- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Δεν χρειάζεται να υπερασπίζεται κανείς την κυβέρνηση για να διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό μέρος της αντιπολιτευτικής κριτικής έχει εγκλωβιστεί στην υπερβολή. Από την επομένη σχεδόν της εκλογικής της νίκης, κάθε απόφαση, αστοχία ή καθυστέρηση παρουσιάζεται ως απόδειξη γενικευμένης αποτυχίας. Η χώρα εμφανίζεται μονίμως στο χείλος της καταστροφής, οι θεσμοί περίπου διαλυμένοι, η κοινωνία ολοκληρωτικά εγκαταλελειμμένη και η κυβέρνηση υπεύθυνη για κάθε παθογένεια – ακόμη και για εκείνες που έχουν ιστορία δεκαετιών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να ελέγχεται. Το αντίθετο: όσο ισχυρότερη είναι κοινοβουλευτικά και όσο πιο αδύναμη εμφανίζεται η αντιπολίτευση, τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι ο δημόσιος έλεγχος. Η ακρίβεια, η κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η λειτουργία της Δικαιοσύνης, η ποιότητα των θεσμών, οι ανισότητες, η στεγαστική κρίση και η ανασφάλεια μεγάλου μέρους της κοινωνίας είναι πραγματικά προβλήματα. Δεν επινοήθηκαν από τα κόμματα ούτε πρέπει να υποβαθμίζονται από την κυβερνητική επικοινωνία.
Άλλο, όμως, η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η καταστροφολογία.
Η αντιπολίτευση έχει θεσμική υποχρέωση να αποκαλύπτει λάθη, να ζητεί εξηγήσεις, να ελέγχει την εξουσία και να προτείνει διαφορετικές λύσεις. Όταν, όμως, περιγράφει κάθε μέτρο ως «λεηλασία», κάθε κυβερνητική αστοχία ως «θεσμική εκτροπή» και κάθε κοινωνικό πρόβλημα ως ένδειξη επικείμενης κατάρρευσης, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Και όταν εμφανιστεί πράγματι μια σοβαρή θεσμική ή κοινωνική κρίση, η προειδοποίηση δεν ακούγεται πλέον. Έχει προηγηθεί τόσος θόρυβος, ώστε η κοινωνία δυσκολεύεται να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το προσχηματικό.
Ποιον ωφελεί τελικά;
Παραδόξως, η μόνιμη καταστροφολογία συχνά ωφελεί πρώτα την ίδια την κυβέρνηση. Της επιτρέπει να απορρίπτει ακόμη και τις βάσιμες κατηγορίες ως κομματικές υπερβολές. Αν η αντιπολίτευση καταγγέλλει τα πάντα με την ίδια ένταση, τότε η εξουσία μπορεί ευκολότερα να ισχυριστεί ότι δεν δέχεται κριτική αλλά πόλεμο φθοράς. Έτσι, τα πραγματικά λάθη της κυβέρνησης χάνονται μέσα σε έναν ωκεανό γενικευμένων καταγγελιών.
Ωφελεί επίσης τις ακραίες και αντισυστημικές δυνάμεις. Όταν τα δημοκρατικά κόμματα επαναλαμβάνουν ότι «τίποτε δεν λειτουργεί», ότι «όλοι οι θεσμοί έχουν καταρρεύσει» και ότι «η χώρα δεν έχει καμία προοπτική», καλλιεργούν –έστω και άθελά τους– ένα έδαφος συνολικής απαξίωσης. Σε αυτό το έδαφος δεν ευδοκιμεί συνήθως η υπεύθυνη πολιτική εναλλαγή, αλλά ο θυμός, ο μηδενισμός και η αναζήτηση ενός αυταρχικού ή δήθεν σωτήριου προσώπου.
Δεν ωφελεί, πάντως, τον πολίτη. Ο πολίτης που ακούει καθημερινά ότι όλα καταρρέουν, ενώ η προσωπική του εμπειρία είναι περισσότερο σύνθετη, οδηγείται είτε στον φόβο είτε στην αδιαφορία. Μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι δεν είναι όλες οι κυβερνητικές επιλογές αποτυχημένες και ότι ορισμένα προβλήματα δεν λύνονται με ένα σύνθημα. Όταν η πολιτική γλώσσα δεν αντιστοιχεί στη βιωμένη πραγματικότητα, η εμπιστοσύνη προς εκείνον που την εκφέρει υποχωρεί.
Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στην αντιπολίτευση
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν δικαιούται να βαφτίζει «καταστροφολογία» κάθε δυσάρεστη κριτική. Η επίκληση της σταθερότητας δεν μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στη λογοδοσία. Ούτε η εκλογική νίκη παρέχει λευκή επιταγή. Μια κυβέρνηση οφείλει να απαντά με στοιχεία, να παραδέχεται τα λάθη της, να διορθώνει τις πολιτικές της και να σέβεται τον θεσμικό ρόλο όσων την ελέγχουν.
Υπάρχει, άλλωστε, και κυβερνητική καταστροφολογία: η δραματοποίηση όσων θα συμβούν εάν αλλάξει η εξουσία, η παρουσίαση κάθε αντιπάλου ως απειλής για τη σταθερότητα και η καλλιέργεια του φόβου ότι οποιαδήποτε πολιτική εναλλαγή θα οδηγήσει τη χώρα στο χάος. Και αυτή η τακτική βλάπτει τη δημοκρατία, επειδή μετατρέπει μια φυσιολογική πολιτική αντιπαράθεση σε μάχη ανάμεσα στη «σωτηρία» και την «καταστροφή».
Το έλλειμμα πειστικής εναλλακτικής
Η καταστροφολογία συχνά κρύβει την αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου. Είναι ευκολότερο να διακηρύξει ένα κόμμα ότι η κυβέρνηση «καταστρέφει τη χώρα» από το να εξηγήσει τι ακριβώς θα έκανε διαφορετικά, με ποια μέσα, σε ποιο χρονικό διάστημα και με ποιο κόστος.
Ο ψηφοφόρος, όμως, δεν αρκείται για πάντα στην οργή. Θέλει να γνωρίζει ποιος μπορεί να κυβερνήσει την επόμενη ημέρα. Η αντιπολίτευση δεν κερδίζει επειδή αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει ελαττώματα· κερδίζει όταν πείθει ότι διαθέτει καλύτερες, εφαρμόσιμες και κοινωνικά δίκαιες λύσεις. Χωρίς θετική πρόταση, η αγανάκτηση μπορεί να προκαλέσει πρόσκαιρη φθορά στην κυβέρνηση, αλλά δύσκολα μετατρέπεται σε σταθερή εμπιστοσύνη προς μια εναλλακτική δύναμη.
Η χώρα χρειάζεται αντιπολίτευση αυστηρή, επίμονη και αδέσμευτη – όχι, όμως, μονίμως αποκαλυπτική και καταγγελτική. Χρειάζεται μια κριτική που να ξεχωρίζει το σοβαρό από το δευτερεύον, να αναγνωρίζει ό,τι λειτουργεί και να αποδομεί με στοιχεία ό,τι αποτυγχάνει. Μια αντιπολίτευση που δεν θα περιμένει την καταστροφή για να δικαιωθεί, αλλά θα εργάζεται ώστε να την αποτρέψει.
Διότι η δημοκρατία δεν υπηρετείται ούτε από την κυβερνητική αυτάρκεια ούτε από τον αντιπολιτευτικό μηδενισμό. Υπηρετείται όταν η εξουσία λογοδοτεί, η κριτική τεκμηριώνεται και η πολιτική διαφωνία δεν καταργεί το μέτρο. Η καταστροφολογία μπορεί να κερδίσει έναν τίτλο, λίγα λεπτά δημοσιότητας ή ένα κύμα οργής στα κοινωνικά δίκτυα. Μακροπρόθεσμα, όμως, αποδυναμώνει εκείνον που την επιλέγει, διευκολύνει εκείνον που θέλει να πλήξει και αφήνει την κοινωνία περισσότερο δύσπιστη, περισσότερο κουρασμένη και περισσότερο μόνη.
