Φωτογραφία από την ταινία «Το Δείπνο του Φράνκο» – Πηγή Φωτογραφίας: Weirdwave
Μία εβδομάδα πριν από την πολυαναμενόμενη άφιξη τής «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν, τέσσερις από τις καινούργιες ταινίες, περιστρέφονται λίγο – πολύ γύρω από τη μουσική και την αγάπη γι’ αυτήν. Πρόκειται για το δραματικό θρίλερ «Tuner», του Ντάνιελ Ρόερ, το γερμανικό δράμα «Αντικατοπτρισμοί 3» του Κρίστιαν Πέτσολντ, την κομεντί «Η Μπαλάντα των Ονείρων» του Τζον Κάρνεϊ και το ριμέικ της Disney «Βαϊάνα», σε ζωντανή δράση και μπόλικα όμορφα τραγούδια, με τον Γουέιν Τζόνσον. Επίσης, προβάλλονται η ξεκαρδιστική ισπανική σάτιρα «Το Δείπνο του Φράνκο» και το έκτο κεφάλαιο του γνωστού φραντσάιζ τρόμου «Evil Dead Burn». Σε επανέκδοση το κλασικό θρίλερ του Χίτσκοκ «Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσης», με την εκθαμβωτική Γκρέις Κέλι και το υπέροχο, αξέχαστο μιούζικαλ «Ωραία μου Κυρία», με Ρεξ Χάρισον και Όντρεϊ Χέμπορν.
Tuner
(«Tuner») Δραματικό θρίλερ, αμερικάνικης και καναδικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ντάνιελ Ρόερ, με τους Λίο Γούντολ, Χαβάνα Ρόουζ Λιου, Λιόρ Ραζ, Τόβα Φέλντσου, Ντάστιν Χόφμαν, Ζαν Ρενό κα.
Φιλόδοξο εγχείρημα από τον βραβευμένο με Όσκαρ σεναρίου, για το ντοκιμαντέρ «Navalny» και πρωτοεμφανιζόμενο στη σκηνοθεσία, Ντάνιελ Ρόερ, καθώς προσπαθεί να χωρέσει τρεις θεματικές και τρία κινηματογραφικά είδη σε μία ταινία.
Απ’ τη μια, ο Καναδός σκηνοθέτης κάνει μία ταινία που συνδυάζει το δράμα με την κομεντί και το θρίλερ και απ’ την άλλη, το έγκλημα με την τέχνη της μουσικής και το love story, μεταξύ δύο νέων, ενώ βασικό στοιχείο αποτελεί και η σπάνια πάθηση του κεντρικού ήρωα.
Κι ενώ τα πάει αρκετά καλά στο κομμάτι μεταξύ μουσικής και συναισθήματος και στριμώχνει επαρκώς το θέμα της σπάνιας πάθησης του πρωταγωνιστή, τα βρίσκει μπαστούνια στο κομμάτι της εγκληματικής δράσης και στο θρίλερ.
Τουλάχιστον, έχει ως συμπαραστάτες δυο καλούς ανερχόμενους ηθοποιούς, τον Λίο Γούντολ και τη Χαβάνα Ρόουζ Λιου, αλλά και τον εμβληματικό Ντάστιν Χόφμαν, που αν και πλησιάζει τα 90 του χρόνια, παραμένει κεφάτος και όπως πάντα άνετος και ωραίος.
Ο Νίκι, ένας χαρισματικός νεαρός χορδιστής πιάνων, κάτι που οφείλεται στη σπάνια πάθηση της υπερευαισθησίας στην ακοή – οι θόρυβοι του προκαλούν τρομερούς πονοκεφάλους – έχει αφήσει πίσω του την πολλά υποσχόμενη μουσική του καριέρα ως παιδί θαύμα στο πιάνο. Έχοντας ως μέντορά του, τον ηλικιωμένο Χάρι Χόροβιτς, κουρδίζει τα πιάνα πλουσίων, αλλά και καλλιτεχνών. Έτσι, όταν θα βρεθεί μπροστά σε μία ομάδα κλεφτών, που προσπαθεί να διαρρήξει ένα χρηματοκιβώτιο, σε μία πολυτελή βίλα, όπου είχε πάει για να κουρδίσει ένα πιάνο, θα κάνει το χάρισμα της ακοής του χρήσιμο εργαλείο στις εγκληματικές επιδιώξεις τους. Όταν θα συναντήσει και θα ερωτευθεί μια ταλαντούχα πιανίστρια και θα αρρωστήσει σοβαρά ο μέντοράς του, που τον έχει σαν πατέρα, ο Νίκι θα μπει για τα καλά στη συμμορία κλεφτών, αγνοώντας τους κινδύνους.
Ξεκινώντας διερευνητικά και μάλλον αργόσυρτα, ο Ρόερ, θα ξεδιπλώσει την ιστορία ενός νέου ανθρώπου, που ταλαιπωρείται από την ασθένειά του και έχει γίνει μονόχνοτος, αναδεικνύει τη σχέση και την επιρροή του με τον μέντορά του, καθοριστική για τον χαρακτήρα του, αλλά και την απαξίωση που γνωρίζει από τους πλούσιους πελάτες του, που αγνοούν κάθε μουσική αξία και πολύ περισσότερο έναν χορδιστή.
Επαρκώς εξυπηρετεί το αισθηματικό κομμάτι, μεταξύ του ήρωα και της νεαρής ταλαντούχας πιανίστριας και της πατρικής σχέσης του με τον μέντορα, αλλά τα κάνει μούσκεμα όταν βάζει στην εξίσωση και το θρίλερ, με την κρυφή εγκληματική του δράση.
Αφενός, δεν πείθει ποτέ για τη δράση της συμμορίας – μπαίνει, κλέβει και φεύγει, λες και είναι αόρατη, κανείς δεν ασχολείται μαζί της – και αφετέρου δεν δημιουργεί ούτε στοιχειωδώς μια αίσθηση αγωνίας, το βασικότερο συστατικό για ένα θρίλερ.
Πάντως, το φιλμ βλέπεται ευχάριστα, κυρίως λόγω της ανθρώπινης ματιάς πάνω στους ήρωες, τις καλές ερμηνείες, αλλά και την παρουσία του Ντάστιν Χόφμαν, όπως και της στιγμιαίας εμφάνισης τού θρυλικού τζαζίστα Χέρμπι Χάνκοκ, που έχει υπογράψει πολλά αξιοθαύμαστα σάουντρακ και έχει τιμηθεί με το Όσκαρ μουσικής.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας νεαρός χαρισματικός χορδιστής πιάνων, που πάσχει από μία σπάνια ασθένεια ακοής, δουλεύει στη Νέα Υόρκη, μαζί με τον ηλικιωμένο μέντορά του, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες, μέχρι που γνωρίζεται με μία νεαρή ταλαντούχα πιανίστρια και μπλέκεται με μία συμμορία ληστών χρηματοκιβωτίων.
Το Δείπνο του Φράνκο
(«La Cena») Κωμωδία, ισπανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα, με τους Μάριο Κάσας, Αλμπέρτο Σαν Χουάν, Ασιέρ Ετσεανδία, Οσκαρ Λασάρτε, Νόρα Ερνάντες κα.
Ο χρόνος γιατρεύει τα τραύματα, λειαίνει ακόμη και τις πιο ζοφερές καταστάσεις, εποχές που στιγμάτισαν ολόκληρους λαούς. Κάτι που γίνεται φανερό και στην κωμωδία εποχής του γνωστού, για τις ανάλαφρες κωμωδίες, Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα, ο οποίος φέρνει ξανά στο προσκήνιο την εποχή του δικτάτορα Φράνκο, μισό αιώνα από τον θάνατό του.
Βασισμένος σε ένα θεατρικό έργο του 1998, που δεν ήταν όμως κωμωδία, ο Μανουέλ Γκόμεθ Περέιρα («Ο Έρωτας Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία») στήνει πάνω στο ιστορικό πλαίσιο, μία υπόθεση μυθοπλασίας, θέλοντας να σατιρίσει την εποχή, αλλά και τον «τρομερό» Φράνκο, τον οποίο παρουσιάζει περισσότερο ως καρικατούρα.
Άλλωστε, ο Φράνκο, δεν είναι το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας του, αλλά ένας νεαρός αξιωματικός του εθνικού στρατού και ο διευθυντής του ξενοδοχείου, όπου γίνεται το δείπνο προς τιμήν του «αρχιστράτηγου» και οι μάγειρες και το προσωπικό της κουζίνας, που ανήκουν στους δημοκρατικούς και μαζί με τα εδέσματα μαγειρεύουν και την απόδρασή τους. Δηλαδή, μία παραλλαγή της περιπέτειας του Τζον Χιούστον «Η Απόδραση των Έντεκα», μόνο που εδώ δεν είναι πρωταγωνιστής το ποδόσφαιρο και ο αγώνας στο Παρίσι, μεταξύ αιχμαλώτων και γερμανικής ομάδας, αλλά η γαστρονομία και η προετοιμασία ενός ξεχωριστού δείπνου.
Το 1939, δυο εβδομάδες μετά το τέλος του ισπανικού εμφυλίου και ενώ έχουν επικρατήσει οι εθνικιστές δυνάμεις, ο αρχιστράτηγος Φράνκο διατάσσει να τελεστεί ένα επίσημο δείπνο στο καλύτερο ξενοδοχείο της Μαδρίτης, το Παλλάς, το οποίο, όμως, είχε μετατραπεί σε πολεμικό νοσοκομείο, έχει παρακμάσει και δεν είναι έτοιμο για κάτι τέτοιο. Ένας νεαρός αξιωματικός επισκέπτεται το ξενοδοχείο και λέει τα νέα στον διευθυντή του, ο οποίος πρέπει να προλάβει να ετοιμάσει τον χώρο για τον υψηλό προσκεκλημένο. Επίσης, έχει χάσει όλους τους ανθρώπους της κουζίνας, που βρίσκονται κρατούμενοι ως υποστηρικτές των δημοκρατικών. Ο αξιωματικός θα δεχθεί να βγουν από τη φυλακή και να επιστρέψουν στο πόστο τους, ενώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο πολύπλοκα όταν έρχεται ένας ανώτερος αξιωματικός, ένας φανατικός φαντασμένος φασίστας.
Η κωμωδία του Περέιρα βγάζει αρκετό γέλιο ομολογουμένως, καθώς κρατά καλά τον ρυθμό της, φλερτάρει με το βοντβίλ και ενσωματώνει συμπαθητικά φαρσικά στοιχεία, ενώ ταυτόχρονα βάζει και μία δόση αγωνίας για την τύχη του προσωπικού και την επιχείρηση απόδρασης.
Εκεί που η ταινία χλομιάζει είναι στην επιδίωξη του Ισπανού σκηνοθέτη να κρατήσει χαμηλούς τόνους στο πεδίο της σάτιρας, για μια μελανή ιστορία της ευρωπαϊκής ιστορίας, αντικαθιστώντας ένα κινηματογραφικό πικάντικο δείπνο με μία χλιαρή πολιτική σούπα.
Μπορεί να μην είναι άστοχη η εμφάνιση του Φράνκο ως κνόδαλο, ενός ασήμαντου ανθρωπάκου, που η φήμη του τρομοκράτησε Ισπανούς και Ευρωπαίους, αλλά αυτό δεν αρκεί για να σατιρίσεις μία εποχή, που στιγμάτισε την Ισπανία και την Ευρώπη.
Έξοχος, ο Αλμπέρτο Σαν Χουάν, προσεγγίζοντας τον ρόλο του διευθυντή του ξενοδοχείου Πιτερσελερσικά και συμπαθέστατο το υπόλοιπο καστ, του οποίου ηγείται ο Μάριο Κάσας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά το τέλος του Ισπανικού Εμφυλίου, ο Φράνκο διοργανώνει δείπνο στο ξενοδοχείο Παλλάς της Μαδρίτης για να γιορτάσει τη νίκη, όμως όλοι οι σεφ του ξενοδοχείου είναι πολιτικοί κρατούμενοι. Κάτω από τον αυστηρό έλεγχο των φρανκιστών, έχουν την τελευταία τους ευκαιρία να «μαγειρέψουν» την απόδρασή τους.
Αντικατοπτρισμοί
(«Miroirs No. 3») Δραματική ταινία, γερμανικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Κρίστιαν Πέτσολντ, με τους Πάουλα Μπερ, Μπάρμπαρα Άουερ, Ματίας Μπραντ, Ένο Τρεμπς κα.
Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λεγόμενης Σχολής του Βερολίνου, Κρίστιαν Πέτσολντ, συνεχίζει ακάθεκτος να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το προσωπικό του κινηματογραφικό σύμπαν, στο οποίο κυριαρχούν τα φαντάσματα, οι περιπλανώμενες υπάρξεις, οι δυσαναπλήρωτες απώλειες, οι μνήμες που στοιχειώνουν.
Στο τελευταίο μέρος της τριλογίας του, μετά τα «Κόκκινος Ουρανός» και «Η Νύμφη του Νερού», παραμένει στην ύπαιθρο του Βραδεμβούργου, για να φωτίσει ιμπρεσιονιστικά ένα γοητευτικό στόρι συμφιλίωσης και επούλωσης πληγών, σαν μια λειτουργία υπαρξιακής επιβίωσης, σε πείσμα των σκληρών κοινωνικών συνθηκών, που εξαπλώνονται συνεχώς.
Αφήνοντας πίσω του την τριλογία των Φαντασμάτων και τις αλληγορίες του παρελθόντος, όχι όμως και τη σκηνοθετική του προσέγγιση, της αφηγηματικής οικονομίας και των αινιγματικών χαρακτήρων, στήνει μία μυστηριώδη ιστορία, ικανοποιώντας για μια ακόμη φορά το φεστιβαλικό κοινό, όπως στις Κάννες, όπου έκανε πρεμιέρα η ταινία του.
Ένα σπίτι στην εξοχή του Βραδεμβούργου ανοίγει μετά από καιρό, από μία οικογένεια στα όρια της διάλυσης. Σε αυτό, φιλοξενείται και η Λάουρα, σπουδάστρια πιάνου στο Βερολίνο, που είχε πρόσφατα βιώσει μια τραγωδία, καθώς σκοτώθηκε ο φίλος της σε ένα σοβαρό τροχαίο, απ’ το οποίο η ίδια βγήκε αλώβητη. Η Λάουρα, που λίγο πριν τριγυρνούσε αποκομμένη από τον κόσμο, συναντά μία οικογένεια, που πενθεί και αυτή τη δική της απώλεια και όλα δείχνουν ότι αυτή η συνύπαρξη προκαλεί ανακούφιση σε όλους. Μέχρι που η Λάουρα αρχίζει να αμφισβητεί τα κίνητρα της τριμελούς οικογένειας που τη φιλοξενεί.
Όπως και σε άλλες ταινίες του Πέτσολντ, το σημείο εκκίνησης της ιστορίας του είναι μία καταστροφή και αφετηρία της έμπνευσής του η λογοτεχνία και η μουσική, με τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ και τη σουίτα για πιάνο του Μορίς Ραβέλ (το τρίτο μέρος του ιμπρεσιονιστικού Miroirs: «Une barque sur l’océan») να έχουν εδώ την πρωτοκαθεδρία.
Μέσα σε μια ρευστή πραγματικότητα, ο Πέτσολντ χτίζει σταδιακά την ιστορία του και ξεδιπλώνει το μυστήριο γύρω από τους κεντρικούς χαρακτήρες, με νύξεις, βλέμματα, φυσικότητα και πολύ φως και συντονίζει άψογα ένα ιδιαίτερο κουαρτέτο ηθοποιών.
Ακόμη μία ενδιαφέρουσα κινηματογραφική πρόταση, ένα φιλμ αποχρώσεων και ημιτονίων, από τον Γερμανό σκηνοθέτη, που θα ικανοποιήσει τους λάτρεις των φεστιβαλικών δημιουργιών, όσους αναζητούν κάτι παραπάνω από δυο ώρες απλής ψυχαγωγίας και αρέσκονται στις ατελείωτες συζητήσεις μετά το τέλος της ταινίας.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μετά από ένα τροχαίο όπου σκοτώνεται ο φίλος της, η Λάουρα, σπουδάστρια πιάνου, φιλοξενείται στο εξοχικό σπίτι της Μπέτι, μάρτυρα του ατυχήματος. Η ζωή με την οικογένεια της Μπέτι φέρνει ανακούφιση σε όλους, ωστόσο η Λάουρα αρχίζει να αμφισβητεί τα κίνητρά τους όσο περνάει ο καιρός.
Η Μπαλάντα των Ονείρων
(«Power Ballad») Δραματική μουσική ταινία, αμερικάνικης και ιρλανδικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Τζον Κάρνεϊ, με τους Πολ Ραντ, Νικ Τζόνας, Πίτερ ΜακΝτόναλντ, Μαρκέλα Πλάνκετ, Χαβάνα Ρόουζ, Μπεθ Φάλον κα.
Ο Ιρλανδός Τζον Κάρνεϊ, μουσικός πριν στραφεί στον κινηματογράφο, βρίσκει πάντα αφορμές για να μιλήσει για τη μεγάλη του αγάπη, τη μουσική – και τους ανώνυμους μουσικούς – μέσα από τις ταινίες του. Έτσι και πάλι, ο βραβευμένος με Όσκαρ τραγουδιού Κάρνεϊ, στήνει μία δραματική – μουσική – κομεντί, βασισμένος σε μια ιστορία αδελφοσύνης και προδοσίας, κάτι μάλλον συνηθισμένο στον κόσμο της μουσικής.
Έχοντας ένα σχετικά συμβατικό σενάριο, ο Κάρνεϊ μιλά για τα όνειρα των μουσικών, το κυνήγι του ονείρου, για να βγουν από την αφάνεια, να δουν τις μελωδίες τους να μπαίνουν στα χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων, μέσα από την οπτική του δίπολου επιτυχίας και αποτυχίας. Γιατί, καλά τα όνειρα, αλλά πίσω από κάθε σταρ – στη μουσική και στη σόου μπιζ γενικότερα – κρύβεται μια αόρατη στρατιά από ηττημένους, από καλλιτέχνες που δεν τα κατάφεραν και ίσως να άξιζαν περισσότερο απ’ αυτούς που έγιναν φίρμες.
Ο Ρικ Πάουερ, ένας τραγουδιστής γάμων, γνωρίζει ένα βράδυ σε μία γαμήλια τελετή έναν ξεπεσμένο πρώην σταρ μίας μπάντας, τον Ντάνι Γουίλσον. Οι δύο άντρες δένονται μέσα από μία νύχτα μουσικών αυτοσχεδιασμών, όμως, η σχέση τους παίρνει απρόσμενη τροπή όταν ο Ντάνι κλέβει ένα τραγούδι του Ρικ, που γίνεται τεράστια επιτυχία και εκτοξεύει ξανά τη φήμη του, ενώ ο Ρικ μένει στη σκιά. Πληγωμένος και αποφασισμένος, ο Ρικ ξεκινά μια πορεία για εκδίκηση αλλά και για να πάρει την αναγνώριση που του αξίζει.
Διαθέτοντας μία παράπλευρη ιστορία της μουσικής βιομηχανίας, ο Κάρνεϊ αναμοχλεύει το πάθος της μουσικής δημιουργίας με αυτό της αναγνώρισης, αναδεικνύει τον αντίκτυπο της επιτυχίας και της αποτυχίας, με συγκρατημένη αυθεντικότητα, ενώ αφήνει ημιτελείς όλες τις υποϊστορίες της υπόθεσής του, που του χρησιμεύουν μόνο ως γεμίσματα της βασικής του ιδέας.
Μάλλον αδιάφορα περνούν οι δυο πρωταγωνιστές, Πολ Ραντ και Νικ Τζόνας, ενώ οι Μαρτσέλα Πλάνκετ και Μπεθ Φάλον, ξεχωρίζουν εμφανώς, παρότι ο Κάρνεϊ μάλλον υποτίμησε τους ρόλους τους.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Ρικ Πάουερ, ένας τραγουδιστής γάμων, γνωρίζει ένα βράδυ σε μια τελετή τον ξεπεσμένο σταρ μίας μπάντας, τον Ντάνι Γουίλσον. Οι δύο άντρες δένονται άμεσα, αλλά η σχέση τους παίρνει απρόσμενη τροπή όταν ο Ντάνι κλέβει ένα τραγούδι του Ρικ, που γίνεται τεράστια επιτυχία και εκτοξεύει τη φήμη του.
Βαϊάνα
(«Moana») Μουσική περιπέτεια φαντασίας, αμερικάνικης παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Τόμας Κάιλ, με τους Κάθριν Λαγκάια, Ντουέιν Τζόνσον, Ρένα Όουεν,Τζον Τούι, Φράνκι Άνταμς,
Τζεμέιν Κλέιμεντ κα.
Με την εγγύηση της Disney και την υπογραφή ενός καταξιωμένου στο θεατρικό μιούζικαλ, του Τόμας Κάιλ, που εδώ κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, η «Βαϊάνα», που είδαμε το 2016 επιστρέφει, έπειτα από δέκα χρόνια, ως live-action με την πρωτοεμφανιζόμενη Αυστραλέζα Κάθριν Λαγκάια στον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο και τον «ημίθεο Μάουι» – Ντουέιν Τζόνσον, δίπλα της.
Ένα ακόμη ριμέικ αγαπημένου amimation από την Disney, που μεταφέρεται με ζωντανή δράση και σε μια προσπάθεια αναζωογόνησης του ενδιαφέροντος για ταινίες που έχουν κάνει τον κύκλο τους και που τις περισσότερες φορές δείχνουν και την ένδεια του Χόλιγουντ από νέες ιδέες.
Κάτι που ισχύει ως ένα σημείο και στο φιλμ του Κάιλ, αν και όλα λειτουργούν ρολόι για την οικογενειακή μουσική περιπέτεια φαντασίας, καθώς η ψυχαγωγία υπηρετείται σε υψηλό βαθμό, οι συμπαθέστατοι ηθοποιοί δένουν αρμονικά με τα ψηφιακά εφέ, ενώ το χιούμορ και η περιπέτεια δίνουν τον απαραίτητο χώρο για τις χαριτωμένες μουσικές και τραγούδια, που έχουν καθοριστικό ρόλο στο φιλμ.
Η νεαρή Βαϊάνα ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Ωκεανού και για πρώτη φορά στη ζωή της ταξιδεύει σε αχαρτογράφητα νερά με τον θρυλικό ημίθεο Μάουι, σε ένα αξέχαστο περιπετειώδες ταξίδι, για να αποκαταστήσει την ευημερία του λαού της.
Η ταινία προβάλλεται και μεταγλωττισμένη στα ελληνικά με τις φωνές των Μαρίνα Σάττι, Μιχάλη Κουινέλη, Βίνα Παπαδοπούλου, Ανδρέα Ευαγγελάτου, Βάσια Ζαχαροπούλου, Γιώργου Ζαχαρόπουλου κα.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η νεαρή Βαϊάνα ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του Ωκεανού και για πρώτη φορά στη ζωή της ταξιδεύει με τον θρυλικό ημίθεο Μάουι, σε ένα αξέχαστο ταξίδι, για να αποκαταστήσει την ευημερία του λαού της.
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Evil Dead Burn
(«Evil Dead Burn») Το έκτο κεφάλαιο του δημοφιλούς φραντσάιζ τρόμου, ως αυτόνομο σίκουελ των δυο προηγούμενων ταινιών, σκηνοθετημένο από τον Γάλλο Σεμπαστιάν Βανίτσεκ, τον οποίο επέλεξε ο ίδιος ο Σαμ Ράιμι (και πάλι στην παραγωγή), ενθουσιασμένος από την ταινία του «Στον Ιστό του Τρόμου».
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, μια γυναίκα αναζητά παρηγοριά στους πεθερούς της σε ένα απομονωμένο σπίτι και έρχεται αντιμέτωπη με δαιμονισμένους, μετατρέποντας μια οικογενειακή συνάντηση σε συγκέντρωση κολασμένων.
Πολύ αίμα, ανατριχιαστικοί δαίμονες και φρίκη, σε μία σχετικά καλογυρισμένη ταινία τρόμου, που όμως εν πολλοίς είναι και μία από τα ίδια.
Πρωταγωνιστούν οι Σουχεϊλά Γιακούμπ, Τάντι Ράιτ, Χάντερ Ντούχαν, Λουσιάν Μπιουκάναν κα.
Τηλεφωνήσατε Ασφάλεια Αμέσου Δράσης
(«Dial M For Murder») Το κλασικό θρίλερ του Άλφρεντ Χίτσκοκ(1954), που μπορεί να είναι από τις λιγότερο πολυδιάστατες ταινίες του «μετρ», αλλά αποτελεί υπόδειγμα σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας, σασπένς, ρυθμού και συγχρονισμού, με τον Ρούντι Φερ να παραδίδει μαθήματα μοντάζ. Θεατρικής καταβολής, αλλά καθαρά κινηματογραφικής αίσθησης, το φιλμ, τονώνει συνεχώς την αγωνία- η συμβολή της μουσικής του Ντιμίτρι Τιόμκιν σημαντική – ακόμη και λίγο πριν από το χιουμοριστικά απολαυστικό φινάλε.
Ένας πρώην πρωταθλητής του τένις σχεδιάζει να δολοφονήσει τη σύζυγό του, για να την κληρονομήσει, νομίζοντας ότι έχει σχεδιάσει τον τέλειο φόνο.
Για μια ακόμη φορά, η Γκρέις Κέλι εκθαμβωτική και έξοχοι οι Ρέι Μίλαντ, Ρόμπερτ Κάμινγκς, Άντονι Ντόνσον και Τζον Γουίλιαμς.
Ωραία μου Κυρία
(«My Fair Lady») Αν και δείχνει την ηλικία του, το αθάνατο μιούζικαλ του Τζορτζ Κιούκορ, κουβαλά για πάνω από εξήντα χρόνια και την απαράμιλλη γοητεία του, κυρίως λόγω του σκηνοθετικού ρυθμού και έμπνευσης, του πανέμορφου πρωταγωνιστικού ζευγαριού, των Ρεξ Χάρισον και Όντρεϊ Χέπμπορν και βεβαίως τους εξαιρετικούς καλλιτέχνες που δούλεψαν στη φωτογραφία (αποθέωση του technicolor), στα υπέροχα σκηνικά και κοστούμια, στη μουσική, στην καλλιτεχνική διεύθυνση.
Τιμημένο με οχτώ Όσκαρ (ανάμεσά τους αυτά της Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α Ανδρικού Ρόλου), το φιλμ μεταφέρει τον «Πυγμαλίωνα» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, ως ένα φαντασμαγορικό όσο και αξιολάτρευτο, πνευματώδες παραμύθι, απόλυτης ψυχαγωγίας.
Το στόρι μάς μεταφέρει στο Λονδίνο του 19ου αιώνα, όπου ένας σνομπ καθηγητής βάζει στοίχημα ότι μπορεί να μετατρέψει μία νεαρή ανθοπώλισσα σε κυρία του καλού κόσμου.
Ο Κιούκορ, ως «σκηνοθέτης των γυναικών» όπως δικαίως είχε χαρακτηριστεί, πλάθει μοναδικά τη μεταμόρφωση της ηρωίδας, που με το πείσμα της εξουδετερώνει τις ταξικές, σεξιστικές και κοινωνικές κατεστημένες προκαταλήψεις της εποχής.
Ο Χάρισον εκπληκτικός, ενώ η Χέπμπορν είναι απλώς η… Όντρεϊ, αν και δεν κατάφερε να τραγουδήσει η ίδια τα τραγούδια της ταινίας, όπως θα γινόταν με την Τζούλι Άντριους, την αρχική επιλογή του Κιούκορ. Ωστόσο, ο μεγαλοπαραγωγός Τζακ Γουόρνερ επέμεινε στην Όντρεϊ και τελικά δικαιώθηκε.
* Η στήλη θα απουσιάσει για τις καλοκαιρινές διακοπές. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη.
Χάρης Αναγνωστάκης
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
