Nicolás M. Perrone
Συχνά ακούμε ότι η εποχή της υπερπαγκοσμιοποίησης έχει πλέον τελειώσει. Οι εμπορικοί πόλεμοι, η βιομηχανική πολιτική, οι περιορισμοί που επιβάλλονται για λόγους εθνικής ασφάλειας, οι έλεγχοι στις εξαγωγές και ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός φαίνεται να οδηγούν προς μια πιο κατακερματισμένη παγκόσμια οικονομία. Οι κυβερνήσεις δεν μιλούν πλέον μόνο τη γλώσσα της ελευθερίας των αγορών και της ολοκλήρωσης. Μιλούν πλέον για ανθεκτικότητα, ασφάλεια, στρατηγική αυτονομία και έλεγχο των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Ωστόσο, η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης (AI) αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να αλλάζει μορφή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι επιβραδύνεται. Η διακίνηση δεδομένων, η υπολογιστική ισχύς, οι τηλεπικοινωνίες, η ζήτηση ενέργειας, η ανάπτυξη υποδομών και η εξόρυξη ορυκτών επιταχύνονται περισσότερο από ποτέ. Η παγκόσμια οικονομία μπορεί να κατακερματίζεται σε ορισμένους τομείς, αλλά σε άλλους η διασυνδεσιμότητα επιταχύνεται.
Το έργο του Hartmut Rosa σχετικά με την κοινωνική επιτάχυνση βοηθά να κατανοήσουμε γιατί αυτό έχει σημασία. Ο Rosa υποστηρίζει ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης δεν είναι απλώς η διασυνοριακή ανταλλαγή αγαθών, κεφαλαίων ή πληροφοριών. Είναι η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιούνται αυτές οι ανταλλαγές. Δεν έχει σημασία μόνο ότι το κεφάλαιο μετακινείται, τα αγαθά κυκλοφορούν και οι πληροφορίες ταξιδεύουν· σημασία έχει ότι όλα αυτά συμβαίνουν με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα, αναδιαμορφώνοντας θεσμούς, προσδοκίες και την ίδια την κοινωνική ζωή γύρω από την επιταγή της επιτάχυνσης.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό σύγχρονο παράδειγμα αυτού του φαινομένου. Συχνά περιγράφεται ως ένας αγώνας χωρίς τριβές για την απόκτηση δεδομένων, ταλέντου και υπολογιστικής ισχύος. Οι εταιρείες ανταγωνίζονται για να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα τους γρηγορότερα, να αναπτύξουν τα συστήματά τους ταχύτερα, να επεκτείνουν τις υποδομές τους πιο γρήγορα και να κατακτήσουν τις αγορές πριν από τους ανταγωνιστές τους. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις πιέζονται να νομοθετήσουν ταχύτερα, να επιταχύνουν τις αδειοδοτήσεις, να επενδύσουν πιο γρήγορα και να προσαρμοστούν με μεγαλύτερη ευελιξία. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλες αυτές οι εξελίξεις οδηγούν σε βαθύτερη και ταχύτερη παγκόσμια διασυνδεσιμότητα.
Αυτό θα έπρεπε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αποπαγκοσμιοποίηση και την επαναπαγκοσμιοποίηση. Η ανάλυση του Dani Rodrik για την υπερπαγκοσμιοποίηση παραμένει θεμελιώδης, ιδιαίτερα η έμφαση που δίνει στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, στις επενδυτικές συνθήκες και στους περιορισμούς που αυτές επέβαλαν στον χώρο άσκησης εθνικής πολιτικής. Ωστόσο, η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης αποκαλύπτει μια ακόμη διάσταση της ιστορίας. Η υπερπαγκοσμιοποίηση δεν υπήρξε μόνο ένα σχέδιο ελευθέρωσης του εμπορίου. Υπήρξε επίσης ένα σχέδιο επιτάχυνσης της κίνησης.
Η ανάλυση του Richard Baldwin για το πρώτο και το δεύτερο κύμα παγκοσμιοποίησης κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα ατμόπλοια, οι σιδηρόδρομοι, ο τηλέγραφος, τα εμπορευματοκιβώτια (containers), οι τεχνολογίες πληροφορικής και οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας δεν διεύρυναν απλώς τις αγορές· τις επιτάχυναν. Τα νομικά καθεστώτα που επέτρεψαν αυτές τις μεταμορφώσεις δεν περιορίζονταν στους δασμούς ή στην προστασία των επενδύσεων. Περιλάμβαναν τους λιγότερο ορατούς κανόνες που διέπουν τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές, τα τεχνικά πρότυπα, τη λειτουργία των τελωνείων, την εφοδιαστική αλυσίδα, τις υποδομές και τη διαλειτουργικότητα. Αυτοί οι κανόνες και οι θεσμοί κατέστησαν τη μετακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και πληροφοριών ταχύτερη, φθηνότερη και πιο προβλέψιμη.
Η τεχνητή νοημοσύνη ακολουθεί το ίδιο μοτίβο. Πίσω από τη φαινομενικά άυλη φύση των αλγορίθμων βρίσκεται μια τεράστια υλική και νομική υποδομή: ημιαγωγοί, κέντρα δεδομένων, υποθαλάσσια καλώδια, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, συστήματα ψύξης, δίκτυα logistics, τεχνικά πρότυπα και κρίσιμα ορυκτά. Όλα αυτά συνθέτουν τη ραχοκοκαλιά αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί Υπερπαγκοσμιοποίηση 2.0.
Το διεθνές δίκαιο διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Η παγκοσμιοποίηση πάντοτε στηριζόταν σε μια αθέατη νομική υποδομή επιτάχυνσης. Το διεθνές δίκαιο δεν άνοιξε απλώς τις αγορές. Βοήθησε στη δημιουργία και τη διακυβέρνηση των διαύλων μέσω των οποίων η οικονομική δραστηριότητα μπορούσε να κινείται με μεγάλη ταχύτητα. Τυποποίησε τα εμπορευματοκιβώτια, προστάτευσε τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, διευκόλυνε τις διασυνοριακές μεταφορές, συντόνισε τεχνικά συστήματα και υποστήριξε τη συνεχή προσαρμογή των παγκόσμιων δικτύων. Επομένως, το δίκαιο της παγκοσμιοποίησης δεν αφορούσε μόνο την άρση των εμποδίων. Αφορούσε επίσης την επιτάχυνση των διαδικασιών.
Όσο περισσότερο η ψηφιακή οικονομία επιδιώκει να επιταχυνθεί, τόσο μεγαλύτερη πίεση ασκείται στη νομική και υλική υποδομή που τη στηρίζει. Αυτή η πίεση έχει σημαντικές αναδιανεμητικές συνέπειες. Ορισμένα νομικά καθεστώτα ενθαρρύνονται να γίνουν ταχύτερα, πιο ευέλικτα και πιο προσαρμοστικά. Το δίκαιο της τεχνολογίας, της εφοδιαστικής αλυσίδας, της χρηματοδότησης, των επενδύσεων και των υποδομών οργανώνεται ολοένα και περισσότερο γύρω από την ταχύτητα. Αναμένεται να μειώνει τις τριβές, να διευκολύνει την ανάπτυξη έργων και να παρέχει βεβαιότητα σε όσους μπορούν να λειτουργούν με τον ρυθμό των παγκόσμιων αγορών.
Άλλα νομικά καθεστώτα, όμως, αντιμετωπίζονται πολύ διαφορετικά. Η περιβαλλοντική αξιολόγηση, η διαβούλευση με τις αυτόχθονες κοινότητες, η προστασία της εργασίας, ο χωροταξικός σχεδιασμός και η δημοκρατική διαβούλευση παρουσιάζονται συχνά ως πηγές καθυστέρησης. Για παράδειγμα, η πρόσφατη πρωτοβουλία ΗΠΑ–ΕΕ για τα κρίσιμα ορυκτά αναμένει από τους συμμετέχοντες να επιταχύνουν, να απλοποιήσουν ή να μειώσουν τους χρόνους και τις διαδικασίες αδειοδότησης.
Για τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις που βρίσκονται στην τεχνολογική πρωτοπορία, η ταχύτητα μπορεί να μοιάζει με σταθερότητα. Τα γρήγορα πρότυπα, οι ταχείες αδειοδοτήσεις, η ευέλικτη ρύθμιση και οι προβλέψιμες υποδομές τους επιτρέπουν να σχεδιάζουν, να επενδύουν και να καινοτομούν. Για τις κοινότητες που ζουν κοντά σε περιοχές εξόρυξης, για τους εργαζομένους που προσαρμόζονται σε ασταθείς εφοδιαστικές αλυσίδες και για τα οικοσυστήματα που υφίστανται ολοένα μεγαλύτερη πίεση, η ίδια αυτή επιτάχυνση βιώνεται ως απώλεια ελέγχου. Όλα αλλάζουν γρήγορα, αλλά η δική τους θέση παραμένει σχεδόν αμετάβλητη. Βιώνουν αυτό που ο Rosa ονομάζει «φρενήρη ακινησία» (frenetic standstill).
Η παρούσα συγκυρία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αιτία ανησυχίας. Ο συντονισμός και η συνεργασία θα μπορούσαν να θέσουν τα θεμέλια για μια δικαιότερη παγκοσμιοποίηση. Ωστόσο, οι σημερινές τάσεις δείχνουν προς μια διαφορετική κατεύθυνση: προς έναν κόσμο όπου οι θεσμοί που υπηρετούν την τεχνολογική επιτάχυνση ενισχύονται, ενώ όσοι προστατεύουν τον κοινωνικό χρόνο, τον εδαφικό σχεδιασμό και τα οικολογικά όρια συρρικνώνονται.
Η πρόκληση δεν είναι να απορρίψουμε την ταχύτητα. Και οι αργοί θεσμοί μπορούν να παράγουν αδικία, ιδιαίτερα όταν οι καθυστερήσεις προστατεύουν κατεστημένα συμφέροντα ή αφήνουν άλυτα επείγοντα προβλήματα, όπως η κλιματική αλλαγή. Όμως, η αίσθηση του επείγοντος δεν μπορεί να σημαίνει ότι κάθε θεσμός και κάθε κοινότητα πρέπει να προσαρμοστούν στον ρυθμό της τεχνητής νοημοσύνης. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να αποφασίσουμε ποιες διαδικασίες πρέπει να επιταχυνθούν, ποιες όχι, και ποιος έχει το δικαίωμα να λάβει αυτή την απόφαση. Μια δίκαιη οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης και μια δίκαιη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα απαιτούν όχι μόνο ταχύτερες διασυνδέσεις, αλλά και θεσμούς ικανούς να εναρμονίζουν την τεχνολογική ταχύτητα με τη δημοκρατική διαβούλευση, τη γνώση των τοπικών κοινωνιών και τα οικολογικά όρια. Πηγή: www.socialeurope.eu
Nicolás M. Perrone
Ο Nicolás M. Perrone είναι καθηγητής Οικονομικού Δικαίου και διευθυντής του Κέντρου Δικαίου, Ρύθμισης και Βιώσιμης Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Βαλπαραΐσο (Universidad de Valparaíso). Είναι επίσης συνδιευθυντής σύνταξης (Co-Editor-in-Chief) του περιοδικού Business and Human Rights Journal του Cambridge University Press. Τα κύρια ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη βιώσιμη ανάπτυξη, στις επιχειρήσεις και τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και στο διεθνές οικονομικό δίκαιο.
