Δεν θα ήταν υπερβολή εάν υποστηρίζαμε πως το μυθιστόρημα του Νταβίντ Ουκλές La península de las casas vacías («Η χερσόνησος των άδειων σπιτιών»), που μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, αποτελεί ένα εκδοτικό και συνάμα κοινωνικό φαινόμενο στην Ισπανία. Ιδίως σήμερα, 90 χρόνια μετά την έκρηξη του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, το βιβλίο το οποίο απέσπασε το διάσημο Βραβείο Nadal 2024 στη Βαρκελώνη και δύο χρόνια μετά την έκδοσή του εξακολουθεί να γνωρίζει τεράστια κριτική και εμπορική επιτυχία, να μεταφράζεται σε πολλές γλώσσες και συνάμα αναδεικνύεται σε μία τολμηρή φωνή υπέρ της ιστορικής μνήμης και κατά του αναθεωρητισμού και του λαϊκισμού.
Γραμμένο με ένα συναρπαστικό τρόπο, που συνδυάζει τα ονειρικά, αρχέγονα και μαγικά στοιχεία, τον συμβολισμό και την αλληγορία του «μαγικού ρεαλισμού», που επιλέγει ως τεχνοτροπία του ο συγγραφέας, μαζί με τα διακειμενικά κοινωνικά, ιστορικά κι ανθρωπολογικά στοιχεία, ο Ουκλές κατορθώνει, πλάθοντας το δικό του ‘Ανδαλουσιανό Μακόντο’ να περιγράψει μέσα από ήρωες, που ταυτόχρονα είναι και φανταστικά πρόσωπα κι ιστορικά υποκείμενα, τη φρίκη του Ισπανικού Εμφυλίου. Ανάμεσα στις ιδιαίτερες αρετές του βιβλίου, που συναρπάζουν τον αναγνώστη είναι η χρονική συμπύκνωση των ιστορικών γεγονότων κι η διαχρονία των αγροτικών ιεροτελεστιών, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο ίδιος ο συγγραφέας μετέχει ενεργά στην εξέλιξη της ιστορίας, αφήνοντας το ‘πανοπτικόν’ του για να συνομιλήσει μαζί τους, αποτελώντας κι εκείνος μέρος της ιστορίας.
Ο Νταβίντ Ουκλές βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες στην Αθήνα, προσκεκλημένος του φεστιβάλ ιβηρο-αμερικανικής λογοτεχνίας ΛΕΑ, δίνοντας αφορμή στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο να συνομιλήσουν μαζί του και για το έργο του.
Αναφορικά με την αξιοσημείωτη και αδιάλειπτη επιτυχία που είχε το μυθιστόρημά του, ο Νταβίντ Ουκλές το αποδίδει «σε δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πολιτικός: το βιβλίο αποφεύγει τη συνηθισμένη πεπατημένη του πώς εξιστορείται ένας πόλεμος. Υιοθετώ μια σύγχρονη πολιτική φωνή που αναδεικνύει τη βαρβαρότητα όλων των πλευρών, παρόλο που, λογικά, είναι ξεκάθαρο ποιοι ξεκίνησαν τον πόλεμο και ποιοι τον τελείωσαν. Ο δεύτερος λόγος, που έχει εξίσου μεγάλο βάρος, είναι το ύφος του: ο μαγικός ρεαλισμός. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό ρεύμα που για χρόνια είχε υποτιμηθεί και ξεχαστεί.»
Ήταν δύσκολο να εκδοθεί ένα τέτοιο βιβλιο, με τέτοιο θέμα; «Έγραφα αυτό το βιβλίο για 15 ολόκληρα χρόνια, από τα 19 μου έως τα 34 μου, κυρίως λόγω των εμποδίων που έβαζαν οι εκδοτικοί οίκοι γιατί μού έλεγαν συνεχώς ότι ο μαγικός ρεαλισμός δεν πουλάει πια. Εντούτοις εγώ, έβλεπα πως κι άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς χρησιμοποίησαν το ονειρικό στοιχείο για να μιλήσουν για τις πληγές των χωρών τους: ο Γκύντερ Γκρας στη Γερμανία, η Όλγα Τοκάρτσουκ στην Πολωνία, ο Στρατής Χαβιαράς με τις ελληνικές του ρίζες (στο “Ηρωικό προοίμιο”) ή η Νίνο Χαρατισβίλι από τη Γεωργία. Αναρωτιόμουν, λοιπόν: αφού εκείνοι κάνουν ένα είδος “ολικού μυθιστορήματος” με ονειρικές πινελιές και μεταφράζονται σε όλο τον κόσμο, γιατί οι Ισπανοί εκδότες απορρίπτουν το δικό μου; Πολλοί μού έλεγαν: “Μας αρέσει το βιβλίο, αλλά μαγικό ρεαλισμό δεν εκδίδουμε”. Εγώ πείσμωσα. Είπα “όχι, θα συνεχίσω να προσπαθώ” και τελικά δικαιώθηκα, καθώς τώρα το βιβλίο αποδείχθηκε άκρως εμπορικό».
Μήπως τούτη η άρνηση, δεδομένου ότι ο μαγικός ρεαλισμός τύπου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες είναι δημοφιλής, οφειλόταν στη μεγάλη έκταση του χειρογράφου; «Στην Ισπανία», εξηγεί ο Ουκλές, «αλλά και σε ολόκληρη τη Δύση, υπήρχε μια κυρίαρχη παράδοση ρεαλιστικής αυτομυθοπλασίας (autoficción). Αυτή η τάση ήταν τόσο ισχυρή που οι εκδότες δεν τολμούσαν να δοκιμάσουν τίποτα άλλο. Ευτυχώς, πλέον, στην ισπανόφωνη λογοτεχνία το σκηνικό αλλάζει. Νομίζω ότι το αναγνωστικό κοινό είχε κουραστεί και αναζητούσε κάτι πραγματικά καινούργιο».
Το βιβλίο του Ουκλές προσεγγίζει τον Ισπανικό Εμφύλιο με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, καθώς μεταφέρει στο σήμερα τις παραδόσεις και τα τελετουργικά του αγροτικού κόσμου. Πώς άραγε του γεννήθηκε αυτή η ιδέα και πώς σχεδίασε αυτή την πολυφωνική δομή; Όπως τονίζει ο ίδιος «Στην πρώτη σύλληψη του έργου, ήμουν έντονα επηρεασμένος από το Μακόντο του Μάρκες. Δεν ήθελα να αντιγράψω το μοντέλο του, αλλά να αναδείξω τα έθιμα της δικής μου γης, της Ανδαλουσίας. Ήθελα να συγκεντρώσω όλες τις ιστορίες της οικογένειάς μου σε μία και να δημιουργήσω ένα “Ιβηρικό Μακόντο” –ένα χωριό όπου το μαγικό και το πραγματικό συμβαδίζουν και στο οποίο κάθε αναγνώστης θα μπορούσε να δει τον εαυτό του. Όμως, οι ιστορίες που μου έλεγε ο παππούς μου είχαν ως φόντο τον Εμφύλιο Πόλεμο. Έτσι, στα μισά του δρόμου, κατάλαβα ότι έπρεπε να ξαναγράψω το βιβλίο. Χρειαζόμουν μια βαθύτερη παρακίνηση. Σκέφτηκα: “Αφού η ιστορία διαδραματίζεται στον Εμφύλιο, ας κάτσω να διαβάσω τι πραγματικά συνέβη”».
Από το σημείο τούτο ξετυλίγεται η περιπέτεια του βιβλίου, που η συγγραφή του απετέλεσε και μία προσωπική μαθητεία πάνω στα γεγονότα και τους ανθρώπους: «Στο σχολείο δεν μας τα μάθαιναν αυτά, ούτε οι οικογένειες άνοιγαν εύκολα το στόμα τους. Στο βιβλιοπωλείο ανακάλυψα πως παρ’όλο που το θέμα απασχολεί πολλούς συγγραφείς, ωστόσο δεν υπήρχαν μυθιστορήματα γι’ αυτό καθαυτό. Τότε αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω ιστορικά βιβλία, δοκίμια, βιογραφίες, έναν τεράστιο όγκο υλικού, συχνά με έντονη ιδεολογική φόρτιση. Εκεί συνειδητοποίησα ότι είχα στα χέρια μου το υλικό για μια σύγχρονη εθνική εποποιΐα, μια ελληνική τραγωδία όπου στο τέλος πεθαίνουν σχεδόν όλοι. Βλέποντας αυτή τη φρίκη, σκέφτηκα από τη μία λογοτεχνικά το τεράστιο δυναμικό της, και από την άλλη, ως άνθρωπος, ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ για να μάθει ο κόσμος την αλήθεια. Κι εκείνο που ξεκίνησε ως ένα “Ιβηρικό Μακόντο”, κατέληξε ένα μυθιστόρημα που έλειπε από τη χώρα μου: μια μυθοπλασία που να αφηγείται ολόκληρο τον Εμφύλιο, σε όλη την επικράτεια, από το τέλος της Δεύτερης Δημοκρατίας μέχρι την εξορία, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις μεγάλες μάχες και τις στρατηγικές κινήσεις».
Ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου είναι πως εστιάζει κυρίως στον αγροτικό κόσμο της περιφέρειας, ο οποίος συχνά μένει στο περιθώριο της Ιστορίας. «Δεν είχα άλλη επιλογή, αυτή είναι η ταυτότητά μου. Η οικογένειά μου προέρχεται από τον αγροτικό κόσμο της Ανδαλουσίας, όλοι ασχολούνται με τη συγκομιδή της ελιάς. Στο σπίτι μου δεν υπήρχε ποτέ βιβλίο, ταινία ή δίσκος. Δεν είχαμε ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό. Στη βαθιά επαρχία δεν υπάρχει “υψηλή πολιτική” με την ιδεολογική έννοια, υπάρχει η επιβίωση. Στην πατρίδα μου οι άνθρωποι ήταν εργάτες της γης, σε μια φύση άγρια, και εκείνη την εποχή το ποσοστό του αναλφαβητισμού ήταν τρομακτικό. Δεν θα μπορούσα, λοιπόν, να αφηγηθώ τον πόλεμο μέσα από τα μάτια μιας αστικής οικογένειας της Βαρκελώνης· δεν θα είχε αλήθεια. Ήθελα το βιβλίο μου να ξεχειλίζει από την αλήθεια του παππού μου και τα βιώματα της οικογένειάς μου. Εμένα δεν με δυσκόλεψε η έρευνα γιατί δεν είχα προκαταλήψεις· δεν ανήκω σε πολιτική ή στρατιωτική οικογένεια, δεν είχα κομματική ένταξη. Παρατήρησα, διασταύρωσα τις πηγές, βασίστηκα στην αντικειμενικότητα –όχι στην ουδετερότητα– και έγραψα».
Όμως, παρά την επιτυχία του βιβλίου, που θίγει ένα τέτοιο θεμα που αγγίζει και την ιστορική μνήμη και την πολιτική διαχρονικότητα, πολύς κόσμος επιδιώκει είτε να αγνοεί το παρελθόν, είτε να επιδιώκει την αναθεώρησή του. «Αυτό με ανησυχεί πολύ. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός είναι μια ορατή πραγματικότητα. Για πολλά χρόνια την ιστορία την έγραφαν οι νικητές, μετά πέρασε στους ηττημένους. Πιστεύω ότι η δική μου γενιά έχει πλέον την απαραίτητη χρονική και συναισθηματική απόσταση για να αφηγηθεί αντικειμενικά τα γεγονότα, χωρίς το τυφλό πάθος που εμποδίζει την καθαρή ματιά. Ωστόσο, ο αναθεωρητισμός στη γενιά των ανθρώπων που γεννήθηκαν το ’50 και το ’60 είναι επικίνδυνος. Σήμερα, το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι κάποιος θα βγει να πει ανοιχτά “ο Φράνκο ήταν καλός”, αλλά το να υιοθετήσει μία οπτική “ίσων αποστάσεων”. Το να λες ότι “και οι δύο πλευρές έκαναν τα ίδια κακά” αποτελεί μια μορφή “ξεπλύματος” του φασισμού. Η Ιστορία απαιτεί αυστηρή επιστημονική ακρίβεια και αυστηρότητα, όχι παραποίηση».
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΒΗΜΑ ΚΑΙ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗ
Αλλά αισθάνεται ο ίδιος ο Ουκλές πως έκλεισε τον κύκλο του με το θέμα αυτό; «Αφιέρωσα 15 χρόνια από τη ζωή μου σε αυτό το βιβλίο. Δεν πρόκειται να ξαναγράψω για τον Εμφύλιο Πόλεμο, το θέμα αυτό έκλεισε για μένα λογοτεχνικά, θεωρώ ότι το έργο είναι ολοκληρωμένο. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι αποσύρομαι από τους κοινωνικούς αγώνες. Στην καθημερινότητά μου είμαι όλο και πιο ενεργός ακτιβιστής. Την ερχόμενη Τρίτη, για παράδειγμα, θα πάω μαζί με άλλους καλλιτέχνες να συμπαρασταθώ και να κοιμηθώ στο σπίτι μιας γυναίκας που αντιμετωπίζει έξωση στη Μαδρίτη. Υπάρχουν τόσες δικαστικές και κοινωνικές μάχες, όπως ο αγώνας για την απομάκρυνση του αγάλματος του Φράνκο στην Τενερίφη, που δεν προλαβαίνω να ανταποκριθώ σε όλες».
Πού θα στραφεί όμως, το επόμενο συγγραφικό του βήμα; «Το επόμενο βιβλίο μου πραγματεύεται την πανδημία του AIDS κατά τη δεκαετία του 1980 στη Βαρκελώνη. Είναι ένας φόρος τιμής στην ανθρώπινη μνήμη. Το προηγούμενο βιβλίο αφορούσε τη δημοκρατική ή ιστορική μνήμη, αυτό αφορά την καθαρά ανθρώπινη πλευρά, διότι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκαν τότε αυτοί οι ασθενείς ήταν αποτρόπαιος, μια πραγματική βαρβαρότητα. Θέλω να τιμήσω τη μνήμη των πολλών δημιουργών και καλλιτεχνών που χάθηκαν τότε. Φυσικά, πρωτεύων στόχος της λογοτεχνίας μου δεν είναι η στείρα πολιτική καθοδήγηση –για αυτό θα έγραφε κανείς ένα δοκίμιο. Θέλω ο αναγνώστης να ταξιδέψει, συγκινηθεί, και αν μέσα από αυτή τη διαδρομή ενισχυθεί και η ιστορική του συνείδηση, τότε θα είμαι διπλά ευτυχισμένος».
Θα μπορούσε όμως πάλι κάποιος να σκεφθεί πως το θέμα συνδέεται απόλυτα και με το σήμερα, καθώς η τοτινή περιθωριοποίηση των ασθενών του AIDS, μοιάζει με τη μεταχείριση που επιφυλάσσει σήμερα η κοινωνία στους μετανάστες, τις γυναίκες ή άλλες ευάλωτες κοινότητες; «Απολύτως», απαντά ο Ουκλές. «Μπορούμε να κάνουμε πολλούς παραλληλισμούς με τη σύγχρονη εποχή. Τα βιβλία λειτουργούν ως καθρέφτης των σύγχρονων προβλημάτων που σχετίζονται με την απώλεια της ελευθερίας και την άνοδο του πολιτικού εξτρεμισμού. Αν, για παράδειγμα, το ακροδεξιό κόμμα Vox αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη στην κεντρική κυβέρνηση της χώρας μου και ελέγξει υπουργεία, τα πράγματα θα γίνουν πολύ σκούρα, όπως έχουμε δει σε Περιφέρειες όπου συγκυβερνά: έχουν καταργήσει τοπικούς νόμους για τη Δημοκρατική Μνήμη, ενώ προσπαθούν να περιορίσουν δραστικά δικαιώματα όπως η άμβλωση μέσω του λεγόμενου “Σχεδίου για την Οικογένεια”, ενώ έχουμε δει μέχρι και λογοκρισία βιβλίων σε βιβλιοθήκες. Εάν δω ότι τα δικαιώματά μου ως ομοφυλόφιλου απειλούνται ή ότι ασκείται θεσμική βία εναντίον μου, σου υπογράφω ότι θα φύγω από τη χώρα. Η εξορία είναι μια πιθανότητα που μπορεί να αντιμετωπίσουμε ξανά στο μέλλον».
Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ (VOX)
Έχει αντιμετωπίσει κι ο ίδιος προσωπικά προβλήματα ή απειλές για τη σωματική του ακεραιότητα λόγω των θέσεών του; «Ναι, βέβαια. Στην πόρτα του διαμερίσματός μου στη Μαδρίτη βρήκα γραμμένο ένα ομοφοβικό σύνθημα που έλεγε: “Φύγε, αδερφή, από τη Μαδρίτη”. Μετά το έσβησαν, αλλά το γεγονός ότι συνέβη στο κτίριό μου με επηρέασε. Προσωπικά, έχω υποστεί λογοκρισία σε τρεις εκδηλώσεις μου, κάτι που δεν έχω δημοσιοποιήσει ποτέ μέχρι σήμερα. Το Vox μού ακύρωσε μια παρουσίαση σε θέατρο στη Μαδρίτη και δύο στην Αλκαλά ντε Ενάρες, αντικαθιστώντας την πρώτη με μία ταυρομαχία. Όταν τελικά κατάφερα να μιλήσω στην Αλκαλά ντε Ενάρες, έκανα το αντίθετο απ’ ό,τι μου συνέστησαν οι υπεύθυνοι: μίλησα για πολιτική. Επιπλέον, η τοξικότητα στα social media είναι τρομακτική. Μόλις χθες, ένας χρήστης του Twitter έγραψε: “Αν πετύχω τον Νταβίντ στον δρόμο, θα τον πατήσω με το αυτοκίνητο”. Μου το έστειλαν φίλοι, και τη Δευτέρα θα πάω στην αστυνομία να καταθέσω μήνυση. Εκείνο που με τρομάζει περισσότερο είναι η επίδραση που έχει όλο αυτό στη νεολαία. Όταν γυρίζω το βράδυ από ένα πάρτι μαζί με τον σύντροφό μου, δεν του πιάνω ποτέ το χέρι στον δρόμο γιατί πλέον είμαι αναγνωρίσιμος, αν με πετύχει μια ομάδα πέντε εφήβων που ψηφίζουν Vox, το πιο πιθανό είναι να με σαπίσουν στο ξύλο.»
Γιώργης-Βύρων Δάβος
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
