύτως πραγματικό, έστω κι αν παραμένει αόρατο στα περισσότερα οικονομικά μοντέλα.
Το να απαιτούμε συντριπτικές αποδείξεις για να αλλάξουμε πολιτική, ενώ δεν απαιτούμε καμία για να διατηρήσουμε το σημερινό καθεστώς, δεν αποτελεί ουδετερότητα. Είναι και αυτό μια πολιτική επιλογή.
Οι διαφωνίες διαπερνούν και τα δύο στρατόπεδα
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μια αντιπαράθεση μεταξύ μιας προστατευτικής Αριστεράς και μιας φιλελεύθερης Δεξιάς.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες υποστηρίζουν την ευρωπαϊκή προτίμηση για τα οχήματα, αλλά αντιτίθενται στην εφαρμογή της στις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Οι προμηθευτές τους υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο.
Οι επιχειρηματικές ενώσεις καταγγέλλουν τον IAA ως υπερβολικά παρεμβατικό, την ίδια στιγμή που κυβερνήσεις όπως της Ουγγαρίας, της Ισπανίας και της Πολωνίας επιδοτούν επενδύσεις στην παραγωγή μπαταριών, ακόμη και όταν αυτές πραγματοποιούνται με κινεζική συμμετοχή.
Η Γαλλία υποστηρίζει την ενίσχυση του τοπικού περιεχομένου, ενώ η Γερμανία και η Ιταλία δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην «ανταγωνιστικότητα».
Το εθνικό συμφέρον επηρεάζει τις θέσεις των κρατών τουλάχιστον όσο και οι ιδεολογικές τους πεποιθήσεις.
Τα συνδικάτα ζητούν μια πολιτική που θα υπηρετεί το ευρωπαϊκό συμφέρον: μια πολιτική που θα δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας στη βιομηχανία και θα ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Δεν υποστηρίζουμε τον IAA όπως είναι σήμερα· ζητούμε να ενισχυθεί.
Μια πραγματική πολιτική «Made in Europe» πρέπει να βασίζεται στις ευρωπαϊκές αξίες και να προβλέπει ότι η κρατική στήριξη προς τις επιχειρήσεις θα εξαρτάται από τον σεβασμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της δίκαιης φορολόγησης και των περιβαλλοντικών προτύπων.
Επιπλέον, ο νόμος έχει υπερβολικά περιορισμένο πεδίο εφαρμογής. Σήμερα καλύπτει μόλις το 15% της μεταποιητικής βιομηχανίας και εφαρμόζεται μόνο μέσω των δημόσιων προμηθειών, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 14% του ΑΕΠ.
Αντίθετα, θα έπρεπε να επηρεάζει συνολικά τις αποφάσεις προμηθειών και εφοδιασμού των μεγάλων επιχειρήσεων σε πολύ περισσότερους κλάδους, όπως η ψηφιακή τεχνολογία, η φαρμακοβιομηχανία και οι σιδηροδρομικές μεταφορές.
Σε ένα σημείο, πάντως, συμφωνούμε με την Bruegel: η αναμονή μέχρι το 2029 θα ήταν σοβαρό λάθος.
Σε μια ολοένα πιο ασταθή παγκόσμια οικονομία, η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί ταχύτερα και πιο αποφασιστικά για να ανασυγκροτήσει τη δική της βιομηχανική βάση.
Δεν υπάρχει πλέον χρόνος για ατέρμονες θεωρητικές συζητήσεις γύρω από την οικονομική θεωρία.
Πηγή: www.socialeurope.eu
Ο Ludovic Voet εξελέγη το 2019 Συνομοσπονδιακός Γραμματέας της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (European Trade Union Confederation – ETUC).
