7 Αυγούστου γιορτάζουν…

by Times Newsroom 1
Share this
  • Άγιος Δομέτιος ο Πέρσης και οι δύο μαθητές του
  • Άγιος Νάρκισσος ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Ιεροσολύμων
  • Όσιος Θεοδόσιος ο νέος, ο ιαματικός
  • Όσιος Νικάνωρ ο θαυματουργός
  • Όσιος Ωρ
  • Όσιοι Μύριοι Ασκητές Θηβαίοι
  • Όσια Ποταμία η Θαυματουργή
  • Άγιος Αστέριος ο οσιομάρτυρας και θαυματουργός
  • Όσιος Υπερέχιος
  • Άγιος Σώζων από τη Νικομήδεια
  • Όσιος Δομέτιος ο σημειοφόρος
  • Μνήμη βαρβαρικής επιδρομής
  • Άγιος Βάρταν ο εξ Αρμενίας μάρτυρας
  • Ανάμνηση των εγκαινίων του ναού της Θεοτόκου «εν Γοργιαναίς»
  • Όσιος Ποίμην ο εν τω σπηλαίω ο Πολύπαθης
  • Όσιος Ποίμην ο Νηστευτής
  • Οσία Κάνδιδα η Βυζαντία
  • Όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης
  • Άγιος Μίκαλλος
  • Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του Αγίου Μητροφάνη πρώτου επισκόπου Βορονεζίας
  • Άγιος Δονάτος Επίσκοπος Ευροίας Ηπείρου
  • Όσιος Αγάθων
  • Οσία Θεοδώρα της Σύχλας

************************************************************************************************************

  • Άγιος Δομέτιος ο Πέρσης και οι δύο μαθητές του
Ο Oσιομάρτυρας Δομέτιος ήταν Πέρσης και έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Διδάχθηκε τη χριστιανική πίστη από κάποιο χριστιανό, που ονομαζόταν Άβαρος. Όταν το έμαθαν αυτό οι άνθρωποι του σπιτιού του, εξεγέρθηκαν εναντίον του και ο Δομέτιος αναγκάσθηκε να τους εγκαταλείψει. Κατέφυγε στην πόλη Νίσιβη στα βυζαντινά σύνορα, οπού κλείστηκε σε κάποια μονή. Αναχώρησε, όμως, κι από κει, για να έλθει στη Θεοδοσιούπολη, στη μονή Σεργίου και Βάκχου, όπου ο Δομέτιος καλλιέργησε σε μεγάλο βαθμό τις αρετές του Ευαγγελίου. Ο προϊστάμενος της μονής Ουρβέλ, βλέποντας την πνευματική ανωτερότητα του Δομετίου, θέλησε να τον κάνει πρεσβύτερο. Αλλά ο αγώνας του Δομετίου δεν ήταν πως θα αρπάξει αξιώματα, αλλά πως θα τα αποφύγει. Διότι έμαθε από τον Κύριο του Ιησού Χριστό, να είναι «ταπεινός τη καρδία» που σημαίνει, ταπεινός στο φρόνημα και την εσωτερική διάθεση. Γι’ αυτό και έφυγε στα όρη και ζούσε μέσα σε μια σπηλιά με δύο μαθητές του. Όταν κάποτε περνούσε από ‘κει ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, διέταξε να τον σκοτώσουν. Οι στρατιώτες του Ιουλιανού βρήκαν το Δομέτιο και τους μαθητές του να ψάλλουν μέσα στη σπηλιά, όπου τους φόνευσαν με λιθοβολισμό.
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς χάριτος λόγον εἰσποιησάμενος, πυρσολατρῶν τᾶς τερθρείας ἀπεποιήσω σοφῶς, τῷ Χριστῷ ἀνατεθεῖς Πάτερ Δομέτιε, καὶ ἐν ἀθλήσει ἀκλινής, ὡς ὁσίων μιμητής, ἐδείχθης Ὁσιομάρτυς, διὸ σὲ ὕμνοις τιμῶμεν, σὺν φοιτητῶν σου τὴ δυάδι σοφέ.
Απολυτίκιο της ημέρας

Άγιος Δομέτιος ο Πέρσης και οι δύο μαθητές του

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τὸν τῆς χάριτος λόγον εἰσποιησάμενος, πυρσολατρῶν τᾶς τερθρείας ἀπεποιήσω σοφῶς, τῷ Χριστῷ ἀνατεθεῖς Πάτερ Δομέτιε, καὶ ἐν ἀθλήσει ἀκλινής, ὡς ὁσίων μιμητής, ἐδείχθης Ὁσιομάρτυς, διὸ σὲ ὕμνοις τιμῶμεν, σὺν φοιτητῶν σου τὴ δυάδι σοφέ.

Αναγνώσματα Κυριακών και μεγάλων εορτών
Τοῦ Ἁγίου Ὁσιομάρτυρος Δομετίου τοῦ Πέρσου. Τῶν ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Νικάνορος τοῦ Θαυματουργοῦ καί Θεοδοσίου τοῦ νέου καί Ἰαματικοῦ. Τοῦ Ὁσίου Ἰωσήφ Γεροντογιάννη, τοῦ ἐκ Λιθινῶν Σητείας.
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α’ ΙΕ´ 12 – 19

12 Εἰ δὲ Χριστὸς κηρύσσεται ὅτι ἐκ νεκρῶν ἐγήγερται, πῶς λέγουσί τινες ἐν ὑμῖν ὅτι ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν; 13 εἰ δὲ ἀνάστασις νεκρῶν οὐκ ἔστιν, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται· 14 εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν. 15εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται· 16 εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται. 17 εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. 18 ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο. 19 εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν.

Ἀπόστολος  |  Εὐαγγέλιον  |  Ἦχος – Ἑωθινόν Εὐαγγέλιον

Αρχαίο κείμενο  |  Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα

************************************************************************************************************

  • Άγιος Νάρκισσος ο Ιερομάρτυρας Πατριάρχης Ιεροσολύμων

Αναδείχτηκε 30ός ή κατ’ άλλους 31ος επίσκοπος Ιεροσολύμων, από τον πρώτο, που ήταν ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος. Ήταν άνδρας εγκρατής, φιλάνθρωπος, διδακτικός και άκαμπτος στην εκτέλεση του καθήκοντος του, χωρίς να εμποδίζεται από την αντίδραση των μοχθηρών εχθρών του. Σε κάποια συκοφαντία που κάποτε οργανώθηκε εναντίον του, παρουσιάστηκαν τρεις ψευδομάρτυρες. Ο πρώτος, για να επιβεβαιώσει την ψευδοκατάθεσή του, είπε ότι αν λέει ψέματα να πέσει φωτιά και να τον κάψει. Ο δεύτερος είπε να γίνει σκωληκόβρωτος και ο τρίτος να τυφλωνόταν. Δεν πέρασε λοιπόν πολύς καιρός και οι ψευδομάρτυρες τιμωρήθηκαν όπως τους άρμοζε. Ο πρώτος κάηκε από κεραυνό, ο δεύτερος αρρώστησε βαριά και το λεπρό σώμα του έτρωγαν σκουλήκια και ο τρίτος τυφλώθηκε. Ο Νάρκισσος ανέβηκε δύο φορές στο θρόνο και πατριάρχευσε συνολικά 26 χρόνια. Απεβίωσε ειρηνικά σε ηλικία 116 χρονών.

  • Όσιος Θεοδόσιος ο νέος, ο ιαματικός

Ο Όσιος Θεοδόσιος ο νέος, ο ιαματικός, γεννήθηκε στην Αθήνα το 862 μ.Χ. από ευσεβείς χριστιανούς. Από νεαρή ηλικία φάνηκε η θερμή πίστη που τον διακατείχε και η μεγάλη αγάπη προς τους συνανθρώπους του. Όταν αποφάσισε να αποσυρθεί στον μοναχικό βίο, μοίρασε την περιουσία του σ’ όσους είχαν ανάγκη και πήγε λίγο έξω από την Αθήνα. Όμως πολλοί ήταν αυτοί που πήγαιναν για να τον δουν και να τον συμβουλευτούν, κάτι που τον εμπόδισε να διαλογιστεί.

Γι’ αυτό τον λόγο και για να μπορέσει να μονάσει, κατέφυγε στο Άργος. Εκεί έκτισε ένα ναό στο όνομα του Τιμίου Προδρόμου, όπου πολλοί πήγαιναν για να τον συμβουλευτούν. Τον φθόνησαν όμως ιερείς, και τον κατάγγειλαν στον Αρχιεπίσκοπο Άργους, Άγιο Πέτρο (βλέπε 3 Μαΐου) ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.

Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο Άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.

Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους μαθητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του Αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.

Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς δόσιν θεόδεκτον, τὴν καθαράν σου ζωήν, Θεῶ καθιέρωσας, τῷ ἰαμάτων πηγήν, τὸν τάφον σου δείξαντι, σὺ γὰρ διὰ ἐγκράτειας, καθαρθεῖς τῶν προσύλων, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, δι’ ἀσκήσεως πόνων διὸ σὲ Θεοδόσιε, ἐν ὕμνοις γεραίρομεν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὥσπερ ταμεῖον οὐρανίου ἁγιάσματος Τῶν θεοσδότων δωρημάτων δόσιν ἄφθονον Φερωνύμως ἐκομίσω παρὰ Κυρίου. Ἀλλὰ βλῦσον ἰαμάτων τὴν ἐνέργειαν Τοῖς ἐκ πόθου προσπελάζουσι τῇ σκέπῃ σου Καὶ βοῶσί σοι, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις θεῖον βλάστημα Ἀθηνῶν, καὶ τῆς Ἀργολίδος, ἐγκαλώπισμα καὶ φωστήρ· χαίροις ὁ πηγάζων, ἰάματα ποικίλα, τοῖς σὲ ὑμνολογοῦσιν, ὦ Θεοδόσιε.

  • Όσιος Νικάνωρ ο θαυματουργός

Ο Όσιος Νικάνωρ γεννήθηκε στα 1491 μ.Χ. στην Πρωτεύουσα της Μακεδονίας την Θεσσαλονίκη. Οι γονείς του Ιωάννης και Μαρία ήταν ευσεβείς και κατοικούσαν στην συνοικία του Αγίου Μηνά. Όλη η πόλη των Θεσσαλονικέων καλοτύχιζε και επαινούσε τους γονείς του Αγίου τόσο για τον πλούτο τους όσο και την ευγένεια τους, αλλά κυρίως για την πίστη και την αρετή που τους διέκρινε. Ήταν ελεήμονες και σπλαχνικοί και η ζωή τους έργο αγάπης προς τους πάσχοντες αδελφούς. Όμως ο Θεός ήθελε να τους δοκιμάσει με προσωρινή ατεκνία. Στείρα σαν την Αγία Άννα η μητέρα του οσίου Νικάνορα. Κάθε μέρα προσευχόταν στην εκκλησία του Αγίου Μηνά να τους δώσει ο Θεός ένα παιδί για παρηγοριά. Οι προσευχές, οι νηστείες, οι αγρυπνίες των γονέων του εισακούσθηκαν από τον Κύριο μας και Θεό μας και κατά την ώρα που η ευσεβής γυναίκα προσευχόταν στο Θεό στο Ναό του Αγίου Μηνά της απεκαλύφθη το θέλημα του Κυρίου: «Εισήκουσε ο Θεός τας δεήσεις σου ω γυνή ως ποτέ της χήρας Άννης και έλυσε τα δεσμά της στειρώσεως σου μόνο πορεύου εις τον οίκον σου και θέλεις συλλάβεις και γεννήσεις Υιών όστις θέλει γίνει δοχείον καθαρόν του Παναγίου Πνεύματος και πολλούς θέλει εισάγει εις τον Κύριον δια της αγγελικής αυτού και εναρέτου διαγωγής». Έτσι, ως Θείο δώρο ήρθε στον κόσμο ο Νικόλαος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του αγίου) και οι γονείς του τον παρέδωσαν σ΄ ένα ευσεβή δάσκαλο να του μάθει τα Ιερά γράμματα.

Ο νεαρός Νικόλαος ευφυής στο νου σε λίγο χρονικό διάστημα απέκτησε μεγάλη ευχέρεια περί τα εκκλησιαστικά και αγάπη για την εκκλησία του Χριστού όπως όλοι οι άγιοι. Από μικρός κατάλαβε την κλήση του Θεού μοναδικός του πόθος ήταν να μονάσει και να γίνει μιμητής των οσίων πατέρων της εκκλησίας μας. Ήθελε σ’ όλη του τη ζωή να υπηρετήσει ολοκληρωτικά ψύχη τε και σώματι τον Κύριο. Γι’ αυτό περνούσε τη ζωή του με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές. Σε μικρή ηλικία χάνει τον προσφιλή πατέρα του και μένει με τη μητέρα του. Η ευσεβής του μητέρα μη γνωρίζοντας τον πόθο του παιδιού της ήθελε να τον παντρέψει με κάποια ενάρετη κοπέλα και ενώ από τη μια μεριά ο όσιος ποθούσε να εγκαταλείψει κάθε τι εγκόσμιο και να μονάσει, να αφιερωθεί εξολοκλήρου στον Θεόν. Από την άλλη όμως δεν ήθελε να στενοχωρήσει και τη μητέρα του, γι αυτό ανέβαλε συνεχώς την πραγματοποίηση της επιθυμίας του να γίνει μοναχός.

Ο Θεός που προνοεί τα πάντα ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα πήρε την μητέρα του από τον κόσμο και έτσι άνοιξε ο δρόμος για ν’ ακολουθήσει ο Νικόλαος τη μοναχική ζωή. Χωρίς να χάσει καιρό μοίρασε την πατρική του περιουσία στους φτωχούς και τα ορφανά και ενώ μπορούσε να λάβει αξιώματα λόγω της επιφανούς θέσεως των γονέων του, τα θεώρησε όλα αυτά σκύβαλα μπροστά στη μεγάλη του αγάπη προς το Χριστό. Ελεύθερος πλέον από κάθε φροντίδα του κόσμου γίνεται μοναχός με το όνομα Νικάνωρ. Ως μοναχός πολλαπλασίασε τα χαρίσματα που του δώσε ο Θεός.

Η φήμη που απέκτησε έφθασε στον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ο οποίος τον χειροτόνησε διάκο και πρεσβύτερο με σκοπό να τον κάνει διάδοχο του. Ως κληρικός της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ο Νικάνωρ επέδειξε μεγάλο ζήλο και η προσφορά του ήταν αξεπέραστη. Η ώρα όμως είχε φθάσει για εκείνο που τον είχε προορίσει ο Θεός. Σε μια από τις νυχτερινές του προσευχές και ενώ ικέτευε με θερμά δάκρυα τον Θεό άκουσε φωνή από τον ουρανό να του λέγει: «Νικάνωρ έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και πορεύου εις το Καλλίστρατου όρους και αγωνίσου εκεί καλώς και εγώ θα είμαι μαζί σου να σε διαφυλάττω όλες τις ημέρες της ζωής σου και θα κάνω το όνομα σου ξακουστό και θα σε δοξάσω εις πάντας τους αιώνας». Ύστερα απ’ αυτή τη Θεϊκή εντολή ο Άγιος έφυγε από την Θεσσαλονίκη σε σχετικά νεαρή ηλικία περίπου 27 ετών και τράβηξε να πάει εκεί όπου τον είχε καλέσει ο Θεός. Στο δρόμο, στα χωριά που συναντούσε δίδασκε ως άλλος απόστολος τους απελπισμένους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστη τους.

Φθάνοντας ο Άγιος Νικάνωρ στο όρος Καλλίστρατου και βλέποντας το ήσυχο μέρος ο άγιος έλαβε εσωτερική πληροφορία από τον Κύριο ότι εδώ θα είναι η ασκητική του παλαίστρα. Δόξασε τον Θεόν και άρχισε να επιδίδεται σε ασκητικούς αγώνες. Πέρασαν 16 ολόκληρα χρόνια σκληρού αγώνα με την σάρκα και τους δαίμονες. Αγρυπνίες, νηστείες, κόπους για την αγάπη του Χριστού. Σιωπή, έλλειψη ανθρώπινης παρηγοριάς τον έκανα δοχείο του Άγιου Πνεύματος. Κατόπιν ίδρυσε τη Μονή μεταμορφώσεως του Σωτήρα Χριστού ή Ζάβορδας.

Το ασκηταριό του σώζεται μέχρι σήμερα.

Την Ιερά Μονή ίδρυσε εξ αποκαλύψεως του ιδίου του Χριστού αφού βρήκε εικόνα του Σωτήρος Χριστού κρυμμένη από την εποχή της εικονομαχίας.

Η φήμη του απλώθηκε παντού όπως του είχε πει ο Κύριος. Πλήθος ανθρώπων από τη γύρω περιοχή έτρεχε στο μοναστήρι να ευλογηθεί από τον άγιο ν΄ ακούσουν την ψυχοσωτήρια διδασκαλία το και να θεραπευτούν αφού πολλά ήταν τα θαύματα που έκανε ο όσιος. Ό Άγιος αφού έζησε ενάρετα και αγγελικώς ήρθε ο καιρός να μεταβεί στην άλλη ζωή την αιώνια και αληθινή. Προγνώρισε το θάνατό του και κάλεσε γύρω του μοναχούς και λαϊκούς τους ευλόγησε τους συμβούλεψε και παρέδωσε το πνεύμα του στο Λυτρωτή μας Χριστό στις 7 Αυγούστου 1549 μ.Χ. Οι μοναχοί της Μονής θρήνησαν τον άγιο που τους παρηγορούσε και τον έθαψαν σε παρεκκλήσι της Μονής. Από τότε το αγιασμένο Λείψανο του τελεί ως τα σήμερα πολλά θαύματα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον στέφος, πάτερ ὅσιε, παρὰ τοῦ Κτίστου, τῶν σῶν ἀγώνων ἀντάξιον ἔπαθλον· τὴν γὰρ πατρίδα λιπὼν τὴν ἐπίγειον, τῆς οὐρανίου οἰκήτωρ γεγένησαι· ὅθεν πάντες σὲ πίστει καὶ πόθῳ γεραίρομεν· χαίροις Νικάνορ, Ὁσίων ὁμόσκηνε.

  • Όσιος Ωρ

Ο Όσιος αυτός ασκήτευε στο όρος της Νιτρίας. Στην αρχή και για λίγα χρόνια έκανε ερημίτης με νηστεία, προσευχή και μελέτη του θείου λόγου. Κατόπιν όμως τον ανακάλυψαν χριστιανοί που επιζητούσαν πνευματικό οδηγό και από τότε η φήμη της αγιότητας του απλώθηκε παντού. Χιλιάδες επισκέπτες πήγαιναν κοντά του για να ωφεληθούν από τη διδασκαλία και την ταπεινοφροσύνη του. Στη συνέχεια ο όσιος Ωρ ανέπτυξε αδελφότητες και ίδρυσε μοναστήρια, στα οποία με πολύ ζήλο καλλιεργούνταν η πνευματική και η σωματική εργασία. Επίσης ο Όσιος είχε το χάρισμα του λόγου και ήξερε πότε να σιωπά και πότε να μιλάει. Απεβίωσε ειρηνικά 90 χρονών, διατηρώντας τη διαύγεια του μυαλού του μέχρι τελευταίας του πνοής.

  • Όσιοι Μύριοι Ασκητές Θηβαίοι

Απεβίωσαν και οι 10.000 ασκητές ειρηνικά.

  • Όσια Ποταμία η Θαυματουργή

Η Όσια Ποταμία η Θαυματουργή μαρτύρησε δια ξίφους.

  • Άγιος Αστέριος ο οσιομάρτυρας και θαυματουργός

Πότε και που μαρτύρησε δεν αναφέρουν οι Συναξαριστές. Στους περισσότερους από τους Κώδικες αναγράφεται ως «μάρτυς και συγκλητικός, δια ξίφους τελειωθείς». Στον Συναξαριστή του Αγίου Νικόδημου αναφέρεται ως «Oσιομάρτυς και θαυματουργός».

  • Όσιος Υπερέχιος

Υπήρξε από τους μοναχούς, που μαζί με την πίστη, κατείχαν και τους θησαυρούς της χριστιανικής φιλοσοφίας. Ήταν ήρεμος, γλυκός και σπάνια τον πλησίαζε η φλόγα της οργής. Έλεγε δε συχνά: «ο μη κρατών γλώσσης αυτού εν καιρώ οργής, ουδέ παθών κρατήσει ο τοιούτος». Απεβίωσε ειρηνικά, γεμάτος χάρη από τον Θεό.

  • Άγιος Σώζων από τη Νικομήδεια

Τον έριξαν στη φωτιά και θαυματουργικά με τη θεία χάρη βγήκε αβλαβής. Στη συνέχεια απεβίωσε ειρηνικά.

  • Όσιος Δομέτιος ο σημειοφόρος

Ο Όσιος Δομέτιος ο σημειοφόρος ασκήτευσε στα όρια της Μονής Φιλοθέου και τελειώθηκε εν ειρήνη. Μαζί του ησύχασε ο οσιομάρτυς Δαμιανός ο Νέος (+1568) (βλέπε 14 Φεβρουαρίου), για τον οποίο αναφέρει ο βιογράφος του: «Μείζονος αρετής εφιέμενος κατέλιπε την μονήν και προς τινα των κατά μόνας ασκουμένων σημειοφόρον άνδρα, ω Δομέτιος τούνομα, αφίκετο, μεθ’ ου χρόνους τρεις μικρού δέοντας νηστεία και αγρυπνία και τη λοιπή σκληραγωγία τρυχόμενος διετέλεσε».

  • Μνήμη βαρβαρικής επιδρομής

Η επιδρομή αυτή των Περσών δεν αναφέρεται από τον Άγιο Νικόδημο, την αναφέρουν όμως αρκετοί Κώδικες. Εδώ παραθέτουμε ακριβώς τα γραφόμενα στον Λαυρωτικό Κώδικα Ι 73.
Τη αύτη ήμερα (ζ’ Αυγούστου) μνήμην έπιτελούμεν της υπέρ λόγον και παρά πάσαν ελπίδα δωρήθείσης ημίν τελείας βοηθείας παρά Χριστού του αληθινού Θεού ημών κατά των πανταχόθεν δια τε γης και θαλάσσης κυκλωσάντων ημάς άθεων εχθρών, μεσιτευσάσης την σωτηρίαν της θεοφύλακτου ταύτης και βασιλίδος πόλεως της ασπόρως Αυτόν τεκούσης παναγίας αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Τούτο δε γέγονε κατά τους χρόνους Ηρακλείου του Βασιλέως, ότε Χοσρόης ο των Περσών βασιλεύς Σάρβαρον τον αυτού στρατηλάτην μετά δυνάμεως βαρείας κατά της θεοφύλακτου ταύτης πόλεως εξέπεμψεν ος πάσαν την Ανατολήν ληϊσάμενος τον εν Χαλκήδόνι πορθμόν κατέλαβε, προσδοκών και την εν πόλεσι μεγίσιην ελεΐν. Ταύτα ιδών Ηράκλειος δια του Ευξείνου Πόντου τη Περσίδι κατέλαβε, πλείονα εν αύτη εργασάμενος η ων ο Πέρσαι των Ρωμαίων γήν διερχόμενοι, τους υιούς αυτού ενταύθα καταλιπών μετά του Σεργίου Πατριάρχου και Βώνου του θαυμάσιου. Χαγάνος δε ο των Αβάρων ηγούμενος και αυτός μεν των ομόρων εθνών παραλαβών πλήθος δια γης και θαλάσσης και αυτός την Κωνσταντινούπολιν προσέβαλεν ώστε εξ ανατολών δε τους Σκύθας, και αυτήν πάντοθεν περιληφθείσα ν είτα τα εαυτών ποιούντες ελεΐν ήλπιζαν πόλιν τω σταυρώ και τοις πάθεσι Χριστού σεμνυνομένην και τη Θεοτόκω υπ’ αυτού δώρον δεδομένην. Πάσα ούν ελέπολιν και τειχομαχίαν την μεν δρώντες, την δε μελετώντες βαρβαρικώτεροι γενναίως ήσαν ανθιστάμενοι. Βώνος δε τούτους ην ο προς μάχην διεγείρων και πολύς φόνος εξ εκατέρου μέρους εγένετο. Ούτως ούν τρις και τετράκις συμβαλόντες και τη της Θεοτόκου συμμαχία, άπρακτοι διαμείναντες εις θυμόν διεγείρονται μέγιστον. Όθεν τούτο οι την πόλιν οικούντες διαγνόντες, πρεσβείας προς Χαγάνον στέλλουσι μετά χρημάτων συχνών ειρηνικά γενέσθαι σπονδάς έξαιτούμενοι· ο δε φιλάργυρος την γνώμην και τον τρόπον ων, τα μεν χρήματα έλαβε, τους δε πρέσβεις άπρακτους απέστειλε, “αύριον, φήσας, την πόλιν υμών ως νοσσιάν τη χειρί μου καταλήψομαι και πάντας μονοχίτωνας εξελθείν εάσως πλεΐον γαρ τούτου ου φιλανθρωπεύσομαι προς υμάς”, πολλά πρότερον κατά Χριστού του Θεού ημών και της Αυτόν τεκούσης βλασφημήσας. Ταύτα οι την πόλιν οικούντες άκούσαντες και όσον Ιερατικόν, όσον τε λαϊκόν και συγκλητικόν εις τους θείους ναούς ελιτάνευον, τας χείρας εις ουρανούς αίροντες και “Κύριε εξ αγίου κατοικητηρίου”, λέγοντες, “έπιδε επί τω μιαρώ Χαγάνω και επί πάσι τοις υπ’ αυτού τολμωμένοις και κατάβαλε αυτό, ο υπερασπιστής ημών, Όπως μη είπη, που εστίν ο Θεός αυτών”, και οι μεν ηΰχοντο κλαίοντες, οι δε δια τε γης και θαλάσσης εν μια έγνων συρρηγνύειν τον πόλεμον ο δε υπ’ αυτών βλασφημούμενος Κύριος, τη πρεσβεία της Αυτόν τεκούσης, ανέμους σφοδρούς και στροβίλους τη θαλασσή εκπέμψας και πάσαν διαταράξας, αύτανδρα τα σκυθικά πλοία τη θαλασσή παρέπεμψεν ενθείς δε και τοις εν πόλει θάρσος, όσον τούτοις δέος κατά των βλάσφημων εξέπεμψεν εις τους βαρβάρους δε τοσούτον φόνον ειργάσαντο, όσον ουδέ αριθμήσαί τις δύναται. Ταύτα ουδέ τους Πέρσας έλαβεν ούτω πραχθέντα, οι χείρα – ως λόγος – επί στόματος θέντες υπέστρεψαν άπρακτοι· ο δε Ιεράρχης και άπαν της εκκλησίας το πλήρωμα συν δάκρυσιν επινίκια ήδον και χαριστήρια. “Η δεξιά σου, Κύριε, δεδόξασται εν ισχύι η δεξιά σου χειρ, Κύριε, έθραυσεν εχθρούς και τω πλήθει της δόξης σου συνέτριψας τους υπεναντίους· πάντα τα έθνη εκύκλωσαν ημάς και τω ονόματι σου, Κύριε, ημυνάμεθα ταύτα”. Ούτως η παναγία και υπεράμωμος Θεοτόκος, η των Χριστιανών αντίληψις, περί ημάς την ισχύν αυτής απεδείξατο και την μεγάλην και παράδοξον σωτηρίαν ταύτην ημίν εδωρήσατο. Δια ταύτα την παρούσαν ανάμνησιν ετησίως πανηγυρίζομεν εν τω σεβασμίω αυτής οίκω, τω όντι εν Βλαχέρναις.

  • Όσιος Ιωσήφ ο Γεροντογιάννης

Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799 μ.Χ. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες.

Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο.

Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.

Συμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της. Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί.

Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωη της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841 μ.Χ. σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γρια, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους.

Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση. Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών. Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841 μ.Χ., στην έρημο του Καψά.

Μετά το 1840 μ.Χ. η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841 μ.Χ. ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους.

Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858 μ.Χ., όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.

Το 1861 μ.Χ. προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων.

Το 1863 μ.Χ. το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.

Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866 μ.Χ., και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870 μ.Χ. Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεράς και Σητείας Νεοφύτου.

Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος.

Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων.

Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874 μ.Χ., αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.

Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Ταφηκε στις 9 Αυγούστου 1874 μ.Χ. μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν.

Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982 μ.Χ., δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία και η μνήμη της γιορτάζεται την Τρίτη προς Τετάρτη της Διακαινησίμου. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.
Ακολουθία του οσίου αυτού συνέγραψε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, την οποία, μαζί με τον βίο του οσίου, εξέδωσε η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Κάψα Σητείας Κρήτης, το 1993 μ.Χ.

  • Άγιος Μίκαλλος

Ο Άγιος Μίκαλλος είναι ένας από τους τριακόσιους αγίους που ήρθαν στην Κύπρο περί τα μέσα του 12ου αιώνα μετά τη Β’ Σταυροφορία (1147-1149 μ.Χ.).
Για την παιδική ηλικία, τους γονείς και την ιδιαίτερη πατρίδα του αγίου δεν έχουμε δυστυχώς καμιά πληροφορία. Εκείνο που συμπεραίνουμε γι’ αυτόν είναι, πως ο άγιος, όταν ήταν νέος, αναγκάστηκε για μια καλύτερη ζωή να ξενιτευτεί. Πήγε στη Γερμανία κι εργαζόταν ως εργάτης με άλλους Έλληνες. Εκεί ευρισκόμενος άκουσε κάποια μέρα ένα συγκλονιστικό κήρυγμα για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους Μωαμεθανούς. Σε λίγο χρονικό διάστημα αρκετοί άνθρωποι μαζεύτηκαν και δημιούργησαν μια μεγάλη στρατιά που ένα πρωί ξεκίνησε να κάμει έργο τον πόθο, που φλόγιζε τα στήθια των ανθρώπων αυτών. Η στρατιά αυτή, η γνωστή σαν Β’ σταυροφορία διαλύθηκε εκεί στη σημερινή Γιουγκοσλαβία. Ανάμεσα στα διάφορα σώματα στρατού ήταν και τριακόσιοι Έλληνες με αρχηγό κάποιο Αυξέντη, τον γνωστό άγιο Αυξέντιο. Όταν η στρατιά διαλύθηκε, οι Έλληνες μαζεύτηκαν και μετά από μία ενθουσιώδη ομιλία του Αρχηγού αποφάσισαν να τραβήξουν προς τα μέρη του Ιορδάνη και να ζήσουν εκεί μια ασκητική ζωή, μια ζωή πλήρους αφιέρωσης στον Θεό.

Η πρόταση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Μετά από μια προσευχή που έγινε από μέρους όλων, οι άνθρωποι μας ξεκίνησαν. Πρώτα πήγαν και προσκύνησαν όλοι μαζί στα Ιεροσόλυμα. Ύστερα προχώρησαν προς τα έρημα του Ιορδάνη με σκοπό να αφιερωθούν στον Θεό και να ζήσουν εκεί τη ζωή που αποφάσισαν, τη μοναχική κι ασκητική ζωή. Η νηστεία, η προσευχή, η αγρυπνία, η μελέτη της Αγίας Γραφής, αλλά κι η έμπρακτη αγάπη προς όλους εκείνους που είχαν την ανάγκη τους, να η καθημερινή τους φροντίδα. Το περιβάλλον δυστυχώς και ευτυχώς του Ιορδάνη δεν τους βοηθούσε καθόλου στη ζωή που διάλεξαν να ζήσουν. Οι εχθροί της πίστεως του Χριστού που με φθονερό μάτι παρακολουθούσαν τη ζωή και την πρόοδο των ασκητών στα μέρη εκείνα, άρχισαν να τους παρενοχλούν. Κι αυτοί για να γλιτώσουν μαζεύτηκαν μια μέρα στην παραλία με τον σκοπό να φύγουν από τον τόπο εκείνο. Εδώ βρήκαν ένα καράβι, μπήκαν μέσα και ήρθαν στην Κύπρο, που ήταν τότε ονομαστή για τη θεοσέβεια της. Το καράβι σταμάτησε στην Πάφο. Μια παράδοση μάλιστα λέει, πως τούτο εξ αιτίας μιας δυνατής τρικυμίας, τσακίστηκε πάνω στους βράχους. Ευτυχώς οι άνθρωποι σώθηκαν όλοι πάνω στα συντρίμμια του καραβιού και βγήκαν έξω στη στεριά. Απ’ εδώ σκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη του Νησιού κι έζησαν ο καθένας τη μακάρια ζωή με τον δικό του τρόπο.

Αυτό έκανε κι ο άγιος Μίκαλλος. Στα μέρη της Ακανθούς, βρήκε δύο σπήλαια που στέκονται ακόμη και σήμερα και ξεκίνησε την ενάρετη άσκηση του.

Η θαυματουργική του δύναμη συνεχίζεται και σήμερα σε όσους με πίστη επισκέπτονταν μέχρι την επιδρομή του βάρβαρου Αττίλα το 1974 το εκκλησάκι του, που βρισκόταν δίπλα στα σπήλαια και επλένοντο με το αγίασμα του, ελάμβαναν τη θεραπεία στην αρρώστια τους και την παρηγοριά στη δοκιμασία τους. Η θαυματουργική χάρη του αγίου Μίκαλλου ανεφέρετο στη θεραπεία της μαλάριας και της λέπρας. Επίσης οι μητέρες που θήλαζαν τα παιδάκια τους, όταν δεν είχαν γάλα, πήγαιναν στη χάρη του με πίστη, θήλαζαν από τους σταλακτίτες που ήσαν στα σπήλαια και επεκαλούντο τη βοήθεια του, την οποίαν και ελάμβαναν πλούσια. Άρρητη ευωδία, αναφέρουν οι παλαιοί, ξεχυνόταν από τα δύο σπήλαια μέχρι τελευταία, που έφθανε γύρω στα χωράφια που καλλιεργούσαν οι αγρότες της Ακανθούς. Δίπλα στα σπήλαια υπήρχε και υπάρχει ακόμη μια θαλερή μυρτιά, «η μυρτιά του οσίου Μίκαλλου» στην οποία αποδίδονταν πλούσιες θαυματουργικές ιδιότητες.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς ἐρήμου πολίτης, καὶ ἐν σώματι ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεφόρε πατὴρ ἠμῶν Μίκαλλε- νηστείρ, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τᾶς ψυχᾶς τῶν πίστει προστρεχόντων σοί. Δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχὺν δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι- δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πάσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
(υπό Χαραλάμπους Μ. Μπούσια.)
Χριστῷ εὐηρέστησας ὀσιακὴ ἀγωγή, θεσπέσιε Μίκαλλε, ἐν τοὶς σπηλαίοις τῆς γῆς οἰκήσας ὡς ἄσαρκος- εὖχος καὶ ἀντιλήπτωρ Ἀκανθοὺς τῆς ἐν Κύπρῳ, πρέσβευε δωρηθήναι τοὶς πιστοὶς οὐρανόθεν ὑγείαν καὶ εἰρήνην ψυχῶν ἀδιατάρακτον.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, ο κοσμήτωρ της Ακανθούς, χαίροις, σπηλαιώτα, πύρ ο φλέγων της ακραιφνούς προς Θεόν αγάπης, φρυκτώρημα οσίων, βολαίς ο εκπυρσεύων βίου θεόφρονος.

Άγιος Δονάτος επίσκοπος Ευροίας Ηπείρου

  • Άγιος Δονάτος Επίσκοπος Ευροίας Ηπείρου

Η μνήμη του Αγίου Δονάτου Επισκόπου Ευροίας τιμάται στις 30 Απριλίου. Στην τοπική παράδοση όμως της Λευκάδας, ο εορτασμός γίνεται στις 7 Αυγούστου σύμφωνα και με χειρόγραφο της Αθωνικής Μονής Μεγίστης Λαύρας (βλ. Ζαμπέλη Γερασ., Πρωτοπρ., Ιστορία…, ό.π., σελ. 51). 

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σέ πρός οὐρανίους σκηνάς, τηρεῖ καί μετά θάνατον ἀδιαλώβητον τό σῶμα σου Ἅγιε Δονᾶτε μακάριε· σύ γάρ ἐν σωφροσύνῃ καί σεμνῇ πολιτείᾳ, μάκαρ ἐπολιτεύσω, μή μολύνας τήν σάρκα. Διό ἐν παῤῥησίᾳ Χριστῷ πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.

  • Όσιος Αγάθων

Για τον κτίτορα της ιεράς μονής Αγάθωνος, που τιμάται στην Παναγία, λόγω της εκεί θαυματουργής εικόνας της Θεοτόκου, και στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, λείπουν πολλά βιογραφικά στοιχεία.

Μετά την καθίζηση πλησιόχωρης μονής και την ανεύρεση της εικόνας της Θεοτόκου υπό του οσίου, κτίσθηκε από τον ίδιο η νέα σημερινή μονή, η οποία έλαβε από τους μαθητές του οσίου το όνομα του κτίτορος και πρώτου ηγουμένου της.

Κατά νεώτερες έρευνες ο βίος του οσίου Αγάθωνος σχετίζεται με τον βίο του εξ Υπάτης οσίου Αθανασίου του Μετεωρίτη (βλέπε 20 Απριλίου), τον οποίο ο Αγάθων ακολούθησε στο Άγιο Όρος. Έτσι ο όσιος Αγάθων συναριθμείται και συντιμάται μετά των Αγιορειτών οσίων και ο χρόνος της ακμής του ορίζεται ο 14ος αιώνας μ.Χ. Αξίζει να σημειωθεί πως και στο Άγιο Όρος και στην πρώτη μεγάλη μονή των Μετεώρων, που ίδρυσε ο όσιος Αθανάσιος, τιμάται η Θεοτόκος και η Μεταμόρφωση του Σωτήρος.

Το 1959 μ.Χ. στη νότια πλευρά του ωραίου Καθολικού της ιεράς μονής, κατόπιν ανασκαφών, βρέθηκε ο τάφος του οσίου και τα χαριτόβρυτα τίμια λείψανά του.

Η αρχαιότερη εικόνα του αγίου είναι σε τοιχογραφία του 16ου αιώνος μ.Χ. στο παρεκκλήσι της μονής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Ανέκδοτη «Ἀσματική Ἀκολουθία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου πατρός ἡμῶν Ἀγάθωνος, κτίτορος τῆς ἐν Φθιώτιδι ὁμωνύμου μονῆς, ποιηθεῖσα ἐν Ἁγίῳ Ὄρει ὑπό τοῦ ἀειμνήστου μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Ὑμνογράφου τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» υπάρχει στη μονή του.

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Αυγούστου.

Ο όσιος Αγάθων αποτελεί κεντρική μορφή του φθιωτικού μοναχισμού και η φημισμένη μονή του προσέφερε πολλά στους αγώνες του Έθνους και σήμερα αποτελεί πανρουμελιωτικό θεομητορικό προσκύνημα.

  • Οσία Θεοδώρα της Σύχλας

Η Οσία Θεοδώρα της Σύχλας είναι μια από τις σπουδαιότερες μοναχές που έζησαν στα ρουμανικά μοναστήρια. Γεννήθηκε στο χωριό Βινατόρι της επαρχίας Νεάμτς το πρώτο μισό του 17ου μ.Χ. αιώνα. Ο πατέρας της Στέφανος Γιόλντεα ήταν φύλακας του φρουρίου Νεάμτς.

Μετά τον θάνατο της αδελφής της Μαργαρίτας, η Θεοδώρα παντρεύθηκε τον Ελευθέριο, έναν νεαρό από το Ισμαήλ (πόλις της Ρουμανίας). Μα επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν παιδιά, πήγαν και οι δύο σε μοναστήρια. Η μακαρία Θεοδώρα φόρεσε το μοναχικό ένδυμα στην σκήτη Βαρζαρέστ της επαρχίας Ρίμνικ Σαράτ, ενώ ο σύζυγός της Ελευθέριος στην σκήτη Μάρε Ποϊάνα (Μεγάλο Ξέφωτο).

Όταν καταστράφηκε η σκήτη από τους τούρκους, η Θεοδώρα έγινε ησυχάστρια στα βουνά του Μπουζάου. Κατόπιν, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι και στην κοιλάδα του Μπουζάου, η οσία Θεοδώρα κρύφθηκε στα όρη με την πνευματική της Μητέρα, την Μεγαλόσχημη μοναχή Παϊσία. Εκεί αγωνίσθηκαν μερικά χρόνια με νηστεία και αγρυπνία, υπομένοντας με ανδρικό φρόνημα την πείνα, το ψύχος και άλλους, αγνώστους σ’ εμάς, πειρασμούς του διαβόλου. Αλλά αντιπαλεύοντας η μακαρία με την φλογερή προσευχή της, τα υπέμενε όλα, αφού γευόταν τις μυστικές παρηγοριές του Αγίου Πνεύματος.

Όταν εκοιμήθη στο όρος η πνευματική της Μητέρα μεταξύ των ετών 1670 – 1675 μ.χ., η οσία Θεοδώρα έλαβε πληροφορία από τον Θεό να πάει στα βουνά του Νεάμτς. Εκεί, αφού προσκύνησε την θαυματουργό Εικόνα της Μητέρας του Κυρίου που ήταν στην μεγάλη Λαύρα, πήγε να συμβουλευθεί τον ηγούμενο της σκήτης Συχαστρίας, ιερομόναχο μεγαλόσχημο Βαρσανούφιο. Αυτός πληροφορήθηκε στην καρδιά του ότι η Θεοδώρα επιθυμεί την ερημική ζωή και γνώρισε από το Άγιο Πνεύμα την αρετή της. Πρώτα της μετέδωσε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Κατόπιν, δίνοντάς της για πνευματικό οδηγό τον Πνευματικό Παύλο, της είπε: να πάει να ζήσει για ένα χρόνο στα δάση των βουνών της Σύχλας. Αν καταφέρει με την Χάρη του Θεού να υπομείνει τις δυσκολίες και τους φοβερούς πειρασμούς του διαβόλου, να μείνει εκεί μέχρι τον θάνατο της. Εάν όμως δεν τα καταφέρει να υπομείνει, να επιστρέψει σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι και εκεί να εργάζεται με ταπείνωση την σωτηρία της ψυχής της.

Αναζητώντας ο όσιος Παύλος ένα ερημικό κελλί για την μακαρία Θεοδώρα και μη ευρίσκοντας, συνάντησε έναν γέροντα ησυχαστή, που ασκήτευε κάτω από κάτι βράχους της Σύχλας. Αυτός, έχοντας το προορατικό χάρισμα, έδωσε στην Θεοδώρα το κελλί του και ο ίδιος πήγε σε άλλο ερημικότερο καλυβόσπιτο.

Σ’ αυτό το κελλί αγωνίσθηκε η οσία Θεοδώρα περίπου 30 χρόνια, δοξάζοντας ακατάπαυστα τον Θεό και υπερνικώντας με υπομονή και ταπείνωση όλες τις παγίδες του εχθρού. Επειδή ενισχύετο με την άνωθεν δύναμη, δεν κατέβηκε πλέον από το βουνό, ούτε ανθρώπινη βοήθεια δέχθηκε από κανέναν. Μόνο ο μακάριος Παύλος, ο Πνευματικός της, ανέβαινε μόνος του από καιρό σε καιρό στο κελλί της με τα Άχραντα Μυστήρια και έτσι πάντοτε αγωνίσθηκε σ’ όλη την ζωή της. Μ’ αυτή την αγγελική πολιτεία τόσο πολύ προόδευσε η οσία, ώστε έκανε αγρυπνίες όλες τις νύκτες με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, μέχρι να έλθουν τα χαράματα και το πρόσωπό της έλαμπε. Ύστερα αναπαυόταν δύο ώρες και πάλι άρχιζε. Τροφή λάμβανε μόνο μια φορά κάθε δεύτερη ημέρα, λίγο παξιμάδι με χόρτα του δάσους, φτέρη και ξυνήθρα (λάπαθο), το οποίο μέχρι τώρα ονομάζεται «Το λάπαθο της αγίας Θεοδώρας». Νερό συγκέντρωνε από το βρόχινο, μέσα σ’ ένα κοίλωμα ενός βράχου, που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Το πηγάδι της οσίας Θεοδώρας». Και ένα παράδοξο θαύμα είναι ότι, το νερό δεν τελειώνει ποτέ απ’ αυτό το κοίλωμα του βράχου. Αργότερα όταν κοιμήθηκε ο όσιος Παύλος, η μακαρία Θεοδώρα απέμεινε μόνη της, έχοντας μόνο την πρόνοια του Θεού.

Κάποτε, όταν εισέβαλαν οι τούρκοι μέσα στα χωριά και τα μοναστήρια της περιοχής Νεάμτς, τα δάση γέμισαν από χωρικούς και μοναχούς. Τότε έφθασαν και μερικές μοναχές στο κελλί της οσίας Θεοδώρας. Η μακαρία Θεοδώρα τους έδωσε το κελλί της και μετέβη σε μια άλλη κοντινή σπηλιά και συνέχισε εκεί μόνη της την άσκηση, άγνωστη απ’ όλους. Την νύκτα αναπαυόταν λίγο επάνω σε μια πέτρινη πλάκα, η οποία φαίνεται μέχρι σήμερα.

Κάποτε μια συμμορία από τούρκους που περιπλανιόταν στα βουνά της Σύχλας έφθασε στην σπηλιά της Οσίας Θεοδώρας. Τότε όρμησαν κατ’ επάνω της για να την εξοντώσουν. Μα η αγία έπεσε στα γόνατα, σήκωσε τα χέρια της προς τον Θεό και προσευχήθηκε. Εκείνη την στιγμή άνοιξε θαυματουργικά ο τοίχος της σπηλιάς. Αμέσως η νύμφη του Χριστού έφυγε από εκεί, κρύφθηκε στα δάση και έτσι γλύτωσε από τον θάνατο.

Σαράντα ημέρες πριν από το μακάριο τέλος της, προσευχήθηκε στον Θεό να της στείλει έναν ιερέα, για να μεταλάβει τα Πανάχραντα Μυστήρια. Και ο Κύριος δεν άφησε απαρατήρητη την ψυχική της επιθυμία.

Ο ηγούμενος της Συχαστρίας είχε παρατηρήσει ότι κοπάδια από πουλιά με ψίχουλα στο ράμφος τους, πετούσαν προς το βουνό της Σύχλας. Συλλογίστηκε λοιπόν μήπως εκεί ζει κανένας άγιος ησυχαστής. Έτσι, έστειλε δύο αδελφούς να παρακολουθήσουν που πηγαίνουν αυτά τα πουλιά. Οι μοναχοί, όταν βράδιασε είδαν μια στήλη φωτός να υψώνεται στον ουρανό. Όταν την πλησίασαν, είδαν την Οσία Θεοδώρα να λάμπει σαν ήλιος στο πρόσωπο, να προσεύχεται με τα χέρια υψωμένα και να μη πατάει στο έδαφος.

Αμέσως οι μοναχοί, επέστρεψαν στο μοναστήρι τους και ο ηγούμενος, τους έστειλε πάλι στην Οσία Θεοδώρα μαζί με τον Πναευματικό Αντώνιο και τον διάκονο Λαυρέντιο.

Στην αρχή η οσία τους αφηγήθηκε την ζωή της, κατόπιν απήγγειλε το «Πιστεύω», μετέλαβε τα Θεία Μυστήρια και, ζητώντας ευλογία από τον ιερέα, είπε: «Δόξα σοι ο Θεός, πάντων ένεκεν». Την ίδια στιγμή η αγία Θεοδώρα παρέδωσε την μακαρία ψυχή της στην αγκαλιά του Χριστού, ενώ το σώμα της ευωδίασε.

Κηδεύθηκε και τοποθετήθηκε τιμητικώς από τους πατέρας στην σπηλιά, όπου ασκήτευσε.

Η είδηση για την ζωή και τον θάνατο της Οσίας Θεοδώρας της Σύχλας διαδόθηκε γρήγορα σ’ όλα τα μοναστήρια, στα χωριά της Μολδαβίας, μέχρι ακόμη και το άλλο μέρος των συνόρων. Γι’ αυτό έτρεχαν στην σπηλιά της πιστοί από τα χωριά, προ παντός ασθενείς, και θεραπεύονταν από τις διάφορες αρρώστιες τους, ενώ πολλοί πλένονταν με νερό από το πηγάδι της και λάμβαναν βοήθεια και παρηγοριά.

Το άγιο σώμα της οσίας Θεοδώρας της Σύχλας έμεινε στην σπηλιά για εκατό περίπου χρόνια. Μεταξύ των ετών 1828 μ.Χ. και 1834 μ.Χ. τα άγια Λείψανά της μετεφέρθηκαν στο Κίεβο και τοποθετήθηκαν στις κατακόμβες του μοναστηριού Πετσέρσκα με την επιγραφή «Η αγία Θεοδώρα των Καρπαθίων», όπου και υπάρχουν μέχρι σήμερα. Η ψυχή της όμως τώρα προσεύχεται πάντοτε μπροστά στην Παναγία Τριάδα για όλο τον κόσμο.

************************************************************************************************************

Αποφθέγματα

Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής, είναι ανάγκη της ψυχής.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

πηγή: saint.gr
Share this

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή