Το Πεντάγωνο ανακάλεσε την Παρασκευή την πρόσβαση του πρώην υπουργού Αεροπορίας των ΗΠΑ, Φρανκ Κένταλ, σε απόρρητες πληροφορίες, κατηγορώντας τον ότι διέρρευσε σε δημοσιογράφους ευαίσθητα στοιχεία σχετικά με τις δυνατότητες του Air Force One.
«Με άμεση ισχύ, το υπουργείο Πολέμου ΑΝΑΚΑΛΕΙ την επιλεξιμότητα του πρώην υπουργού Αεροπορίας Φρανκ Κένταλ για πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες, καθώς και τη δυνατότητά του να κατέχει οποιαδήποτε ευαίσθητη θέση», ανακοίνωσε μέσω X ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ.
Όπως πρόσθεσε, η απόφαση ελήφθη έπειτα από «μη εξουσιοδοτημένη αποκάλυψη διαβαθμισμένων πληροφοριών σχετικά με τις δυνατότητες του Air Force One σε μέσο ενημέρωσης».
«Η προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών είναι αδιαπραγμάτευτο καθήκον. Όσοι παραβιάζουν αυτή την εμπιστοσύνη χάνουν το προνόμιο της πρόσβασης και κάθε ρόλο που την απαιτεί», ανέφερε ακόμη.
Ο Κένταλ είχε διατελέσει υπουργός Αεροπορίας από τον Ιούλιο του 2021 έως τον Ιανουάριο του 2025, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.
Η υπόθεση συνδέεται με δημοσίευμα των New York Times για το Boeing 747 αξίας περίπου 400 εκατομμυρίων δολαρίων που είχε προσφερθεί στον Ντόναλντ Τραμπ από το Κατάρ και είχε ενταχθεί προσωρινά σε ρόλο Air Force One.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το συγκεκριμένο αεροσκάφος αντικαταστάθηκε πριν από την επιστροφή του Αμερικανού προέδρου από σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, για λόγους που αποδόθηκαν σε «προληπτικό μέτρο ασφαλείας».
Η εφημερίδα είχε αναφέρει ότι υπήρχαν ανησυχίες σχετικά με το εάν το πολυτελές αεροσκάφος είχε εξοπλιστεί εγκαίρως με επαρκή συστήματα ασφαλείας πριν χρησιμοποιηθεί ως προεδρικό αεροσκάφος.
Παράλληλα, είχαν διατυπωθεί ερωτήματα από Αμερικανούς βουλευτές σχετικά με το εάν είχαν εγκατασταθεί στο αεροσκάφος προηγμένα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας και άλλες κρίσιμες τροποποιήσεις.
Τον προηγούμενο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ είχε κλητεύσει αρκετούς δημοσιογράφους των New York Times μετά τη δημοσίευση του συγκεκριμένου ρεπορτάζ.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ ανακοίνωσε τη δημιουργία κοινής ομάδας εργασίας με το υπουργείο Δικαιοσύνης, με στόχο τον εντοπισμό και τη δίωξη κυβερνητικών αξιωματούχων που διαρρέουν «ευαίσθητες πληροφορίες» προς τα μέσα ενημέρωσης.
