Φραντσέσκα Ντιοταλέβι: Γράφοντας απαλλάσσομαι από τις εμμονές μου

'Αλλον έναν «Μπάρτλεμπυ» στην παγκόσμια καλλιτεχνική δημιουργία, την ιδιαίτερη φωτογράφο Βίβιαν Μάιερ (Vivian Maier), η οποία όσο ζούσε δεν δημοσίευε το έργο της, πραγματεύεται το μυθιστόρημά της Φραντσέσκα Ντιοταλέβι, «Με τη δική σου ματιά μονάχα», υποψήφιο για το Βραβείο Strega 2019, που παρουσιάσθηκε την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών, με πρωτοβουλία των εκδόσεων Κάμινος.

by Times Newsroom

Στη συζήτηση με την ερευνήτρια Ιστορίας της Επιστήμης Σάντυ Σακορράφου και τη μεταφράστρια του βιβλίου, ‘Αννα Παπασταύρου, η Ντιοταλέβι, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο ταλαντούχων νέων συγγραφέων στη γείτονα χώρα, αναφέρθηκε στην μοναδική τούτη γυναίκα, η οποία άφησε στους κατοπινούς μία παράδοξη παρακαταθήκη από χιλιάδες ανεμφάνιστα καρούλια φωτογραφικού φιλμ. Το έργο της, αψεγάδιαστο από καλλιτεχνικής πλευράς, θα έμενε άγνωστο εάν o συλλέκτης Τζον Μαλούφ δεν ανακάλυπτε τον θησαυρό τούτο σε μία δημοπρασία και δεν μετατρεπόταν σε έναν πραγματικό aficionado – λάτρης του ταλέντου της, αφιερώνοντας μεγάλο μέρος της ζωής του στον εντοπισμό κι αποκάλυψη του προσώπου Βίβιαν Μάιερ πίσω από το πολύτιμο τούτο υλικό.

Έκτοτε, η Βίβιαν Μάιερ έχει καθιερωθεί ως μία από τις σπουδαιότερες φωτογράφους δρόμου, με το κοινό των εκθέσεων που διοργανώνονται σε όλο τον κόσμο να θαυμάζει το εξαίσιο αισθητήριό της να αποτυπώνει όχι μόνον πρόσωπα, αλλά να συλλαμβάνει συναισθήματα κι εκφράσεις, που περνούν ανεπαίσθητες. Μέσα από την λυρική αφήγηση της Ντιοταλέβι, αναδεικνύεται όχι μόνον η (πραγματικά) αθέατη πλευρά της πρωταγωνίστριας, αλλά αυτό που το κοινό διαπίστωσε κυρίως, του να γίνεται κοινωνός σε μία σημαντική πλευρά της δημιουργίας: αυτή που έχει να κάνει με την έμπνευση και τους ορίζοντες της λογοτεχνίας, το πώς το υποκείμενο-συγγραφέας προβάλλει τις ιδέες, τα συναισθήματα, το ύφος του σε κάποιο αντικείμενο, με το οποίο εντούτοις διατηρεί- ιδίως στην περίοδο της μελέτης του- μία σχέση οσμωτική και συμπάσχουσα.

Το βιβλίο «Με τη δική σου ματιά μονάχα» της Φραντσέσκα Ντιοταλέβι ήταν υποψήφιο για το σημαντικό βραβείο Premio Strega, ενώ κέρδισε τα βραβεία: Premio Letterario Giovanni Comisso under 35 – Rotary Club Treviso (2019), Premio Manzoni al Romanzo Storico (2019), Premio Lucio Mastronardi Città di Vigevano (2019) και Premio Letterario Basilicata-Premio Speciale di Narrativa (2019).

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου της, η Φραντσέσκα Ντιοταλέβι μίλησε στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον Γιώργη-Β. Δάβο. Ακολουθεί η συνέντευξη:

–Ήθελα να σας ρωτήσω, ποιό είναι το όριο σε ένα βιβλίο σαν κι αυτό ανάμεσα στη βιογραφία και το μυθιστόρημα; Δεδομένου ότι υπάρχει μια ανακατασκευή, λίγο ελεύθερη αλλά και πιο ποιητική ας πούμε, μιας ζωής για την οποία δεν γνωρίζουμε πολλά. Τι προσπαθήσατε να αντικατοπτρίσετε; Τη δική σας πρόθεση ή τη ζωή της φωτογράφου;

Όχι, αλίμονο, αυτό δεν είναι ένα μυθιστόρημα για τη ζωή της, εξάλλου αφηγούμαι στην πραγματικότητα μόλις δύο χρόνια από τη ζωή της, που δεν είναι τεκμηριωμένα. Είναι λοιπόν δύο χρόνια για τα οποία δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα γι’ αυτήν και στα οποία πήγα να αναζητήσω το γιατί εκείνη έγινε στη συνέχεια η φωτογράφος που όλοι γνωρίζουμε. Επομένως, είναι περισσότερο ένα μυθιστόρημα για την ουσία αυτής της καλλιτέχνιδας, για την ιδιότητά της ως καλλιτέχνιδα, και όχι τόσο για τη τεκμηριωμένη ζωή της ή για τους σταθμούς της ζωής της…

-Συνεπώς δεν είναι ούτε ένα δοκίμιο για την τέχνη της φωτογραφίας και την πρόθεση του φωτογράφου;

Όχι! Όμως έκανα ένα σεμινάριο φωτογραφίας με Rolleiflex (ΣτΣ. τη μηχανή που χρησιμοποιούσε η Μάιερ για να βγάζει τις φωτογραφίες κι είχε πάντα κρεμασμένη στον λαιμό της) για να γράψω το μυθιστόρημα. Και τούτο γιατί, παρόλο που είναι μυθιστόρημα, πρέπει να έχει ερείσματα στην ιστορία και πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να είναι καλά τεκμηριωμένο. Ειδικά όταν γράφεις για υπαρκτά πρόσωπα, πρέπει να προσπαθείς να μην παραμορφώσεις αυτό που κατόπιν μετατρέπεται σε έναν χαρακτήρα στο βιβλίο, αλλά κι ο οποίος παράλληλα παραμένει ένας αληθινός άνθρωπος. Και σε αυτή την περίπτωση, δεν ήθελα να καταλάβω άλλα αντ΄ άλλων — δεν ξέρω αν λέγεται έτσι και στα ελληνικά!

 -Σχεδόν! Με κάνατε να σκεφτώ ότι ενδεχομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάρχει μια αναλογία, κάτι ανάλογο ανάμεσα στη λογοτεχνία και την εργασία της φωτογραφίας. Όχι μόνο την εργασία της φωτογραφίας, αλλά και της λογοτεχνίας, με την έννοια ότι και ο συγγραφέας «τραβάει», εντός εισαγωγικών, στιγμιότυπα για να τα εισαγάγει στο κείμενό του και έτσι να αιχμαλωτίσει το συναίσθημα. Το κάνει κι αυτός αυτό στα κρυφά.

Πράγματι, ο άλλος χαρακτήρας, δηλαδή ο εργοδότης της οικογένειας για την οποία εργάζεται εκείνη ως νταντά, είναι συγγραφέας. Κυρίως γιατί με ενδιέφερε πάρα πολύ αυτός ο παραλληλισμός ανάμεσα στη φωτογραφία και τη γραφή. Και εξάλλου, το να φωτογραφίζεις σημαίνει τελικά «γράφω με το φως»…

 -Και το άλλο πράγμα που με εντυπωσίασε σε αυτό το βιβλίο είναι ότι έχουμε ένα μοντέλο ενός φωτογραφικού ή λογοτεχνικού «Μπάρτλεμπυ». Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς, αλλά και καλλιτέχνες, που είτε δεν δημοσιεύουν και ο κόσμος τους ανακαλύπτει μετά τον θάνατό τους ή πολύ αργότερα, είτε εγκαταλείπουν τη γραφή, τη φωτογραφία και τα έργα τους.

Πράγματι, τον Μπάρτλεμπυ τον έβαλα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η εμβληματική φράση του «Μπάρτλεμπυ του γραφέα», «θα προτιμούσα να μην…»(ΣτΣ το «I would rather not to…» στο διάσημο έργο του Χέρμαν Μέλβιλ «Bartleby the Scribner») είναι τέλεια για τη Βίβιαν Μάιερ, η οποία σε όλη της τη ζωή προτιμούσε να μην φαίνεται, να μην είναι μέρος μιας κοινότητας. Στο βαθμό που εκείνη πραγματικά τείνει σχεδόν να εξαφανιστεί, όπως συμβαίνει και στον Μπάρτλεμπυ στο τέλος. Και μετά, επίσης για το θέμα του Μέλβιλ. Δηλαδή, ο Μέλβιλ γράφει το «Μόμπι Ντικ», το οποίο σήμερα θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της αμερικανικής πεζογραφίας, κι όμως στην εποχή του δεν έγινε κατανοητό, το βιβλίο δεν έτυχε καλής υποδοχής και ο ίδιος περιθωριοποιήθηκε ως συγγραφέας δεύτερης διαλογής. Τόσο που όταν έγραψε τον «Μπάρτλεμπυ τον γραφέα», το έγραψε και με αυτή την πικρία, ότι δεν τον κατάλαβαν, δεν τον εκτίμησαν, δεν τον αγάπησαν οι αναγνώστες. Μετά εργάστηκε ως τελωνειακός, συνέχισε να γράφει, όμως έκανε μια δουλειά διαφορετική από του συγγραφέα και κουβαλούσε μέσα του πάντα αυτή τη ματαίωση. Οπότε, υπάρχει κι η ιδέα του καλλιτέχνη που εκτίθεται και απορρίπτεται. Αυτό θεωρώ πως ήταν ένα από τα θέματα της Βίβιαν Μάιερ. Διότι και σε εκείνη, στα πράγματά της, στα κουτιά της, δεν βρέθηκαν μόνο φωτογραφίες, βρέθηκαν επίσης βιβλία τέχνης, εισιτήρια κινηματογράφου — πάρα πολλά εισιτήρια — που σημαίνει ότι δεν ήταν μια αδαής. Ήταν ένας άνθρωπος που παρακολουθούσε τη δουλειά των άλλων, πήγαινε σε εκθέσεις, πήγαινε σινεμά, ενδιαφερόταν για την τέχνη. Παρόλα αυτά, δεν παρουσιάστηκε ποτέ ως φωτογράφος ή καλλιτέχνης. Πιστεύω ότι ένας από τους λόγους ήταν ο φόβος μήπως δεν την καταλάβουν, μήπως κάτι τόσο σημαντικό για την ίδια δεν εισπράττονταν κι από τους άλλους με τον ίδιο τρόπο.

-Ή ακόμα και το να μην εκτιμούσε την εποχή της, να τη θεωρούσε ανάξια να εκτιμήσει τη δουλειά της.

Ακριβώς!

-Ας επιστρέψουμε στα άλλα σας έργα, γιατί έχετε γράψει κι άλλα βιβλία. Υπάρχουν κι εκεί χαρακτήρες και τοποθεσίες μετατοπισμένες από τον παρόντα χρόνο. Το ένα για τον Μοντιλιάνι (Amedeo, je t’aime, 2015), το άλλο στο Τορίνο σε μια άλλη εποχή (Le stanze buie, 2013), ένα δοκίμιο για τον αναγεννησιακό ζωγράφο Μαντένια (Di pietra e furore. Vita e arte di Andrea Mantegna). Και ένα άλλο που η πλοκή του δεν διαδραματίζεται στην Ιταλία (Dentro soffia il vento, 2016). Αυτή η μετατόπιση των χρόνων και των τόπων, τι σημασία έχει στο έργο σας;

Σίγουρα υπάρχει μια γοητεία για το παρελθόν και για πράγματα που δεν μπόρεσα να ζήσω, αλλά που είναι ιστορικές περίοδοι στις οποίες θα μου άρεσε να μπορώ να περπατήσω στους δρόμους του Παρισιού της δεκαετίας του ’20, να γνωρίσω όλους τους καλλιτέχνες εκείνων των χρόνων, ή στο Τορίνο της δεκαετίας του 1860. Οπότε, ας πούμε ότι τα μυθιστορήματα χρησιμεύουν και για να ταξιδεύεις, όχι μόνο για τον αναγνώστη αλλά και για τον συγγραφέα. Υπάρχει πάντα μια σπίθα, κάτι που μου κεντρίζει την περιέργεια και το πάθος, και μετά προχωρώ προς αυτή την κατεύθυνση.

 -Μπορούμε να εντοπίσουμε κι ένα πνεύμα, όχι βέβαια διδακτισμού, αλλά μία πρόθεση να φέρετε στο σημερινό κοινό να γνωρίσει εποχές που θεωρούνται ήδη ξεπερασμένες;

Στην πραγματικότητα όχι, δεν υπάρχει διδακτική πρόθεση. Είναι πάντα κάτι που γίνεται εμμονή σε μένα, και απαλλάσσομαι από αυτό γράφοντας. Συνήθως οι εμμονές μου ανήκουν σε άλλες ιστορικές εποχές…

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ,  Γιώργης-Βύρων Δάβος

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή