Το κέντημα

by ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ
  • Γράφει ο Κώστας Γ. Τσικνάκης

Είχα μάθει πλέον τις κινήσεις της. Καθώς πλησίαζε το καλοκαίρι, άνοιγε διάπλατα τις πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού, ώστε να μπει το φως του ήλιου σε όλα τα δωμάτια. Ύστερα, ξεκινούσε το σιγύρισμα.

Από τη βαριά κασέλα έβγαζε όλα τα κεντήματα. Κουβαλώντας με ένα κουβά νερό από το πηγάδι –απέφευγε να ζητήσει βοήθεια– γέμιζε τη μεταλλική σκάφη. Αφού τα έτριβε προσεκτικά με πράσινο σαπούνι στην ξύλινη πλύστρα, τα ξέβγαζε και τα άπλωνε στα σύρματα. Μοσχοβόλαγαν για ώρες οι αυλές.

Ξεχωριστή φροντίδα έδειχνε για ένα κέντημα. Το άπλωνε στο σύρμα της νότιας αυλής, σε σκιερό μέρος, ώστε να μην ξεθωριάσουν τα χρώματα. Μόλις στέγνωνε το μάζευε. Από τα κλήματα που σιγόκαιγαν στην παραστιά της κουζίνας, έβαζε κάρβουνα στο βαρύ σίδερο, και το σιδέρωνε.
Το τύλιγε με μια άσπρη πετσέτα και, όπως έσκυβε για να το τοποθετήσει ξανά στην κασέλα, πάνω από τις κόκκινες πατανίες, ακουμπούσε με τρυφερότητα τα χείλη πάνω του. Έδιωχνε βιαστικά με το χέρι της από τα μάτια της τα δάκρυα –τα απέδιδε πάντα στη σκόνη που σήκωσε ο ξαφνικός αέρας– και συνέχιζε τις ασχολίες της.

Από την πρώτη στιγμή που το είδα, στα παιδικά μου χρόνια, θυμάμαι πως με είχε συγκινήσει. Συχνά, άνοιγα την κασέλα, και το περιεργαζόμουν για ώρα. Εκείνη, κάποια φορά, με συνέλαβε σε αυτή τη στάση. Δεν μου είπε τίποτα αλλά με παρακολουθούσε σιωπηλή.

Την παρακάλεσα, όταν μεγαλώσω, να μου το παραχωρήσει. Δεν είχε καμία αντίρρηση. Της άρεσε, που της ζητούσα μία αγαπημένη της δημιουργία, για την οποία υπερηφανευόταν. Μετά, με πήρε στην αγκαλιά της και μου διηγήθηκε την ιστορία της.

Ήταν μαθήτρια στο Δημοτικό Σχολείο. Σε ένα χωριό της νότιας Κρήτης. Δασκάλα, πρωτοήρθε μια όμορφη, μελαχρινή κοπέλα, με μελαγχολικά μάτια. Ονομαζόταν Αθηνά. Καταγόταν, έλεγε, από τη Μικρά Ασία.

Στη διάρκεια του μαθήματος, ορισμένες φορές, κοιτούσε αφηρημένα προς τα παράθυρα. Ύστερα, ξεσπούσε σε κλάματα. Μόλις συνερχόταν και σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάγουλά της το πρόσωπό της γλύκαινε.

Τότε, μιλούσε στους μικρούς μαθητές και τις μαθήτριές της για τους πρόσφυγες, που από τα μέρη της ήλθαν στην Ελλάδα. Αρκετοί, έφτασαν και στο νησί. Είχαν εγκαταλείψει σπίτια και βιος. Έλληνες ήταν κι εκείνοι. Περνούσαν, όμως τώρα, δύσκολες στιγμές. Δεν ζητούσαν πολλά πράγματα. Μόνο καλοσύνη και συμπόνια από τους ντόπιους.

Τα λόγια της δασκάλας τη συγκλόνισαν. Για πολύ καιρό, δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια. Διαρκώς σκεφτόταν τι μπορούσε να κάνει με τις μικρές δυνάμεις της ώστε να χαμογελάσει η δασκάλα της.

Από τον πατέρα της, που ήταν αγωγιάτης και πήγαινε τακτικά στο Ηράκλειο μεταφέροντας λάδι, ζήτησε και έμαθε περισσότερες λεπτομέρειες για τους πρόσφυγες που είχαν πλημμυρίσει την πόλη. Λίγο καιρό αργότερα, είδε ορισμένους, που κατέβηκαν στις Μοίρες και σε άλλα χωριά της Μεσαράς.

Αυτό ήταν! Έκοψε ένα λεπτό ύφασμα, από εκείνα που χρησιμοποιούσαν η μάνα της και οι μεγαλύτερες αδελφές της. Πάνω του σχεδίασε ένα μικρό κορίτσι να προσφέρει ένα μπουκέτο λουλούδια σε ένα ζευγάρι προσφύγων. Τη σκηνή πλαισίωσε με διακοσμητικά σχέδια. Πήρε την ιδέα από κάποιο λαϊκό περιοδικό που υπήρχε στο σπίτι.

Διάλεξε πολύχρωμες κλωστές, που αφθονούσαν στο πατρικό της, και ξεκίνησε. Τα απογεύματα, μόλις τέλειωνε τις δουλειές του σπιτιού, δούλευε εντατικά. Συχνά, τις νυχτερινές ώρες, κένταγε με συντροφιά το φως του λυχναριού.
Λίγες βελονιές απόμεναν και θα ήταν έτοιμο το κέντημα. Διαρκώς παρεμβάλλονταν, όμως, άλλες ασχολίες. Αδημονούσε…

Τον Αύγουστο, που θα είχε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή της, θα το ολοκλήρωνε. Μόλις ξανάρχιζαν τα μαθήματα σκόπευε να το χαρίσει στη δασκάλα της για να της δείξει πόσο πολύ την αγαπούσε. Ήταν βέβαιη ότι θα της άρεσε.
Έφτασε ο Σεπτέμβριος αλλά η δασκάλα της δεν εμφανίστηκε στο Σχολείο. Στη θέση της ήλθε μία άλλη γυναίκα. Με θλίψη, επέστρεψε στο σπίτι. Περίμενε λίγο καιρό αλλά τίποτα…

Απογοητευμένη, δίπλωσε το κέντημα, και το φύλαξε. «Κάποια στιγμή, δεν μπορεί, θα έλθει». Έτσι σκέφτηκε.
Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ. Κάπου αλλού θα συνέχισε η όμορφη δασκάλα το έργο της.
Τα χρόνια κυλούσαν… Η μικρή μαθήτρια μεγάλωσε. Έγινε γυναίκα, παντρεύτηκε και έκανε παιδιά.
Πάντα ζούσε με την κρυφή ελπίδα πως θα κατάφερνε να συναντήσει τη δασκάλα της και να της δώσει, έστω και αργοπορημένα, το κέντημα.
Ο χρόνος, αλίμονο, πέρασε…

Της άρεσε που η δημιουργία της είχε τραβήξει από νωρίς το ενδιαφέρον μου. Κάποια στιγμή, όταν μεγάλωσα, μου την παραχώρησε συγκινημένη. Διπλωμένη προσεκτικά, μέσα στην ίδια, κατάλευκη πετσέτα.

Πολλές φορές, στις συνεχείς μετακομίσεις μου, με ρωτούσε με αγωνία αν φρόντισα να πάρω μαζί μου το κέντημα. Και όταν εισέπραττε καταφατική απάντηση το πρόσωπό της φεγγοβόλαγε.

The following two tabs change content below.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή