65
- Γράφει ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΚΗΣ
Γειτονιά. Περνώ καθημερινά, προσπερνώ· το περίπτερο, το τυπογραφείο, η ταμπέλα του ηλεκτρολόγου, ο στολισμένος με λαμπιόνια πλάτανος, αυτοκίνητα διπλοπαρκαρισμένα, χαρτιά πεταμένα στις πρασιές, βρωμισμένοι κάδοι σκουπιδιών.
Έφτασε όμως μια τυχαία ματιά ψηλά, ένα καινούργιο φεγγάρι κι η προσμονή των Χριστουγέννων για ν’ αποκτήσουν όλα μια διαφορετική απ’ τη συνηθισμένη όψη και μια ιδιαίτερη απ’ την κοινότυπη σημασία· ακόμα και τα χρώματα του σούρουπου, όπως τ’ αγκαλιάζει με τη σιωπηλή υγρασία του, τους έδωσε μια ξεχωριστή λάμψη και τά ‘ντυσε με ανεπιτήδευτη ζεστασιά και ανάλαφρη γαλήνη.
Αυτή η αιφνίδια φυγή τής ματιάς, η απροσδόκητη ανάταση τής ψυχής, λίγο πιο πέρα απ’ τ’ ανθρώπινα και μια ανάσα πιο έξω απ’ τα καθημερινά, φωταγώγησαν εκείνη τη στιγμή και ξεκλείδωσαν το καλά κρυμμένο όλο τον χρόνο στην ψυχή μπαούλο των συναισθημάτων και της διάθεσης· ελευθέρωσαν χαμόγελα, ελπίδα, αγάπη, καλοσύνη, υπομονή.
Οι λέξεις αισθάνθηκα ν’ αποχτούν νόημα και ήχο, η «Καλησπέρα», τα «Χρόνια Πολλά», τα «Καλά Χριστούγεννα», το «Σ’ αγαπώ» ή το «Σε χρειάζομαι» ξεγυμνώθηκαν την τυπικότητα και το φευγαλέο τής τριβής και της συνήθειας, ήθελαν να ξεφύγουν απ’ τα χείλη μου σαν το μικρό παιδί που -χρόνια πριν- παραμονή Χριστουγέννων ανυπομονούσε να του ανοίξουν την πόρτα και με λαχτάρα να ρωτήσει: «Να τα πούμε;»
«Καλήν Εσπέραν άρχοντες κι αν είν’ ο ορισμός σας
Χριστού τη Θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας!»
Καλά Χριστούγεννα!
