Η γλυκόπικρη γραμμή του χρόνου

Με αφορμή το τραγούδι «Αναμνήσεις», που ερμηνεύει η Βίκυ Λέανδρος – λίγες σκέψεις για όσα φεύγουν, όσα μένουν και όσα εξακολουθούν να μας κρατούν κοντά στη ζωή.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Άκουγα τις «Αναμνήσεις» με τη φωνή της Βίκυς Λέανδρος και, χωρίς καλά καλά να το καταλάβω, σταμάτησα ό,τι έκανα. Υπάρχουν τραγούδια που τα ακούμε σαν μια ευχάριστη συντροφιά. Και υπάρχουν άλλα που, κάποια ανύποπτη στιγμή, μας βρίσκουν απροετοίμαστους. Μια μελωδία, μια λέξη, ένας τόνος στη φωνή αρκούν για να επιστρέψει κάτι που νομίζαμε πως είχε απομακρυνθεί οριστικά.

Δεν θυμόμαστε τότε μόνο ένα πρόσωπο ή ένα περιστατικό. Θυμόμαστε πώς ήταν να είμαστε εμείς εκείνη την εποχή. Πώς περιμέναμε ένα τηλεφώνημα, πώς κατεβαίναμε βιαστικά μια σκάλα, πώς κοιτάζαμε κάποιον που ερχόταν από μακριά. Επιστρέφει για λίγο ολόκληρος ο κόσμος μέσα στον οποίο μπορούσε να συμβεί εκείνη η συνάντηση.

Κι αναρωτιέμαι μήπως τελικά η ζωή μας μετριέται περισσότερο σε αποτυπώματα παρά σε χρόνια. Σε όσα άφησαν οι άνθρωποι επάνω μας. Σε στιγμές που κράτησαν ελάχιστα και, παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να μας συνοδεύουν δεκαετίες.

Είμαστε άνθρωποι. Νιώθουμε, δεχόμαστε πληγές, θυμόμαστε, προσπαθούμε να αντέξουμε. Κι έχουμε αυτή την παράξενη ικανότητα να κατοικούμε στο παρόν, ενώ μέσα μας συνεχίζουν να υπάρχουν δωμάτια από άλλες εποχές.

Στην αρχή, όλα μοιάζουν να έχουν έντονα χρώματα. Τα πρώτα φιλιά, οι μεγάλες φιλίες, οι υποσχέσεις, οι χαρές που δεν έχουν ακόμη σκιά. Ένα καλοκαιρινό βράδυ μπορεί να φαίνεται ανεξάντλητο. Ένα πρόσωπο να χωράει ολόκληρο το μέλλον. Λέμε «για πάντα» με την αθωότητα εκείνου που δεν έχει γνωρίσει ακόμη πόσα μπορεί να αλλάξουν.

Δεν είναι ψέμα εκείνο το «για πάντα». Τη στιγμή που το προφέρουμε, το πιστεύουμε. Η αγάπη μας είναι αληθινή, ακόμη κι όταν δεν ξέρει να προβλέπει τον χρόνο.

Ύστερα, όμως, ο καιρός κυλάει. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι ανάγκες μετακινούνται, οι δρόμοι χωρίζουν. Κάποιες σχέσεις εξαντλούνται μέσα σε λόγια που ειπώθηκαν απρόσεκτα και σε άλλα που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Κάποιες χάνονται χωρίς μια μεγάλη σύγκρουση: λιγοστεύουν οι συναντήσεις, αραιώνουν τα τηλεφωνήματα, ώσπου μια μέρα διαπιστώνουμε ότι δεν γνωρίζουμε πια την καθημερινότητα του άλλου.

Και κάποιους ανθρώπους τούς παίρνει ο θάνατος. Εκεί η απουσία αποκτά μια σκληρότητα διαφορετική. Δεν υπάρχει η δυνατότητα μιας τυχαίας συνάντησης, ενός μηνύματος, μιας καθυστερημένης συμφιλίωσης. Μένουν όσα προλάβαμε και όσα θα θέλαμε να είχαμε προλάβει.

Έρχεται τότε εκείνο το γκρίζο πρωινό της συνειδητοποίησης. Κοιτάζουμε ένα άδειο μαξιλάρι, μια καρέκλα, ένα όνομα στο τηλέφωνο. Ή περνάμε από έναν δρόμο όπου κάποτε μας περίμενε κάποιος. Ο δρόμος υπάρχει ακόμη, τα καταστήματα ανοίγουν, οι άνθρωποι βιάζονται. Μόνο εκείνη η συνάντηση δεν μπορεί πια να επαναληφθεί.

Η ζωή γύρω μας συνεχίζεται με μια φυσικότητα που μερικές φορές μας ξαφνιάζει. Πώς γίνεται να λειτουργούν όλα κανονικά, όταν για εμάς έχει αλλάξει τόσο πολύ ο κόσμος;

Μέσα σε αυτή τη σιωπή, η μνήμη αρχίζει τη δική της δουλειά.

Φέρνει πίσω μια φωνή που έλεγε «μη φοβάσαι». Ένα χέρι στον ώμο. Το γέλιο ενός ανθρώπου πριν ακόμη φανεί στην πόρτα. Τη μυρωδιά ενός σπιτιού, τον ήχο των πιάτων ένα μεσημέρι, μια συνηθισμένη κουβέντα που τότε δεν της δίναμε σημασία.

Πόσο λίγο γνωρίζουμε την αξία ορισμένων στιγμών την ώρα που τις ζούμε. Περιμένουμε τα μεγάλα γεγονότα και συχνά προσπερνάμε εκείνα που αργότερα θα μας λείψουν περισσότερο: να καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, να ρωτάμε «έφαγες;», να ακούμε το κλειδί στην πόρτα. Η οικειότητα έχει κάτι αθόρυβο. Όσο υπάρχει, μοιάζει αυτονόητη.

Η μνήμη μπορεί να μας παρηγορήσει. Μπορεί όμως και να μας κρατήσει ακίνητους, όταν κάθε σημερινή μέρα αναγκάζεται να συγκριθεί με μια παλιά, φωτισμένη από τη νοσταλγία. Γιατί το παρελθόν, όσο το κοιτάζουμε από μακριά, χάνει ορισμένες από τις τραχιές του λεπτομέρειες. Ξεθωριάζουν οι αναμονές, οι παρεξηγήσεις, η κούραση. Μένει το γέλιο μιας βραδιάς και ξεχνιούνται οι δύσκολες μέρες που προηγήθηκαν.

Άλλοτε συμβαίνει το αντίθετο. Μια πληγή επιμένει και σκεπάζει οτιδήποτε καλό υπήρξε. Χρειάζεται χρόνος για να μπορέσουμε να θυμηθούμε χωρίς να ωραιοποιούμε και χωρίς να καταδικάζουμε ολόκληρη τη ζωή μας για όσα μας πόνεσαν.

Ίσως η συμφιλίωση να αρχίζει όταν αντέχουμε να δούμε πως υπήρξαν μαζί η χαρά και η απογοήτευση. Πως αγαπήσαμε ανθρώπους ατελείς, όπως ατελείς υπήρξαμε κι εμείς. Πως κάναμε λάθη, χάσαμε ευκαιρίες, αλλά δώσαμε επίσης τρυφερότητα, σταθήκαμε δίπλα σε κάποιον, ζήσαμε πράγματα που άξιζαν.

Και υπάρχει μια ακόμη απώλεια που δύσκολα ομολογούμε: μας λείπει ο παλιός εαυτός μας. Εκείνος που είχε περισσότερη ανεμελιά, που περίμενε ευκολότερα το καλό, που δεν ήξερε ακόμη ορισμένες μορφές αποχωρισμού. Κοιτάζουμε μια φωτογραφία και αναγνωρίζουμε το πρόσωπό μας, αλλά χρειάζεται προσπάθεια για να θυμηθούμε πώς αισθανόμασταν μέσα σε εκείνη τη ζωή.

Ωστόσο, ο άνθρωπος που είμαστε σήμερα έχει κι αυτός δικαίωμα στη χαρά. Ακόμη κι αν είναι πιο κουρασμένος. Ακόμη κι αν κουβαλάει απουσίες. Δεν χρειάζεται να επιστρέψει στα νιάτα του για να συγκινηθεί από μια καινούργια γνωριμία, μια κουβέντα, ένα ταξίδι ή ένα ήσυχο απόγευμα.

Μπορούμε να αγαπάμε όσα πέρασαν και να αφήνουμε χώρο για όσα έρχονται. Να κρατάμε τους ανθρώπους μας μέσα μας, συνεχίζοντας να ζούμε. Μια καινούργια χαρά δεν αφαιρεί τίποτε από μια παλιά αγάπη.

Το τραγούδι τελειώνει. Για λίγο μένω ακόμη ακίνητος. Ύστερα ακούγονται ξανά οι ήχοι του σπιτιού, κάτι από τον δρόμο, οι μικρές απαιτήσεις της ημέρας. Επιστρέφω σε αυτά με μια συγκίνηση που δεν χρειάζεται να διώξω.

Σκέφτομαι πως το γλυκόπικρο των αναμνήσεων βρίσκεται ακριβώς εκεί: χαιρόμαστε που υπήρξαν και πονάμε που δεν μπορούμε να τις ξαναζήσουμε με τον ίδιο τρόπο.

Δεν είναι κάθε πόνος ευλογία, ούτε κάθε απώλεια κρύβει κάποιο μάθημα. Όμως μέσα στη λύπη για ορισμένες στιγμές που πέρασαν υπάρχει και η τρυφερότητα για όσα μας δόθηκαν. Για εκείνους που γνωρίσαμε. Για την αγάπη που μπορέσαμε να νιώσουμε.

Κι αν κάτι θα ήθελα να κρατήσω καθώς σβήνει η τελευταία νότα, είναι λίγη περισσότερη προσοχή στη σημερινή μέρα. Στον άνθρωπο που είναι ακόμη εδώ. Στη φωνή που μπορώ ακόμη να ακούσω. Στην κουβέντα που προλαβαίνω να πω.

Γιατί κάποτε θα θυμόμαστε και αυτή τη μέρα. Κι ίσως τότε να ευχόμαστε να της είχαμε δώσει λίγο περισσότερο χρόνο.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή