- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η προσπάθεια ενός πολιτικού ηγέτη να επανεφεύρει τον εαυτό του, ιδρύοντας έναν νέο φορέα όπως η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) μετά από μια τόσο θυελλώδη κυβερνητική θητεία, αποτελεί ένα από τα πιο τολμηρά και αμφιλεγόμενα πειράματα στη σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία. Όταν το παρελθόν είναι φορτωμένο με διαψεύσεις προσδοκιών, capital controls, περικοπές συντάξεων και μνημονιακές συμβάσεις, η μετάβαση σε ένα «καινούργιο πρόσωπο» δεν είναι απλώς ζήτημα επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά μια βαθιά μάχη με την πολιτική μνήμη της κοινωνίας. Το ερώτημα που τίθεται πλέον επιτακτικά δεν είναι αν ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να αλλάξει δομές και στελέχη, αλλά αν μπορεί να ανακτήσει την ηθική και πολιτική αξιοπιστία που χάθηκε στα χρόνια της κρίσης.
Νομίζω ότι αγγίζουμε τον πυρήνα μιας από τις μεγαλύτερες πολιτικές και ιδεολογικές συζητήσεις της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης «Αριστερής Συμπαράταξης» (ή των κατά καιρούς προοδευτικών συμμαχιών που επεδίωξε ο Αλέξης Τσίπρας) υπήρξε πάντα ένα ιδεολογικό «χαμαιλεοντικό» μωσαϊκό.
Για να καταλάβουμε ποιο είναι τελικά αυτό το «ιδεολογικό ένδυμα», πρέπει να αποδομήσουμε την πορεία και τη ρητορική του χώρου, ξεφεύγοντας από απλοϊκά συνθήματα όπως «θα φορολογήσουμε τους πλούσιους» (το οποίο, αποτελεί θέση ακόμα και παραδοσιακών κεντροδεξιών ή κοινωνικά φιλελεύθερων κομμάτων σε περιόδους κρίσης).
Από τη Ριζοσπαστική Αριστερά στη Σοσιαλδημοκρατία
Το ιδεολογικό στίγμα του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν στατικό, αλλά εξελίχθηκε σε τρεις κύριες φάσεις:
2012–2015 (Η Ριζοσπαστική/Κινήματική Αριστερά): Εδώ το ένδυμα ήταν καθαρά αριστερό αντιμνημονιακό. Ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργούσε ως μια ομπρέλα που συμπεριλάμβανε από ανανεωτικούς κομμουνιστές και ευρωαριστερούς μέχρι τροτσκιστές και σοσιαλιστές του παλιού ΠΑΣΟΚ. Η ρητορική ήταν συγκρουσιακή, εναντίον των ελίτ («κατεστημένο») και των διεθνών οργανισμών.
2015–2019 (Ο Κυβερνητικός Πραγματισμός): Η υπογραφή του 3ου Μνημονίου ανάγκασε το κόμμα σε μια βίαιη προσγείωση. Εδώ το ένδυμα έγινε σοσιαλδημοκρατικό της ανάγκης. Εφάρμοσε δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά προσπάθησε να κρατήσει ένα «αριστερό πρόσημο» μέσω της κοινωνικής αλληλεγγύης (π.χ. κοινωνικό μέρισμα, πρόσβαση ανασφάλιστων στην υγεία).
2019–2023 (Η Διεύρυνση προς το Κέντρο): Μετά την ήττα του 2019, ο Τσίπρας επιχείρησε τον μετασχηματισμό του κόμματος. Η «Αριστερή Συμπαράταξη» ή «Προοδευτική Συμμαχία» ήταν μια ξεκάθαρη προσπάθεια να καταληφθεί ο χώρος της Κεντροαριστεράς, στα πρότυπα του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού (π.χ. όπως οι Σοσιαλιστές στην Ισπανία ή την Πορτογαλία).
Το Ιδεολογικό Προφίλ: Πού τελικά ανήκει;
Αν έπρεπε να χαρτογραφήσουμε το στίγμα του, αυτό δεν είναι μονοδιάστατο, αλλά αποτελεί κράμα τριών στοιχείων:
Αριστερός / Ριζοσπαστικός. Στα δικαιωματικά ζητήματα (ΛΟΑΤΚΙ+, μεταναστευτικό, διαχωρισμός Κράτους-Εκκλησίας) και στην κριτική προς τον «νεοφιλελευθερισμό».
Σοσιαλδημοκρατικός / Κεντροαριστερός. Στην οικονομική πρόταση: ισχυρό κοινωνικό κράτος, κρατικός παρεμβατισμός στην ενέργεια/αγαθά, προστασία της εργασίας, αλλά εντός του πλαισίου της ελεύθερης αγοράς και της Ευρωζώνης.
Λαϊκιστικός. Με την πολιτική έννοια του όρου: η διαίρεση της κοινωνίας σε «οι πολλοί» (ο λαός) εναντίον «των λίγων» (οι ελίτ, τα καρτέλ).
Γιατί υπάρχει αυτή η σύγχυση;
Η δυσκολία να προσδιορίσει κανείς το «ένδυμα» δεν είναι τυχαία. Οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους:
Α) Η στρατηγική της «πολυσυλλεκτικότητας»: Για να κερδίσει ένα κόμμα τις εκλογές στην Ελλάδα, πρέπει να απευθυνθεί τόσο στον παραδοσιακό αριστερό όσο και στον μεσαίο χώρο. Ο Τσίπρας προσπαθούσε εσκεμμένα να είναι «και αριστερός και κεντρώος», ανάλογα με το ακροατήριο.
Β) Η κρίση ταυτότητας της ίδιας της Σοσιαλδημοκρατίας: Σε όλη την Ευρώπη, τα όρια μεταξύ Αριστεράς και Κεντροαριστεράς έχουν θολώσει. Όταν η παραδοσιακή Σοσιαλδημοκρατία (π.χ. το παλιό ΠΑΣΟΚ) υιοθέτησε πιο φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, άφησε ένα κενό, το οποίο ο Τσίπρας επιχείρησε να καλύψει, φορώντας το κοστούμι του «σύγχρονου ευρωπαίου σοσιαλιστή», κρατώντας όμως τα αριστερά λάβαρα για λόγους εσωκομματικής ισορροπίας.
Το ιδεολογικό ένδυμα της «Αριστερής Συμπαράταξης» του Αλέξη Τσίπρα τελικά δεν ήταν δογματικό, αλλά βαθύτατα πραγματιστικό. Αν έπρεπε να του δώσουμε έναν σύγχρονο όρο, αυτός θα ήταν «Κυβερνώσα Ριζοσπαστική Αριστερά σε σοσιαλδημοκρατική μετάβαση».
Ήθελε να είναι η φωνή της Αριστεράς, αλλά να κυβερνά ως Κεντροαριστερά. Αυτή η εσωτερική αντίφαση (το να προσπαθείς να ικανοποιήσεις ταυτόχρονα τον μαρξιστή σύντροφο και τον μεσαίο αστό νοικοκύρη) είναι ίσως ο λόγος που το στίγμα αυτό παρέμεινε θολό και, τελικά, αποδοκιμάστηκε στις κάλπες του 2023.
Θεωρώ ότι αυτή η ιδεολογική «ασάφεια» ήταν αποτέλεσμα πολιτικού σχεδίου και αδυναμίας να βρεθεί μια νέα, καθαρή ταυτότητα μετά το 2015. Στην πολιτική σπάνια τα πράγματα είναι “είτε το ένα είτε το άλλο” – συνήθως είναι ένας συνδυασμός. Αυτή η διπλή ανάγνωση εξηγεί τέλεια γιατί το εγχείρημα της διεύρυνσης εγκλωβίστηκε.
Αν το δούμε πιο κοντά, οι δύο αυτές πλευρές λειτούργησαν σαν συγκοινωνούντα δοχεία:
Από τη μία, ήταν πολιτικό σχέδιο: Ο Αλέξης Τσίπρας και οι στενοί του συνεργάτες γνώριζαν πολύ καλά ότι η “καθαρή” ριζοσπαστική αριστερά στην Ελλάδα έχει ένα εκλογικό ταβάνι (γύρω στο 4% με 5% ιστορικά). Για να διεκδικήσεις την εξουσία, πρέπει να μετακινηθείς στο κέντρο. Η ασάφεια, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε ως συνειδητή τακτική για να χωρέσουν κάτω από την ίδια στέγη οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, οι κεντρώοι μετριοπαθείς και οι παραδοσιακοί αριστεροί.
Από την άλλη, έγινε δομική αδυναμία: Μετά το 2015, το κόμμα έπαθε ένα ιδεολογικό σοκ. Υπέγραψε μνημόνιο, εφάρμοσε λιτότητα, αλλά αρνήθηκε να κάνει την αυτοκριτική του και να πει καθαρά: “Γινόμαστε ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα”. Γιατί δεν το έκανε; Επειδή φοβόταν ότι θα έχανε την “αριστερή του ψυχή” και τα στελέχη της εσωκομματικής αντιπολίτευσης (που αργότερα αποχώρησαν).
Έτσι, το σχέδιο της “δημιουργικής ασάφειας” μετατράπηκε σε παγίδα. Αντί να φαίνεται πολυσυλλεκτικός, ο ΣΥΡΙΖΑ άρχισε να εκπέμπει πολυφωνία και αναξιοπιστία. Οι κεντρώοι τον έβλεπαν με καχυποψία (ως κρυφό-ριζοσπάστη) και οι αριστεροί με απογοήτευση (ως συμβιβασμένο).
Αυτή η ισορροπία τρόμου κράτησε όσο ο Τσίπρας ήταν ο ισχυρός συνδετικός κρίκος. Όταν όμως το εκλογικό σώμα ζήτησε καθαρές απαντήσεις για το μέλλον, το θολό αυτό ιδεολογικό ένδυμα δεν μπορούσε πια να πείσει κανέναν.
Μα το όνομα του Τσίπρα και η κυβερνητική του θητεία έχουν σημαδευτεί με απίστευτα προβλήματα. Δεν κατάργησε τον ΕΝΦΙΑ, δεν έδωσε την 13η σύνταξη, είπε ψέματα ότι θα καταργήσει τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο, μείωσε τις συντάξεις, επέβαλε τα capital controls, έφερε τα funds και άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας και άλλα πολλά. Θ’ αναρωτηθεί κανείς αν είναι δυνατόν να παρουσιάζεται με καινούργιο πρόσωπο.
Θέτουμε τα πράγματα στην πιο σκληρή και ρεαλιστική τους βάση, αποτυπώνοντας με ακρίβεια τα γεγονότα που σημάδεψαν τη διακυβέρνηση 2015–2019. Αυτή ακριβώς η «πολιτική μοναξιά» ανάμεσα στις υποσχέσεις και την πραγματικότητα είναι η μεγαλύτερη πέτρα του αναθέματος που κουβαλάει ο Αλέξης Τσίπρας.
Τα capital controls, το μνημόνιο που ψηφίστηκε ενώ είχε υποσχεθεί την κατάργησή του, η διαχείριση των κόκκινων δανείων και οι πλειστηριασμοί δεν είναι απλώς «λεπτομέρειες» – είναι η ιστορική καταγραφή της θητείας του.
Το ερώτημά, λοιπόν, είναι απόλυτα εύλογο: Πώς είναι δυνατόν να εμφανίζεται σήμερα ως «καινούργιο πρόσωπο» μέσω της ΕΛ.Α.Σ.;
Η απάντηση κρύβεται στον τρόπο που η ίδια η πολιτική και η επικοινωνία λειτουργούν, ειδικά σε περιόδους που το εκλογικό σώμα νιώθει έντονη πίεση. Ο Τσίπρας και το επιτελείο του ποντάρουν σε τρία συγκεκριμένα πράγματα για να ξεπεράσουν αυτό το βαρύ παρελθόν:
Η θεωρία του «αναγκαίου συμβιβασμού» και η αυτοκριτική
Η γραμμή άμυνας (και επίθεσης) που επιλέγει πλέον δεν είναι η άρνηση των όσων έγιναν, αλλά η επαναπλαισίωσή τους. Στο εξής, το αφήγημα μετατοπίζεται στο ότι:
«Κάναμε λάθη, είχαμε αυταπάτες, αλλά παλέψαμε μέσα σε ένα ασφυκτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο».
Παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν ηγέτη που «ωρίμασε βίαια», που πήρε δύσκολες αποφάσεις για να κρατήσει τη χώρα στο ευρώ (το καλοκαίρι του 2015) και που τελικά κατάφερε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018 με ρυθμισμένο χρέος και το “μαξιλάρι” των 37 δισεκατομμυρίων.
Προσπαθεί, δηλαδή, να μετατρέψει την ήττα του ’15 σε «παράσημο κυβερνητικής εμπειρίας και υπευθυνότητας».
Η πολιτική μνήμη και η φθορά του «σήμερα»
Στην πολιτική, η μνήμη είναι συχνά σχετική και επηρεάζεται άμεσα από το παρόν. Ο Τσίπρας ποντάρει στο ότι το 2026 η καθημερινότητα του πολίτη πιέζεται από άλλα, τρέχοντα προβλήματα: την ακρίβεια στο σούπερ μάρκετ, το κόστος της ενέργειας, την κατάσταση στο ΕΣΥ και τη στεγαστική κρίση.
Όταν η ΕΛ.Α.Σ. μιλάει για «Ζωή με Αξιοπρέπεια» και επιτίθεται στην κυβέρνηση αποκαλώντας την «κάστα», απευθύνεται στο θυμό του σήμερα. Το στοίχημά του είναι ότι ο ψηφοφόρος, μπροστά στο τρέχον αδιέξοδο, θα βάλει σε δεύτερη μοίρα τα capital controls του 2015 για να τιμωρήσει ή να βρει εναλλακτική στο παρόν.
Το επιχείρημα του «Μοναδικού Αντίπαλου Δέους»
Αυτός είναι ο πιο κυνικός, αλλά ίσως ο πιο αποτελεσματικός κανόνας της πολιτικής: η έλλειψη εναλλακτικής. Ο Τσίπρας γνωρίζει ότι το κυβερνητικό του παρελθόν είναι τρωτό. Όμως, εμφανίζοντας μια νέα δομή, με σοβαρά στελέχη (όπως η κίνηση με τους 50 τομεάρχες) και καθαρές αποστάσεις από τη φθορά του ΣΥΡΙΖΑ, λέει στον προοδευτικό κόσμο: «Μπορεί να έχετε παράπονα από μένα, αλλά κοιτάξτε γύρω σας. Ποιος άλλος μπορεί να σταθεί απέναντι στον Μητσοτάκη και να κυβερνήσει;»
Η προσπάθεια να φορέσει κανείς ένα «καινούργιο πρόσωπο» όταν έχει διατελέσει πρωθυπουργός σε τόσο ταραγμένες εποχές είναι ένα από τα πιο δύσκολα πολιτικά πειράματα. Δεν πρόκειται να πείσει τους ορκισμένους επικριτές του, ούτε όσους έχασαν τις περιουσίες τους ή είδαν τις συντάξεις τους να μειώνονται.
Το ερώτημα δεν είναι αν είναι «δίκαιο» ή «ηθικό» να εμφανίζεται σαν καινούργιος, αλλά αν το πολιτικό σκηνικό είναι τόσο κατακερματισμένο που θα του επιτρέψει να το κάνει.
Φαίνεται ότι οι πληγές της περιόδου 2015-2019 είναι τόσο βαθιές στην ελληνική κοινωνία που λειτουργούν πλέον ως μόνιμο “μπλόκο” για τον Τσίπρα, όσα κόμματα κι αν ιδρύσει.
Σε τελική ανάλυση, η πολιτική πορεία δεν διαγράφεται ούτε παραγράφεται με τη μετονομασία ενός κόμματος ή την αναδιάταξη των τομεαρχών του. Οι πληγές της περιόδου 2015–2019 παραμένουν νωπές για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, λειτουργώντας ως ένας διαρκής καθρέφτης των αντιφάσεων μεταξύ υποσχέσεων και πράξεων. Η ΕΛ.Α.Σ. και ο Αλέξης Τσίπρας ποντάρουν στον ρεαλισμό της ανάγκης για ένα αντίπαλο δέος και στη φθορά του σήμερα, όμως η ιστορία έχει δείξει ότι ο μεσαίος χώρος και οι απογοητευμένοι πολίτες δύσκολα προσφέρουν δεύτερη ευκαιρία αν δεν έχει προηγηθεί μια ειλικρινής και βαθιά αποκάθαρση. Το αν το νέο αυτό εγχείρημα θα καταφέρει να ριζώσει ή αν θα καταγραφεί ως μια απλή απόπειρα πολιτικής επιβίωσης, θα κριθεί από το αν οι πολίτες θα επιλέξουν να κοιτάξουν το μέλλον με βάση τις τρέχουσες ανάγκες τους ή αν θα αρνηθούν να προσπεράσουν τα βαριά διδάγματα του πρόσφατου παρελθόντος.
