Το πρωί της 19ης Αυγούστου 1991, οι πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης ξύπνησαν με τανκς στους δρόμους της Μόσχας, τη «Λίμνη των Κύκνων» να μεταδίδεται από την κρατική τηλεόραση και μία επίσημη ανακοίνωση ότι ο πρόεδρος Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αδυνατούσε, για λόγους υγείας, να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Στην πραγματικότητα, ο πρώτος και τελευταίος πρόεδρος της ΕΣΣΔ είχε τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό στην εξοχική προεδρική κατοικία στο Φόρος της Κριμαίας. Οι επικοινωνίες του είχαν διακοπεί, αφού αρνήθηκε να υπογράψει διάταγμα για την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης και να παραδώσει την εξουσία στους πραξικοπηματίες.
Οι «οκτώ» που επιχείρησαν να σταματήσουν την Ιστορία
Πίσω από το πραξικόπημα βρισκόταν μία ομάδα υψηλόβαθμων στελεχών του σοβιετικού κράτους, του Κομμουνιστικού Κόμματος, του στρατού και της KGB. Ανάμεσά τους ήταν ο αντιπρόεδρος Γκενάντι Γιανάγιεφ, ο αρχηγός της KGB Βλαντίμιρ Κριουτσκόφ, ο υπουργός Άμυνας Ντμίτρι Γιαζόφ και ο πρωθυπουργός Βαλεντίν Παβλόφ.
Οι πραξικοπηματίες συγκρότησαν την Κρατική Επιτροπή Εκτάκτου Ανάγκης, ανέστειλαν πολιτικές ελευθερίες, επέβαλαν περιορισμούς στον Τύπο και έστειλαν εκατοντάδες τεθωρακισμένα στη σοβιετική πρωτεύουσα.
Στόχος τους ήταν να ανακόψουν τις μεταρρυθμίσεις της περεστρόικα και της γκλάσνοστ, αλλά κυρίως να εμποδίσουν την υπογραφή μιας νέας συνθήκης, η οποία θα παραχωρούσε μεγαλύτερη αυτονομία στις σοβιετικές δημοκρατίες. Η υπογραφή της είχε προγραμματιστεί για τις 20 Αυγούστου και οι σκληροπυρηνικοί φοβούνταν ότι θα οδηγούσε στην οριστική αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας.
Ο Γέλτσιν πάνω στο τανκ
Η εικόνα που έμεινε στην Ιστορία σχηματίστηκε έξω από το κτίριο του ρωσικού Κοινοβουλίου, τον λεγόμενο «Λευκό Οίκο». Ο πρόεδρος της Ρωσικής Δημοκρατίας, Μπόρις Γέλτσιν, ανέβηκε πάνω σε ένα άρμα μάχης και κατήγγειλε το πραξικόπημα ως παράνομο και αντισυνταγματικό, καλώντας τους πολίτες σε αντίσταση και γενική απεργία.
Χιλιάδες Μοσχοβίτες συγκεντρώθηκαν γύρω από το κτίριο, έστησαν οδοφράγματα και παρέμειναν εκεί ακόμη και τη νύχτα, υπό βροχή, περιμένοντας πιθανή επίθεση των ειδικών δυνάμεων. Στρατιωτικές μονάδες αρνήθηκαν να εκτελέσουν τις διαταγές των πραξικοπηματιών ή πέρασαν στο πλευρό του Γέλτσιν, στερώντας από την επιτροπή τη δυνατότητα να επιβάλει τον έλεγχό της.
Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Αυγούστου, τρεις νεαροί διαδηλωτές σκοτώθηκαν σε συγκρούσεις με στρατιωτική φάλαγγα κοντά στο ρωσικό Κοινοβούλιο. Ήταν οι μόνοι καταγεγραμμένοι νεκροί των τριών ημερών του πραξικοπήματος.
Η αποτυχία που σφράγισε το τέλος της ΕΣΣΔ
Στις 21 Αυγούστου, το πραξικόπημα είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Τα στρατεύματα αποχώρησαν από τη Μόσχα, οι πρωταγωνιστές του συνελήφθησαν και ο Γκορμπατσόφ επέστρεψε από την Κριμαία. Επέστρεψε, όμως, σε μία εντελώς διαφορετική πολιτική πραγματικότητα.
Ο Γέλτσιν είχε πλέον αναδειχθεί σε σύμβολο της αντίστασης, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι σοβιετικοί θεσμοί είχαν χάσει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας και της εξουσίας τους. Τις επόμενες εβδομάδες, οι δημοκρατίες της ΕΣΣΔ επιτάχυναν την πορεία προς την ανεξαρτησία.
Στις 25 Δεκεμβρίου 1991, ο Γκορμπατσόφ παραιτήθηκε. Μία ημέρα αργότερα, η Σοβιετική Ένωση έπαψε και τυπικά να υπάρχει.
Το πραξικόπημα δεν ήταν η μοναδική αιτία της διάλυσης μιας χώρας που βρισκόταν ήδη σε βαθιά οικονομική, πολιτική και εθνική κρίση. Σε μεταγενέστερες ιστορικές αποτιμήσεις, όμως, περιγράφεται ως ο καταλύτης που αποδυνάμωσε οριστικά τον Γκορμπατσόφ, ενίσχυσε τον Γέλτσιν και «σφράγισε τη μοίρα» της Σοβιετικής Ένωσης.
