- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η πολιτική έχει ανάγκη από λόγια: δεσμεύσεις, επιχειρήματα, προτάσεις, διακηρύξεις αρχών. Μέσα από αυτά οι πολίτες κρίνουν, συγκρίνουν και επιλέγουν. Όταν, όμως, τα λόγια αποσυνδέονται συστηματικά από τη συμπεριφορά εκείνων που τα εκφέρουν, η δημόσια ζωή χάνει κάτι ουσιαστικότερο από την αξιοπιστία ενός προσώπου. Χάνει την εμπιστοσύνη ότι οι δηλωμένες αρχές έχουν πραγματικό περιεχόμενο.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής υποκρισίας: στην επίκληση αξιών τις οποίες κάποιος χρησιμοποιεί για να κερδίσει αποδοχή, ενώ τις παραμερίζει όταν περιορίζουν την προσωπική ή κομματική του επιδίωξη. Ο πολίτης καλείται να εμπιστευθεί μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή. Η διαπίστωση ότι ορισμένοι πολιτικοί υποκρίνονται δεν δικαιολογεί την απαξίωση όλων. Υπάρχουν άνθρωποι στη δημόσια ζωή που υπηρετούν με συνέπεια τις πεποιθήσεις τους, αναλαμβάνουν το κόστος των επιλογών τους και αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους. Η συλλογική καταδίκη τούς αδικεί και συγχρόνως απαλλάσσει τους ασυνεπείς από την ιδιαίτερη ευθύνη τους: όταν όλοι θεωρούνται ίδιοι, κανείς δεν χρειάζεται να απολογηθεί συγκεκριμένα.
Η υποκρισία πρέπει επίσης να διακρίνεται από την αλλαγή γνώμης. Ένας πολιτικός μπορεί να αναθεωρήσει μια θέση επειδή άλλαξαν οι συνθήκες, επειδή προέκυψαν νέα δεδομένα ή επειδή διαπίστωσε ότι είχε κάνει λάθος. Η αναθεώρηση μπορεί να φανερώνει υπευθυνότητα, εφόσον συνοδεύεται από καθαρή εξήγηση. Η συνέπεια δεν απαιτεί την ισόβια προσκόλληση σε κάθε παλαιότερη δήλωση. Απαιτεί εντιμότητα απέναντι στους λόγους της μεταβολής.
Ανάλογη διάκριση χρειάζεται και για τον συμβιβασμό. Στη δημοκρατία συνυπάρχουν διαφορετικές ανάγκες, πεποιθήσεις και συμφέροντα. Η συνεννόηση προϋποθέτει συχνά αμοιβαίες υποχωρήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένας συμβιβασμός αποκρύπτεται, όταν παρουσιάζεται ως πλήρης δικαίωση των αρχικών εξαγγελιών ή όταν εκείνος που τον αποδέχεται καταγγέλλει την ίδια επιλογή στους αντιπάλους του.
Η επιλεκτική εφαρμογή των αρχών αποτελεί ίσως το ασφαλέστερο κριτήριο της υποκρισίας. Κάποιος απαιτεί διαφάνεια από τους άλλους, αλλά επικαλείται σκοπιμότητες όταν ο έλεγχος αφορά τον ίδιο. Υπερασπίζεται την αξιοκρατία, αλλά ανέχεται την εύνοια προς τους οικείους του. Καταδικάζει τον προσβλητικό λόγο όταν στρέφεται εναντίον του, αλλά τον επιδοκιμάζει όταν προέρχεται από το δικό του στρατόπεδο. Διακηρύσσει τον σεβασμό στους θεσμούς, αλλά αμφισβητεί τη νομιμοποίησή τους μόλις οι αποφάσεις τους γίνουν δυσάρεστες.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αρχές μετατρέπονται σε όπλα της αντιπαράθεσης. Η ισχύς τους εξαρτάται από το ποιος ωφελείται και ποιος θίγεται. Η ηθική αποκτά κομματικό πρόσημο, ενώ θα έπρεπε να επιτρέπει τον έλεγχο και της δικής μας πλευράς.
Ιδιαίτερο πεδίο αυτής της συμπεριφοράς είναι η χρήση των συμβόλων. Η θρησκεία, η πατρίδα, η ιστορική μνήμη, η οικογένεια, ακόμη και η κοινωνική αλληλεγγύη διαθέτουν ισχυρό συναισθηματικό βάρος. Γι’ αυτό προσφέρονται για την κατασκευή μιας δημόσιας εικόνας εγγύτητας, ευαισθησίας ή σεβασμού. Μια παρουσία, μια χειρονομία ή μια φωτογραφία μπορούν να μεταδώσουν περισσότερα από μια ολόκληρη ομιλία.
Δεν είναι, βεβαίως, κάθε τέτοια παρουσία προσχηματική. Ο σεβασμός προς μια θρησκευτική παράδοση δεν προϋποθέτει προσωπική πίστη. Η συμμετοχή σε μια τελετή μπορεί να εκφράζει θεσμική ευθύνη, ιστορικό ενδιαφέρον ή αναγνώριση της σημασίας της για άλλους ανθρώπους. Σε μια πλουραλιστική κοινωνία, ένας πολιτικός οφείλει να συνομιλεί και με όσους δεν συμμερίζονται τις πεποιθήσεις του.
Το ζήτημα είναι αν εξηγεί έντιμα τη στάση του ή αφήνει σκόπιμα διαφορετικά ακροατήρια να πιστεύουν διαφορετικά πράγματα. Όταν προσαρμόζει την εικόνα του ώστε καθένας να αναγνωρίζει επάνω της αυτό που επιθυμεί, χωρίς ο ίδιος να αναλαμβάνει μια σαφή θέση, η επικοινωνία γίνεται μέσο παραπλάνησης.
Η πολιτική υποκρισία ευνοείται από ένα περιβάλλον που επιβραβεύει την εντύπωση και λησμονεί γρήγορα τη συνέχεια. Η εντυπωσιακή δήλωση κυκλοφορεί ευκολότερα από την εξήγηση μιας δύσκολης απόφασης. Η επίδειξη ευαισθησίας προσελκύει περισσότερη προσοχή από τη σταθερή εργασία για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Έτσι δημιουργείται το κίνητρο να υποκαθίσταται η ευθύνη με την αναπαράστασή της.
Ευθύνη έχει και το κοινό όταν συγχωρεί στη δική του πλευρά όσα θεωρεί ασυγχώρητα στην αντίπαλη. Η πολιτική ταύτιση μπορεί να περιορίσει την κρίση: η ίδια συμπεριφορά ονομάζεται άλλοτε «ρεαλισμός» και άλλοτε «προδοσία», ανάλογα με τον πρωταγωνιστή. Όταν οι πολίτες ζητούν συνέπεια μόνο από τους αντιπάλους τους, ενισχύουν τον μηχανισμό που καταγγέλλουν.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συγκεκριμένο έλεγχο. Τι είχε δηλωθεί; Τι τελικά έγινε; Ποια εξήγηση δόθηκε; Εφαρμόστηκε το ίδιο κριτήριο σε φίλους και αντιπάλους; Αναγνωρίστηκε η αντίφαση ή επιχειρήθηκε η απόκρυψή της; Αυτά τα ερωτήματα είναι χρησιμότερα από τους χαρακτηρισμούς, επειδή μεταφέρουν τη συζήτηση από την εικασία για τα κίνητρα στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς.
Το βαθύτερο κόστος της υποκρισίας είναι ότι διαβρώνει την ίδια τη γλώσσα της δημοκρατίας. Αν η δικαιοσύνη, η εντιμότητα και η αλληλεγγύη ακούγονται διαρκώς ως προσχήματα, οι πολίτες κινδυνεύουν να πάψουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αποτελέσουν πραγματικούς οδηγούς πολιτικής δράσης. Ο κυνισμός που ακολουθεί δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διάκριση ανάμεσα στην ευθύνη και στον καιροσκοπισμό.
Η δημοκρατία χρειάζεται πολιτικούς που μπορούν να εξηγήσουν τις επιλογές τους, να παραδεχθούν τις αντιφάσεις τους και να δεχθούν για τον εαυτό τους τον έλεγχο που απαιτούν για τους άλλους. Η αξιοπιστία τους κρίνεται ιδιαίτερα τη στιγμή που η τήρηση μιας αρχής έχει κόστος. Εκεί φαίνεται αν η αρχή καθορίζει τη συμπεριφορά ή απλώς διακοσμεί τον λόγο.
