Η ελληνική κοινωνία μοιάζει να κατοικεί, εδώ και δεκαετίες, σε ένα απέραντο, νοητό καφενείο. Από τις ιστορικές συζητήσεις του 1904, όπου οι θαμώνες έδιναν οδηγίες στον Ρώσο στρατηγό Κουροπάτκιν για το πώς θα κερδίσει τον πόλεμο, μέχρι τα σημερινά «παράθυρα» των τηλεοπτικών εκπομπών και τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το σκηνικό παραμένει το ίδιο: μια εκκωφαντική πολυφωνία χωρίς βάθος. Σήμερα, η αργόσχολη κριτική και η ημιμάθεια έχουν μετακομίσει από το μάρμαρο του καφενείου στην ψηφιακή αρένα. Η ανάγκη του Έλληνα να έχει «άποψη επί παντός επιστητού», τροφοδοτούμενη από μια εκρηκτική ιδιοσυγκρασία και μια βαθιά εσωτερική ανασφάλεια, έχει μετατρέψει τον δημόσιο διάλογο σε ένα τρελοκομείο κραυγών. Σε έναν κόσμο που όλοι μιλούν ταυτόχρονα, η ουσία χάνεται στον θόρυβο, αφήνοντας το ερώτημα «πού πάμε;» να αιωρείται πάνω από ένα πληκτρολόγιο που δεν γνωρίζει σύνορα, αλλά ούτε και στοιχεία.
- Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
Κάποτε στην Ελλάδα ήταν τα καφενεία όπου γινόταν πανζουρλισμός. Ήταν τα πράσινα, τα κόκκινα, τα γαλάζια… Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Όλοι ήξεραν τι θα έπρεπε να κάνει ο πρωθυπουργός με τους αγρότες, με τους Τούρκους, με τους Αμερικανούς και τους Ρώσους κ.λπ. Αυτό λοιπόν το κλίμα έχει μεταφερθεί πλέον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις εκπομπές της τηλεόρασης. Έτσι νιώθω ότι η ελληνική κοινωνία είναι ένα απέραντο καφενείο. Όλοι κρίνουν και κατακρίνουν, πολλές φορές με υβρεολόγιο, οι εκπομπές στην τηλεόραση είναι ένα απέραντο κουτσομπολιό και οι λεγόμενες πολιτικές εκπομπές είναι ένα τρελοκομείο: όλοι μιλάνε ο ένας απάνω στον άλλο, όλοι φωνάζουν, ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια…
Και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όλοι γνωρίζουν τα πάντα και θυμίζουν το “δεξιότερα Κουροπάτκιν”. Ο Κουροπάτκιν ήταν ο στρατηγός του Ρωσικού στρατού στον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο το 1904. Οι Έλληνες της εποχής που ξημεροβραδιάζονταν στα καφενεία της Ομόνοιας και της πλατείας Συντάγματος και που είχαν άποψη για τα πάντα, σύστηναν στον ρώσο στρατηγό να κινηθεί δεξιότερα για να αποφύγει τους ελιγμούς των Ιαπώνων που τελικά κέρδισαν κατά κράτος. Η φράση «δεξιότερα Κουροπάτκιν», έμεινε μνημείο της καφενόβιας κριτικής.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς αυτό αγγίζει την καρδιά μιας ελληνικής παθογένειας που φαίνεται να είναι διαχρονική, αλλάζοντας απλώς «στέγη». Η μεταφορά από το μαρμάρινο τραπέζι του καφενείου στην οθόνη του κινητού, του υπολογιστή και στο τηλεοπτικό «παράθυρο» δεν άλλαξε την ουσία, αλλά γιγάντωσε την κλίμακα. Ας δούμε μερικές σκέψεις πάνω σε αυτό το «απέραντο ψηφιακό καφενείο».
Το Σύνδρομο του «Προπονητή της Κερκίδας»
Στο παλιό καφενείο, η εμβέλεια της γνώμης του καθενός έφτανε μέχρι τον διπλανό του. Σήμερα, ο «ξερόλας» έχει τηλεβόα. Το φαινόμενο με τον Κουροπάτκιν είναι αυτό που η ψυχολογία ονομάζει Dunning-Kruger: όσο λιγότερα ξέρει κάποιος για ένα θέμα, τόσο περισσότερη αυτοπεποίθηση έχει για τη γνώμη του.
Η ελληνική κοινωνία ανέκαθεν αγαπούσε τον ρόλο του κριτή. Τότε μπορεί να ρωτούσε «γιατί δεν έκανε την κίνηση ο στρατηγός;»
Σήμερα οι ερωτήσεις ελαφρώς διαφέρουν: «Γιατί ο γιατρός έδωσε αυτό το φάρμακο;», «γιατί ο οικονομολόγος λέει αυτά;», «γιατί ο πρωθυπουργός δεν τα δίνει όλα στους αγρότες;» Η αυθεντία έχει καταρρεύσει. Πλέον, η γνώμη του ειδικού εξισώνεται με τη γνώμη του ανώνυμου σχολιαστή, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο σχετικισμό όπου «η δική μου αλήθεια είναι πάνω από τα γεγονότα».
Η τηλεόραση δεν ενημερώνει πια, αλλά αναπαράγει τον θόρυβο. Οι εκπομπές δεν στοχεύουν στη σύνθεση απόψεων, αλλά στη σύγκρουση (το λεγόμενο conflict interest). Ο τηλεθεατής δεν παρακολουθεί για να μάθει, αλλά για να δει ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά, ποιος θα «στολίσει» τον άλλον καλύτερα. Είναι η μετατροπή της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής σε reality show.
Το «Δεξιότερα Κουροπάτκιν» στην εποχή των αλγορίθμων
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν κάνει κάτι χειρότερο από το καφενείο: μας κλείνουν σε «θαλάμους αντήχησης» (echo chambers). Στο καφενείο, ίσως άκουγες και μια αντίθετη γνώμη από τον διπλανό. Στο Facebook, ο αλγόριθμος σού δείχνει μόνο όσους συμφωνούν μαζί σου, κάνοντάς σε να νιώθεις ότι ολόκληρος ο κόσμος έχει την ίδια (συχνά λανθασμένη) άποψη με σένα.
Αν συνεχίσουμε έτσι, οδηγούμαστε σε μια κοινωνία του θορύβου, όπου η ουσιαστική λύση των προβλημάτων θάβεται κάτω από κραυγές. Και το ερώτημα είναι αν υπάρχει κάποιο φως στην άκρη του τούνελ, αν υπάρχει διέξοδος.
Ίσως η επιστροφή στην πνευματική ταπεινότητα. Να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε άποψη για τα πάντα (από την επιδημιολογία μέχρι τη γεωπολιτική της Ανατολικής Ασίας ή της νότιας Αμερικής) και να αρχίσουμε να ακούμε περισσότερο από όσο μιλάμε.
«Η ημιμάθεια είναι χειρότερη της αμάθειας», έλεγαν οι παλιοί, και ο Κουροπάτκιν θα συμφωνούσε απόλυτα από το βάθος της ιστορίας.
Είναι φανερό ότι αυτή η ανάγκη του Έλληνα να έχει πάντα την «τελευταία λέξη» πηγάζει από μια βαθιά ανασφάλεια και επιπλέον είναι κομμάτι της εκρηκτικής μας ιδιοσυγκρασίας; Δηλαδή είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός που δημιουργεί αυτό το μοναδικό «ελληνικό παράδοξο». Αν το καλοσκεφτούμε, η ανασφάλεια και η ιδιοσυγκρασία λειτουργούν σαν το φιτίλι και την πυρίτιδα.
Είμαστε ένας λαός εξωστρεφής, με έντονο ταμπεραμέντο και μια βαθιά ριζωμένη ανάγκη για συμμετοχή στα κοινά, που έρχεται από πολύ παλιά. Για τον Έλληνα, το να «μην έχει άποψη» θεωρείται σχεδόν κοινωνική ήττα ή ένδειξη αδιαφορίας. Έτσι, το πάθος για τη συζήτηση συχνά ξεπερνά τα όρια της λογικής και μετατρέπεται σε «φωνασκία». Το καφενείο ήταν πάντα το δικό μας «κοινοβούλιο των απλών ανθρώπων», όπου ο καθένας ένιωθε για λίγο πρωταγωνιστής των εξελίξεων.
Η ανασφάλεια: Η γνώμη ως «πανοπλία»
Εδώ κρύβεται η πιο βαθιά αιτία. Η ανάγκη να ξέρουμε τα πάντα (ή να δείχνουμε ότι τα ξέρουμε) είναι συχνά ένας αμυντικός μηχανισμός. Σε μια χώρα με ιστορικά ασταθές περιβάλλον, ο Έλληνας ένιωθε συχνά ότι «τον μαγειρεύουν» χωρίς αυτόν. Η παντογνωσία είναι ο τρόπος μας να νιώθουμε ότι έχουμε τον έλεγχο σε έναν κόσμο που μας φαίνεται χαοτικός ή άδικος.
Αν «ξέρω» τι φταίει, αν «ξέρω» πού πρέπει να πάει ο Κουροπάτκιν, τότε δεν είμαι το θύμα των εξελίξεων, αλλά ένας (νοητός) ρυθμιστής τους.
Όταν αυτά τα δύο ενώνονται στα social media, το αποτέλεσμα είναι αυτό: μια κοινωνία που δεν ακούει. Η ανασφάλεια μάς κάνει επιθετικούς (για να μην φανούμε αδύναμοι). Η ιδιοσυγκρασία μάς κάνει θρυαλλίδες (έτοιμους να εκραγούμε για μια διαφωνία).
Έτσι, αντί για διάλογο, έχουμε παράλληλους μονολόγους. Το τραγικό είναι ότι ενώ το παλιό καφενείο είχε και μια δόση χιούμορ ή αυτοσαρκασμού (που γλύκαινε την κόντρα), το ψηφιακό καφενείο και η τηλεόραση έχουν γίνει συχνά μοχθηρά και σκοτεινά.
Είναι σαν να προσπαθούμε να καλύψουμε την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τους ειδικούς, υψώνοντας το ανάστημα της δικής μας «αυθεντίας».
Αυτή η κατάσταση μπορεί να διορθωθεί μέσω της παιδείας. Έτσι συνηθίζουμε να λέμε. Από την άλλη όμως σκεφτόμαστε ότι είναι πλέον τόσο βαθιά χαραγμένη στο “DNA” της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας που δύσκολα αλλάζει;
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η «παιδεία» είναι η σωστή λύση, αλλά όμως είναι και η πιο δύσκολη «ανηφόρα». Συχνά μπερδεύουμε την παιδεία με την εκπαίδευση (πτυχία, γνώσεις), αλλά αυτό που λείπει από το «απέραντο καφενείο» μας είναι η κοινωνική παιδεία: η ικανότητα να ακούμε, να σεβόμαστε τον χώρο του άλλου και να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας.
Δηλώνω απαισιόδοξος κι αυτό έχει τη βάση του σε πραγματικά εμπόδια. Όταν η τηλεόραση και τα social media αναδεικνύουν ως «επιτυχημένο» αυτόν που φωνάζει πιο πολύ, που προσβάλλει πιο έντονα ή που κάνει τον μεγαλύτερο θόρυβο, η παιδεία τίθεται στο περιθώριο. Το παιδί ή ο έφηβος βλέπει ότι ο «νταής» του πληκτρολογίου ή του παραθύρου παίρνει τα likes και τη δημοσιότητα, οπότε το θεωρεί φυσιολογικό μοντέλο συμπεριφοράς.
Η παιδεία θέλει χρόνο, σκέψη και εσωτερική καλλιέργεια. Αντίθετα, το ψηφιακό καφενείο απαιτεί ταχύτητα. Πρέπει να σχολιάσεις «τώρα», πριν καν διαβάσεις το άρθρο, μόνο από τον τίτλο. Αυτή η βιασύνη είναι ο θάνατος της κριτικής σκέψης.
Η κουλτούρα της «δικαίωσης»
Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να ταυτίζουμε τη διαφωνία με την προσωπική εχθρότητα. Αν μου πεις ότι ο Κουροπάτκιν δεν έπρεπε να πάει δεξιά, δεν το παίρνω ως μια διαφορετική στρατηγική άποψη, αλλά ως επίθεση στην προσωπικότητά μου. Αυτή η έλλειψη συναισθηματικής νοημοσύνης είναι κομμάτι της παιδείας που δεν διδάχθηκε ποτέ στα σχολεία μας.
Ίσως η αλλαγή δεν έρθει από μια γενική «διόρθωση» του DNA μας, αλλά από τον κορεσμό. Ίσως κάποια στιγμή κουραστούμε τόσο πολύ από τις φωνές, το υβρεολόγιο και το «τοξικό κουτσομπολιό», που η ηρεμία, η σοβαρότητα και η σιωπή να γίνουν τα νέα ζητούμενα.
Όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός, «όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι», ίσως αναγκαστούμε να αλλάξουμε. Αλλά, αυτό απαιτεί μια εσωτερική επανάσταση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα στο σύνολο.
«Η παιδεία είναι το δευτερεύον φως της ζωής μας», έλεγαν οι αρχαίοι. Το θέμα είναι αν θέλουμε να ανάψουμε αυτό το φως ή αν προτιμάμε να ζούμε στα πυροτεχνήματα των εντυπώσεων.
