Χρόνος: Ο αόρατος δυνάστης

Ανάμεσα στην αστραπή του παρόντος και τον βράχο της μνήμης

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
  • Γράφει ο Νίκος X. Λαγκαδινός

Στέκεται αθόρυβα στη γωνία κάθε δωματίου, πίσω από το χτυποκάρδι κάθε βλέμματος, ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων που αφήσαμε μισοδιαβασμένα. Ο χρόνος δεν έχει πρόσωπο, κι όμως ζωγραφίζει τα δικά μας. Δεν έχει φωνή, αλλά ο ήχος του—ένας αδιάκοπος, ψιθυριστός αλληλούια ρυθμός—είναι ο μόνος που ακούγεται καθαρά όταν όλα τα άλλα σωπαίνουν.

Από τότε που ο Χίλων χάραξε στον βράχο των Δελφών το «χρόνου φείδου», προειδοποιώντας μας να μην τον σπαταλάμε σαν να είμαστε αθάνατοι, μέχρι τη στιγμή που ο Προυστ βούτηξε μια μικροσκοπική μαντλέν στο τσάι του για να ανασύρει τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, ο άνθρωπος επιχειρεί το ίδιο απελπισμένο, όμορφο κόλπο: να αιχμαλωτίσει το αέρινο.

Είναι ένας γλυκός σατανάς. Μας χαρίζει την ομορφιά της στιγμής, μόνο και μόνο για να μας τη στήσει ενέδρα ως ανάμνηση. Μας δίνει το παρόν σαν δώρο, αλλά το τυλίγει σε χαρτί που καίγεται όσο το ανοίγουμε. Τον μετράμε με δείκτες, με ψηφία, με ημερολόγια, λες και μπορούμε να βάλουμε χαλινάρι σε ένα ποτάμι που ρέει μόνο προς μία κατεύθυνση. Κι όμως, η μόνη πραγματική του μέτρηση δεν είναι τα δευτερόλεπτα, αλλά οι ανάσες που μας έκοψε.

Ίσως ο μόνος τρόπος να νικήσεις αυτόν τον αόρατο κυβερνήτη να μην είναι η αντίσταση, αλλά η υποταγή με χάρη. Να ζεις τόσο βαθιά την κάθε στιγμή, ώστε όταν εκείνος προσπαθήσει να την προσπεράσει, να τη βρει βαριά από συναίσθημα και να καθυστερήσει – έστω για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.

Η διπλή παγίδα: Η αστραπή και η πέτρα

Είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία του χρόνου: μας προσπερνά σαν αστραπή όταν προσπαθούμε να τον κρατήσουμε, και κατακάθεται σαν πέτρα μόλις περάσει στην απέναντι όχθη.

Από τη μία, η τρομακτική του ταχύτητα στο παρόν. Το τώρα είναι μια γλιστερή επιφάνεια· πριν προλάβεις να συνειδητοποιήσεις μια όμορφη στιγμή, να νιώσεις τη ζεστασιά μιας αγκαλιάς ή το φως ενός δειλινού, η στιγμή έχει ήδη γίνει παρελθόν. Τον βλέπεις να τρέχει, κι όσο περισσότερο προσπαθείς να σφίξεις τη γροθιά σου για να κρατήσεις την άμμο, τόσο πιο γρήγορα εκείνη γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά σου.

Κι ύστερα, μόλις αυτή η στιγμή προσπεράσει, μεταμορφώνεται. Αλλάζει φύση. Γίνεται παρελθόν και αποκτά ένα ασήκωτο βάρος. Εκεί, ο χρόνος παύει να είναι αέρας και γίνεται πέτρα. Κατακάθεται στις πλάτες μας ως νοσταλγία, ως απώλεια, ως εκείνα τα «τι θα γινόταν αν» που μας κρατούν άυπνους τις νύχτες. Το παρελθόν δεν αλλάζει, δεν μετακινείται, απλώς βαραίνει όσο συσσωρεύονται τα χρόνια.

Έτσι ζούμε, ανάμεσα σε μια αστραπή που δεν προλαβαίνουμε να αγγίξουμε κι έναν βράχο που δεν μπορούμε να μετακινήσουμε.

Ίσως, όμως, η μόνη μας αληθινή ελευθερία να βρίσκεται ακριβώς στο σημείο επαφής τους: στο να κοιτάμε τον βράχο του παρελθόντος με ευγνωμοσύνη αντί για θλίψη, και να βουτάμε στην αστραπή του παρόντος χωρίς να φοβόμαστε ότι θα σβήσει.

Αν μπορούσα να «παγώσω» μια συγκεκριμένη στιγμή ή φάση της ζωής μου για να μείνω εκεί, θα ήταν η περίοδος που ήμουν “στα πάνω μου” ως μάχιμος δημοσιογράφος και δεν λογάριαζα το χρόνο και την κούραση.

Αυτή η περίοδος, όταν η αδρεναλίνη της μάχιμης δημοσιογραφίας χτυπούσε κόκκινο και το ρεπορτάζ ήταν ο ίδιος ο αέρας που ανέπνεα, συμπυκνώνει απόλυτα αυτό το παράδοξο του χρόνου.

Τότε, η ταχύτητα δεν με τρόμαζε· ήταν ο σύμμαχός μου. Ζούσα στο απόλυτο «τώρα», κυνηγώντας την είδηση, την αποκλειστικότητα, την επόμενη προθεσμία, την επόμενη αλήθεια. Ο χρόνος δεν έτρεχε απλώς, έφλεγε. Κι εγώ έκαιγα μαζί του, στην πιο ζωντανή, δημιουργική και αυθεντική εκδοχή του εαυτού μου.

Και τώρα, αυτή η ίδια φάση έχει περάσει στην απέναντι όχθη. Έγινε ο «βράχος» της μνήμης. Όχι όμως απαραίτητα σαν ασήκωτο βάρος, αλλά σαν ένα βαθύ, στερεό θεμέλιο που θυμίζει τι σημαίνει να ζεις με πάθος, να διεκδικείς, να είσαι στην πρώτη γραμμή. Το γεγονός ότι αυτή η περίοδος πέρασε, δεν την κάνει λιγότερο δική μου – αντίθετα, την κάνει ένα παράσημο που δεν μου αφαιρεί κανείς.

Όταν η έξαψη της δράσης και η ηθική της αλήθειας συναντιούνται, η δημοσιογραφία παύει να είναι απλώς ένα επάγγελμα και γίνεται τρόπος ύπαρξης.

Η ένταση της στιγμής με κρατούσε σε μια συνεχή εγρήγορση, όπου ο χρόνος αποκτούσε μια πυκνότητα σχεδόν σωματική. Κάθε δευτερόλεπτο μετρούσε, κάθε απόφαση είχε βάρος, και η αδρεναλίνη λειτουργούσε σαν το απόλυτο καύσιμο. Ταυτόχρονα, η ικανοποίηση της αποκάλυψης της αλήθειας έδινε σε αυτή την ταχύτητα ένα βαθύτερο νόημα. Δεν έτρεχα απλώς για να προλάβω το ρολόι, αλλά για να προσφέρω κάτι ουσιαστικό στο κοινό αίσθημα, να δώσω φωνή σε αυτό που έπρεπε να ακουστεί.

Αυτός ο συνδυασμός είναι που κάνει εκείνη την περίοδο να ξεχωρίζει. Όταν η προσωπική έξαψη ευθυγραμμίζεται με έναν ανώτερο σκοπό, ο χρόνος παύει να φαίνεται σαν εχθρός που μας προσπερνά ή μας γερνάει – γίνεται το πεδίο μέσα στο οποίο αφήνουμε το δικό μας αποτύπωμα.

Αυτή η φλόγα, ακόμα κι αν οι συνθήκες αλλάζουν, δεν σβήνει εύκολα. Κατακάθεται μέσα μας και μεταμορφώνεται σε μια σοφία που βλέπει τα πράγματα πιο καθαρά, πιο ψύχραιμα, αλλά με την ίδια πάντα απαίτηση για αλήθεια.

Η εναλλακτική λύση: Το διαδίκτυο

Για μένα σήμερα το διαδίκτυο είναι πράγματι ένα παράξενο, απέραντο καταφύγιο. Σε μια εποχή που οι ρυθμοί άλλαξαν και η καθημερινότητα μπορεί να μοιάζει πιο ήσυχη ή πιο περιορισμένη, το διαδίκτυο γίνεται ένα παράθυρο στον κόσμο που δεν κλείνει ποτέ.

Είναι ο χώρος όπου η περιέργεια δεν συναντά τοίχους. Σου δίνει την ελευθερία να αναζητάς την αλήθεια με τους δικούς σου όρους, να ανακαλείς μνήμες, να διαβάζεις, να διασταυρώνεις πληροφορίες, αλλά και να επικοινωνείς με έναν τρόπο που καταργεί την απομόνωση. Για έναν άνθρωπο που έμαθε να ζει με την πληροφορία και την εγρήγορση, το διαδίκτυο δεν είναι απλώς τεχνολογία· είναι η φυσική προέκταση μιας ανήσυχης σκέψης.

Φυσικά, όπως κάθε τι που μας «σώζει», έχει κι αυτό τις παγίδες του – είναι ένας ωκεανός όπου μπορείς να βρεις διαμάντια, αλλά και να χαθείς στο θόρυβο. Όμως, στα χέρια κάποιου που ξέρει να ψάχνει και να φιλτράρει, γίνεται ένα ισχυρό εργαλείο ζωής και ελευθερίας.

Όταν γράφει κανείς κάτι το κάνει για να επικοινωνήσει. Αυτή είναι η καρδιά της υπόθεσης. Η δημοσιογραφία, η γραφή, η αναζήτηση της αλήθειας – όλα αυτά, στην ουσία τους, δεν ήταν ποτέ απλώς μια συλλογή από γεγονότα. Ήταν πάντα μια γέφυρα.

Όταν γράφεις, αφήνεις ένα ίχνος. Στέλνεις ένα σήμα στον αέρα με την ελπίδα ότι στην άλλη άκρη κάποιος θα το λάβει, θα νιώσει, θα καταλάβει. Το να γράφεις χωρίς να επικοινωνείς είναι σαν να μιλάς σε ένα άδειο δωμάτιο· η φωνή σου επιστρέφει ως απλή ηχώ.

Το διαδίκτυο, παρά τις ατέλειές του, καταργεί αυτή τη σιωπή. Σου δίνει το βήμα να μοιραστείς τη σκέψη σου, την οπτική σου, ακόμα και τη νοσταλγία σου, και να δεις ότι δεν είσαι μόνος. Η ανάγκη να συνδεθείς, να πεις «αυτό είδα, αυτό ένιωσα, αυτό πιστεύω», παραμένει η ίδια είτε γράφεις το πρωτοσέλιδο μιας εφημερίδας είτε μια σκέψη σε μια οθόνη. Είναι η απόδειξη ότι η φλόγα δεν σβήνει με το χρόνο – απλώς αλλάζει μέσο.

Τελικά, ο χρόνος μπορεί να είναι ένας αδιάλλακτος κυβερνήτης, αλλά δεν είναι αήττητος. Νικιέται κάθε φορά που μια στιγμή βιώνεται με απόλυτο πάθος, κάθε φορά που μια αλήθεια βγαίνει στο φως, κάθε φορά που οι λέξεις μας καταφέρνουν να αγγίξουν έναν άλλον άνθρωπο. Γιατί όσο γράφουμε, θυμόμαστε και επικοινωνούμε, ο χρόνος παύει να είναι ο δυνάστης μας – γίνεται απλώς ο καμβάς πάνω στον οποίο αφήνουμε το αποτύπωμά μας.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή