- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες η Ιστορία φαίνεται να επιταχύνει. Η δική μας είναι μία από αυτές. Κράτη που επί δεκαετίες περιόριζαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες επανεξοπλίζονται. Πυρηνικές δυνάμεις εκσυγχρονίζουν τα οπλοστάσιά τους. Πόλεμοι που κάποτε θα θεωρούνταν τοπικοί εμπλέκουν, άμεσα ή έμμεσα, περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις. Και οι κοινωνίες, παρακολουθώντας καθημερινά εικόνες καταστροφής, αισθάνονται ότι ο κόσμος βαδίζει προς κάτι σκοτεινό και ανεξέλεγκτο.
Ο φόβος αυτός δεν είναι αδικαιολόγητος. Χρειάζεται, όμως, να διακρίνουμε τον πραγματικό κίνδυνο από τη βεβαιότητα της καταστροφής. Ο κόσμος έχει γίνει περισσότερο επικίνδυνος· δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος όλων εναντίον όλων είναι μοιραίος.
Η επιστροφή των εξοπλισμών
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την ανησυχία. Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν το 2024 τα 2,718 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Περισσότερες από εκατό χώρες αύξησαν τις σχετικές δαπάνες τους. Η Ρωσία δαπάνησε περίπου 149 δισεκατομμύρια δολάρια, η Γερμανία 88,5 δισεκατομμύρια και το Ισραήλ 46,5 δισεκατομμύρια – ποσό αυξημένο κατά 65% μέσα σε έναν χρόνο. Σύμφωνα με το SIPRI, το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute) η Ευρώπη έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο υψηλών και διαρκώς αυξανόμενων στρατιωτικών δαπανών.
Η περίπτωση της Γερμανίας είναι ενδεικτική. Μια χώρα που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδόμησε την ταυτότητά της πάνω στη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση μετατρέπεται στον μεγαλύτερο αμυντικό δαπανητή της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Η Ρωσία έχει προσανατολίσει σημαντικό τμήμα της οικονομίας της στις ανάγκες του πολέμου. Η Τουρκία επιδιώκει στρατηγική αυτονομία αναπτύσσοντας δική της αμυντική βιομηχανία. Το Ισραήλ θεωρεί ότι βρίσκεται σε αγώνα επιβίωσης. Η Βόρεια Κορέα χρησιμοποιεί το πυρηνικό της πρόγραμμα τόσο ως ασπίδα του καθεστώτος όσο και ως μέσο διεθνούς εκβιασμού. Η Κίνα ενισχύεται έχοντας το βλέμμα στην Ταϊβάν και στην κυριαρχία στον Ινδικό και τον Ειρηνικό, ενώ η Ιαπωνία εγκαταλείπει σταδιακά την παλαιά της αμυντική αδράνεια.
Κάθε κράτος παρουσιάζει τους δικούς του εξοπλισμούς ως αναγκαία άμυνα απέναντι στην απειλή των άλλων. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα.
Το «δίλημμα ασφαλείας»
Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει ένας παλαιός και εξαιρετικά επικίνδυνος μηχανισμός. Ένα κράτος εξοπλίζεται για να αισθανθεί ασφαλέστερο. Ο γείτονάς του, όμως, δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτά τα όπλα προορίζονται μόνο για άμυνα. Αισθάνεται ότι απειλείται και εξοπλίζεται περισσότερο. Το πρώτο κράτος ερμηνεύει την αντίδραση αυτή ως επιβεβαίωση των φόβων του και αυξάνει ξανά τη στρατιωτική του ισχύ.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος στον οποίο όλοι ισχυρίζονται ότι αμύνονται, αλλά όλοι μαζί κάνουν τον κόσμο περισσότερο επικίνδυνο.
Η αποτροπή μπορεί πράγματι να εμποδίσει έναν πόλεμο. Μπορεί όμως και να αποτύχει εξαιτίας ενός λανθασμένου υπολογισμού, ενός τεχνικού σφάλματος, μιας παρανόησης ή ενός ηγέτη που πιστεύει ότι ο αντίπαλός του δεν θα αντιδράσει. Οι περισσότεροι μεγάλοι πόλεμοι δεν άρχισαν επειδή οι λαοί τούς επιθυμούσαν. Άρχισαν επειδή οι ηγεσίες πίστεψαν ότι μπορούσαν να τους ελέγξουν, να τους περιορίσουν ή να τους κερδίσουν γρήγορα.
Ένας νέος, ασταθής Ψυχρός Πόλεμος
Η σημερινή κατάσταση θυμίζει σε ορισμένα σημεία τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά παρουσιάζει μία κρίσιμη διαφορά. Τότε υπήρχαν δύο σχετικά σταθερά στρατόπεδα, δίαυλοι επικοινωνίας και, σταδιακά, συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών. Σήμερα το σύστημα είναι πολυκεντρικό και πιο χαοτικό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία ανταγωνίζονται σε διαφορετικά επίπεδα. Περιφερειακές δυνάμεις –όπως η Τουρκία, το Ιράν, το Ισραήλ, η Ινδία και η Σαουδική Αραβία– ακολουθούν τις δικές τους στρατηγικές. Παράλληλα, οι πόλεμοι διεξάγονται πλέον όχι μόνο με στρατούς αλλά και με κυβερνοεπιθέσεις, drones, δορυφόρους, οικονομικές κυρώσεις, παραπληροφόρηση και τεχνητή νοημοσύνη.
Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται θολή. Μια χώρα μπορεί να μην έχει κηρύξει πόλεμο και παρ’ όλα αυτά να δέχεται ψηφιακές επιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές της, σαμποτάζ στις υποδομές της ή οικονομικό στραγγαλισμό.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι και τα εννέα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα ενισχύουν ή εκσυγχρονίζουν τα οπλοστάσιά τους. Στις αρχές του 2025 υπήρχαν περίπου 12.241 πυρηνικές κεφαλές, από τις οποίες περίπου 2.100 βρίσκονταν σε κατάσταση υψηλής επιχειρησιακής ετοιμότητας. Το SIPRI επισημαίνει ότι ο ρυθμός απόσυρσης των παλαιών κεφαλών επιβραδύνεται, ενώ νέες εισέρχονται στα οπλοστάσια.
Οι λαοί θέλουν ειρήνη – ποιος, όμως, αποφασίζει;
Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν, να εργαστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να αγαπήσουν και να δημιουργήσουν. Δεν επιθυμούν να γίνουν στρατιώτες ούτε πρόσφυγες. Το πρόβλημα είναι ότι οι διεθνείς αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντοτε σύμφωνα με τις επιθυμίες των κοινωνιών.
Τα κράτη σκέφτονται με όρους ισχύος, εθνικού συμφέροντος και επιβίωσης. Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν συχνά τον φόβο για να συσπειρώσουν τους πολίτες. Οι πολεμικές βιομηχανίες αποκτούν τεράστια οικονομική και πολιτική επιρροή. Ο εξοπλισμός παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ενώ η διπλωματία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ένδειξη αδυναμίας.
Παράλληλα, κάθε δισεκατομμύριο που κατευθύνεται στα όπλα αφαιρείται δυνητικά από την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική προστασία και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η στρατιωτικοποίηση δεν μεταβάλλει μόνο τις σχέσεις μεταξύ των κρατών· μεταμορφώνει και τις ίδιες τις κοινωνίες. Τις συνηθίζει στην ιδέα του εχθρού, στην επιτήρηση, στην περιστολή δικαιωμάτων και στην αντίληψη ότι η βία αποτελεί φυσιολογικό εργαλείο πολιτικής.
Βαδίζουμε προς παγκόσμιο πόλεμο;
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι ο κίνδυνος μιας ευρύτερης σύρραξης έχει αυξηθεί. Ιδίως επειδή υπάρχουν πολλά σημεία ανάφλεξης –Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ταϊβάν, Κορεατική Χερσόνησος– όπου ένα επεισόδιο θα μπορούσε να εμπλέξει μεγάλες δυνάμεις.
Ωστόσο, η γενίκευση του πολέμου δεν είναι η πιθανότερη ούτε η αναπόφευκτη εξέλιξη. Τα πυρηνικά όπλα, όσο τρομακτικά και αν είναι, εξακολουθούν να λειτουργούν και ως ισχυρό αντικίνητρο απέναντι σε μια άμεση σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων. Η παγκόσμια οικονομική αλληλεξάρτηση αυξάνει υπερβολικά το κόστος ενός γενικευμένου πολέμου. Και, παρά την αδυναμία τους, οι διεθνείς οργανισμοί και οι διπλωματικοί δίαυλοι δεν έχουν εξαφανιστεί.
Το πιθανότερο μέλλον δεν είναι ένας μοναδικός παγκόσμιος πόλεμος με σαφή αρχή, αλλά μια παρατεταμένη εποχή ανασφάλειας: περιφερειακές συγκρούσεις, ανταγωνισμοί δι’ αντιπροσώπων, κυβερνοεπιθέσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί, προσφυγικές κρίσεις και διαρκής φόβος κλιμάκωσης. Αυτό μπορεί να μην ονομάζεται Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά για τους ανθρώπους που θα ζουν μέσα στις εστίες της βίας η ονομασία δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η ειρήνη δεν είναι παθητική κατάσταση
Δεν αρκεί να λέμε ότι οι λαοί θέλουν ειρήνη. Η ειρήνη χρειάζεται θεσμούς, συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών, ισχυρή διπλωματία, ανεξάρτητη ενημέρωση και κοινωνίες που απαιτούν λογοδοσία από τις κυβερνήσεις τους. Χρειάζεται επίσης δικαιοσύνη: οι πόλεμοι γεννιούνται ευκολότερα εκεί όπου συσσωρεύονται ταπείνωση, φτώχεια, ανισότητες, κατοχή και ατιμωρησία.
Πού πάμε, λοιπόν; Προς έναν κόσμο πιο στρατιωτικοποιημένο, πιο καχύποπτο και σαφώς πιο επικίνδυνο. Όχι όμως προς ένα μέλλον ήδη αποφασισμένο.
Η μεγαλύτερη απειλή ίσως δεν είναι μόνο τα όπλα. Είναι η εξοικείωσή μας με αυτά· η αποδοχή της ιδέας ότι ο πόλεμος αποτελεί φυσικό νόμο και ότι η ειρήνη είναι μια αφελής πολυτέλεια. Γιατί όταν οι κοινωνίες πάψουν να πιστεύουν ότι υπάρχει εναλλακτική λύση, τότε οι κυβερνήσεις θα έχουν πραγματικά ελεύθερο τον δρόμο.
Η Ιστορία δεν κινείται μόνη της. Την κατευθύνουν πολιτικές αποφάσεις, οικονομικά συμφέροντα, συλλογικοί φόβοι – αλλά και η αντίσταση των ανθρώπων που εξακολουθούν να απαιτούν το αυτονόητο: να μη θυσιαστεί η ζωή τους στους ανταγωνισμούς της ισχύος.
