Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται σε άτομα που έχουν υποστεί ακρωτηριασμό και εξακολουθούν να αισθάνονται ότι το χαμένο άκρο εξακολουθεί να υπάρχει. Πολλές φορές το άτομο νιώθει πόνο για το ακρωτηριασμένο άκρο. Οι αισθήσεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν απλή αίσθηση παρουσίας του άκρου, αίσθηση κίνησης, αλλά και πιο σύνθετες εμπειρίες, όπως η εντύπωση ότι το ανύπαρκτο πλέον χέρι εκτελεί μια χειραψία ή ότι τα δάχτυλα κινούνται φυσιολογικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ασθενείς αναφέρουν ακόμη και έντονο πόνο που φαίνεται να προέρχεται από το ακρωτηριασμένο μέλος, παρά το γεγονός ότι αυτό δεν υπάρχει πλέον.
Η ύπαρξη αυτών των αισθήσεων οδήγησε τους επιστήμονες να διερευνήσουν τους νευρωνικούς μηχανισμούς που τις προκαλούν. Για τον σκοπό αυτό, κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα τόσο σε αρτιμελή άτομα όσο και σε άτομα με ακρωτηριασμό, ενώ εφάρμοζαν ήπια ερεθίσματα αφής σε διαφορετικές περιοχές του σώματος, όπως το πρόσωπο, ο κορμός και τα άνω άκρα. Μέσω σύγχρονων τεχνικών νευροαπεικόνισης κατέστη δυνατός ο εντοπισμός των περιοχών του σωματοαισθητικού φλοιού που ενεργοποιούνταν από κάθε ερέθισμα, επιτρέποντας τη λεπτομερή χαρτογράφηση της αναπαράστασης του σώματος στον εγκέφαλο.
Τα αποτελέσματα των ερευνών αποκάλυψαν ότι στα άτομα με ακρωτηριασμό, η διέγερση ορισμένων περιοχών του προσώπου ή του βραχίονα ενεργοποιούσε τμήματα του σωματοαισθητικού φλοιού τα οποία, πριν από τον ακρωτηριασμό, αντιστοιχούσαν στο χέρι που είχε χαθεί. Με άλλα λόγια, ο εγκέφαλος φαινόταν να επαναχρησιμοποιεί τις περιοχές που δεν λάμβαναν πλέον αισθητηριακές πληροφορίες από το ακρωτηριασμένο μέλος.

Η εξήγηση αυτού του φαινομένου βρίσκεται στην ευπλαστότητα του εγκεφάλου, δηλαδή στην ικανότητά του να αναδιοργανώνεται και να προσαρμόζεται στις αλλαγές. Μετά τον ακρωτηριασμό, οι γειτονικές περιοχές του σωματοαισθητικού φλοιού, όπως εκείνες που αντιπροσωπεύουν το πρόσωπο και τον βραχίονα, μπορούν σταδιακά να επεκταθούν και να καταλάβουν το τμήμα του φλοιού που προηγουμένως ήταν αφιερωμένο στο χαμένο χέρι. Ως αποτέλεσμα, η διέγερση αυτών των περιοχών ενδέχεται να ερμηνεύεται από τον εγκέφαλο ως αίσθηση που προέρχεται από το ακρωτηριασμένο άκρο.
Το σύνδρομο του άκρου φαντάσματος αποτελεί επομένως ένα ισχυρό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος διατηρεί και αναδιοργανώνει τις αναπαραστάσεις του σώματος. Παρά την απώλεια ενός μέλους, τα νευρωνικά δίκτυα που το αντιπροσώπευαν δεν εξαφανίζονται άμεσα, αλλά μπορούν να συνεχίσουν να επηρεάζουν την αντίληψη και την εμπειρία του ατόμου, αναδεικνύοντας τη δυναμική και ευέλικτη φύση του ανθρώπινου νευρικού συστήματος.
Πηγή: Schacter, D.L., Gilbert, D.T. & Nock, M.K. (2025). Ψυχολογία. Εκδόσεις Gutenberg.
Posted by Κουραβάνας Νικόλαος- Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγοι, MSc
