Γιατί ο Τραμπ ρισκάρει μια καταστροφική ήττα στις ενδιάμεσες εκλογές, επαναφέροντας έναν ήδη αντιδημοφιλή πόλεμο με το Ιράν;

Προειδοποιήσεις για γενικευμένη κλιμάκωση

by Times Newsroom

Λιγότερο από έναν μήνα μετά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που ο ίδιος είχε παρουσιάσει ως αναγκαία για να αποτραπεί μια οικονομική κρίση αντίστοιχη με εκείνη της Μεγάλης Ύφεσης, ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να επανεκκινήσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Η απόφαση αυτή προκαλεί έντονες ανησυχίες τόσο για την εξέλιξη του πολέμου όσο και για τις πολιτικές επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει για τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, όπως αναφέρει σε αναλυσή του ο Guardian.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η επιλογή του Αμερικανού προέδρου θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένη σύγκρουση, ενώ προειδοποιούν πως η νέα κλιμάκωση ίσως αποδειχθεί ιδιαίτερα επιζήμια για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε μια περίοδο όπου οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανακτήσουν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου.

Η συμφωνία που κατέρρευσε και η επιστροφή στις στρατιωτικές επιχειρήσεις

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει οικοδομήσει εδώ και δεκαετίες την πολιτική και επιχειρηματική του πορεία πάνω σε επιλογές υψηλού ρίσκου, αμφισβητώντας καθιερωμένες πρακτικές. Η ίδια τακτική, σύμφωνα με τους αναλυτές, φαίνεται πως ακολουθείται και στην εξωτερική πολιτική.

Την τελευταία εβδομάδα διέταξε την επανέναρξη των αμερικανικών επιθέσεων εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και υποδομών, κρίνοντας ότι το Μνημόνιο Κατανόησης που είχε υπογράψει στις 17 Ιουνίου στο Ανάκτορο των Βερσαλλιών δεν είχε πλέον καμία προοπτική εφαρμογής.

Το Ιράν απάντησε με επιθέσεις drones και πυραύλων εναντίον συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο, ενώ η συμφωνία είχε ήδη δεχθεί έντονη κριτική από τη νεοσυντηρητική πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών, η οποία τη χαρακτήριζε ως υποχώρηση απέναντι στην Τεχεράνη.

Οι φόβοι για τις εκλογές και η αντίδραση των αναλυτών

Με λιγότερους από τέσσερις μήνες να απομένουν έως τις ενδιάμεσες εκλογές, αρκετοί πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι η επανέναρξη ενός ήδη αντιδημοφιλούς πολέμου ενδέχεται να αποδειχθεί εκλογικά καταστροφική για τον Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, ιδιαίτερα λόγω των επιπτώσεων στις τιμές των καυσίμων και στο κόστος ζωής.

Ο εκτελεστικός συντάκτης του περιοδικού American Conservative, Κερτ Μιλς, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει κανένα σενάριο στο οποίο η συγκεκριμένη επιλογή να ευνοεί τις επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών στις εκλογές.

Όπως ανέφερε, πρόκειται για μια πολιτικά χαμένη υπόθεση που δείχνει ότι ο Τραμπ δεν φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στις εκλογικές συνέπειες, εκτιμώντας παράλληλα ότι η στάση του απέναντι στο Ιράν έχει λάβει πλέον προσωπικά χαρακτηριστικά.

Προειδοποιήσεις για γενικευμένη κλιμάκωση

Πέρα από το πολιτικό κόστος, ειδικοί προειδοποιούν ότι η νέα ένταση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε χερσαία εισβολή στο ιρανικό έδαφος, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο μακροχρόνιο πόλεμο, παρόμοιο με εκείνους που ο ίδιος ο Τραμπ είχε καταδικάσει στο παρελθόν.

Ο πρώην σύμβουλος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Λευκού Οίκου για θέματα Ιράν, Νέιτ Σουάνσον, δήλωσε ότι αρχικά θεωρούσε πως η ένταση θα περιοριζόταν σε έναν ακόμη σύντομο κύκλο βίας πριν από την επιστροφή στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, όπως σημείωσε, η κλιμάκωση έχει ήδη ξεπεράσει κάθε προηγούμενη εκτίμηση.

Κατά τον ίδιο, η στρατιωτική πίεση αποτελεί προσπάθεια επαναφοράς της διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ ώστε να επαναδιαπραγματευτούν το Μνημόνιο Κατανόησης, χαρακτηρίζοντας όμως την επιλογή εξαιρετικά επικίνδυνη, με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες και περιορισμένες πιθανότητες επιτυχίας.

Τα Στενά του Ορμούζ στο επίκεντρο της σύγκρουσης

Στο επίκεντρο της νέας κρίσης βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία πριν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου διέρχονταν περίπου το 20% των παγκόσμιων ενεργειακών εξαγωγών.

Η Τεχεράνη χρησιμοποιεί πλέον τον έλεγχο του στρατηγικής σημασίας θαλάσσιου περάσματος ως βασικό διαπραγματευτικό χαρτί, επιδιώκοντας να αντισταθεί στις πιέσεις που δέχεται για το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη στήριξη οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ.

Το Μνημόνιο Κατανόησης προέβλεπε κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Παράλληλα, η Τεχεράνη θα άνοιγε εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία είχε κλείσει μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, προκαλώντας εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Σε αντάλλαγμα θα λάμβανε σημαντική ελάφρυνση των κυρώσεων, δυνατότητα εξαγωγής πετρελαίου στις διεθνείς αγορές και αποδέσμευση δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία.

Οι πρώτες παραβιάσεις και οι διαφορετικές ερμηνείες

Τα προβλήματα εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως, όταν το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων κρατών του Κόλπου, επειδή αυτά χρησιμοποιούσαν, υπό την προστασία του αμερικανικού ναυτικού, θαλάσσια διαδρομή κοντά στις ακτές του ουδέτερου Ομάν αντί για τα προηγούμενα δρομολόγια κοντά στις ιρανικές ακτές.

Η Ουάσινγκτον και οι σύμμαχοί της υποστηρίζουν ότι η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε τις παλαιότερες διαδρομές για να επιβάλλει παράνομα τέλη διέλευσης.

Ορισμένοι αναλυτές αποδίδουν την αναζωπύρωση της κρίσης σε αδυναμίες της αμερικανικής διαπραγμάτευσης και σε ασάφειες του Μνημονίου, το οποίο δεν περιλάμβανε αναφορά στις θαλάσσιες διαδρομές. Αντίθετα, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, Βάλι Νασρ, εκτιμά ότι η κατάρρευση της συμφωνίας οφείλεται σε λανθασμένους υπολογισμούς και από τις δύο πλευρές και όχι σε παρερμηνεία των όρων.

Ο ίδιος επικαλέστηκε πρόσφατες δηλώσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, σύμφωνα με τις οποίες η συμφωνία έδωσε χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες να αναπληρώσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, μειώνοντας παράλληλα τη διαπραγματευτική ισχύ του Ιράν.

Κατά τον Νασρ, στόχος του Τραμπ ήταν να αποδυναμώσει τον έλεγχο της Τεχεράνης στα Στενά του Ορμούζ πριν από οποιαδήποτε νέα διαπραγμάτευση, ώστε το Ιράν να μην μπορεί να αντισταθεί στις αμερικανικές απαιτήσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και άλλα ζητήματα. Όπως πρόσθεσε, και οι δύο πλευρές υπερεκτίμησαν τις δυνατότητές τους, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης.

Έλλειψη ειδικών για το Ιράν στον Λευκό Οίκο

Ο Νέιτ Σουάνσον υποστήριξε ότι η κυβέρνηση Τραμπ στερείται πλέον εξειδικευμένων στελεχών για το Ιράν, κατηγορώντας τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι απομάκρυνε βασικούς αξιωματούχους από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο Ρούμπιο εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στους στόχους αλλαγής καθεστώτος που προωθεί το Ισραήλ, χωρίς όμως να εκφράζει δημόσια τις επιφυλάξεις του.

Αντί για ειδικούς στο Ιράν, ο Τραμπ βασίστηκε κυρίως στον ειδικό απεσταλμένο του Στιβ Γουίτκοφ, στον γαμπρό του Τζάρεντ Κούσνερ και στον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος είχε διαφωνήσει αρχικά με την έναρξη του πολέμου αλλά διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για το Μνημόνιο Κατανόησης.

Ο αναλυτής του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής, Άλεξ Βατάνκα, εκτίμησε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος υποτίμησε τη φύση του ιρανικού καθεστώτος, τονίζοντας πως μεγαλύτερη εξειδίκευση θα μπορούσε να είχε αποτρέψει λανθασμένες εκτιμήσεις για την αντίδραση της Τεχεράνης.

Τα σενάρια για τη συνέχεια του πολέμου

Σύμφωνα με τους αναλυτές, η προθυμία του Ιράν να συνεχίσει την αντιπαράθεση ενδέχεται να ωθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ σε ακόμη μεγαλύτερη κλιμάκωση, ακόμη και σε χερσαία εισβολή.

Η αλλαγή καθεστώτος, που αποτελούσε αρχικό στόχο του πολέμου με τη δολοφονία του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στις πρώτες ώρες της σύγκρουσης και την εξόντωση ακόμη κορυφαίων στελεχών, φαίνεται προς το παρόν να έχει εγκαταλειφθεί.

Η πολυήμερη δημόσια κηδεία του Χαμενεΐ, με τη σορό του να μεταφέρεται μέσα από τεράστια πλήθη σε πολλές ιρανικές πόλεις πριν ταφεί στη Μασχάντ, θεωρείται από πολλούς ως προσπάθεια του καθεστώτος να ενισχύσει την εσωτερική συνοχή απέναντι στις εξωτερικές απειλές.

Παράλληλα, η προθυμία της Τεχεράνης να πλήξει συμμάχους των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και ακόμη και το Ομάν, αυξάνει τους φόβους για έναν πόλεμο που θα μπορούσε να διαρκέσει πέντε ή ακόμη και δέκα χρόνια.

Η διπλωματία ως εναλλακτική λύση

Ως πιθανό στρατιωτικό σενάριο εξετάζεται ακόμη και επιχείρηση κατάληψης της νήσου Χαργκ, βασικού κόμβου των εξαγωγών ιρανικού αργού πετρελαίου.

Ωστόσο, ο απόστρατος Αμερικανός στρατηγός και πρώην επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, Τζόζεφ Βότελ, εκτιμά ότι μια τέτοια επιχείρηση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα και υποστηρίζει πως οποιαδήποτε βιώσιμη στρατηγική πρέπει να συνδυάζει στρατιωτικές ενέργειες με διπλωματικές πρωτοβουλίες, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ.

Όπως ανέφερε, η αντιπαράθεση εξελίσσεται σε έναν συνεχή κύκλο αμοιβαίων πληγμάτων, με τις δύο πλευρές να ανταποδίδουν διαρκώς τις επιθέσεις. Κατά την εκτίμησή του, η σύγκρουση αναμένεται να διαρκέσει από αρκετές εβδομάδες έως και μήνες, απαιτώντας στρατηγική υπομονή, ενώ οι κίνδυνοι παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή