Η δίκαιη κινητικότητα της εργασίας πρέπει να είναι δίκαιη και για τους εργαζομένους

Κάθε χρόνο, περίπου 950.000 Ευρωπαίοι μετακινούνται σε άλλο κράτος μέλος και πολλοί καταλήγουν να εργάζονται σε θέσεις κατώτερες των προσόντων τους.

by Times Newsroom

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει αυτόν τον μήνα την πρότασή της για μια δέσμη μέτρων σχετικά με τη δίκαιη κινητικότητα της εργασίας. Η διευκόλυνση της κινητικότητας μπορεί να συμβάλει στην άμβλυνση των πιέσεων και στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας. Ωστόσο, ευκολότερη κινητικότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην και δικαιότερη κινητικότητα.

Διαφαίνονται δύο βασικοί στόχοι: πρώτον, να διευκολυνθεί η μετακίνηση των εργαζομένων, ώστε να αντιμετωπιστούν σε κάποιον βαθμό οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού, και δεύτερον, να καταστεί ευκολότερη η επιβολή της ισχύουσας νομοθεσίας. Και οι δύο στόχοι είναι αναμφίβολα σημαντικοί και κάθε πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση είναι καλοδεχούμενη. Ωστόσο, το περιεχόμενο της δέσμης μέτρων παραμένει ακόμη σε μεγάλο βαθμό ανοιχτό. Για να σχεδιαστεί σωστά, πρέπει να εξετάσουμε τι σημαίνει πραγματικά «δίκαιη κινητικότητα» στην ΕΕ.

Το προνόμιο της αρθρογραφίας γνώμης είναι ότι μπορώ να δώσω τη δική μου απάντηση. Δίκαιη κινητικότητα θα σήμαινε ότι η μετακίνηση εντός της ΕΕ —είτε για εργασία είτε για οποιονδήποτε άλλο λόγο— θα ήταν εξίσου απλή και ξεκάθαρη με τη μετακίνηση στο εσωτερικό της χώρας σου, ίσως προς μια περιοχή με δυσνόητη διάλεκτο ή παράξενα έθιμα. Το σημαντικότερο είναι ότι, σε μια δίκαιη αγορά εργασίας, ένας πολίτης που μετακινείται εντός της ΕΕ θα αμείβεται με βάση τις δεξιότητές του και την εργασία που εκτελεί, όχι με βάση τη χώρα προέλευσής του. Σήμερα απέχουμε πολύ από μια τέτοια πραγματικότητα.

Η κινητικότητα της εργασίας προβάλλεται συχνά ως μέσο για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας. Στην ετήσια έκθεσή του, το EURES, το ευρωπαϊκό δίκτυο υπηρεσιών απασχόλησης, επισημαίνει ότι σε ορισμένες ευρωπαϊκές περιφέρειες υπάρχει πλεόνασμα εργαζομένων σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, ενώ σε άλλες τα ίδια επαγγέλματα παρουσιάζουν μεγάλη ζήτηση. Η κινητικότητα υποτίθεται ότι μπορεί να διορθώσει αυτές τις ανισορροπίες.

Το πρόβλημα είναι ότι οι ελλείψεις δεν οφείλονται μόνο στην απουσία διαθέσιμων εργαζομένων, αλλά και στο γεγονός ότι ορισμένες θέσεις εργασίας απλώς δεν είναι ελκυστικές. Η κινητικότητα χρησιμοποιείται τότε ως μια γρήγορη, προσωρινή λύση για την κάλυψη των ελλείψεων, χωρίς να χρειάζεται να γίνουν οι θέσεις εργασίας πιο ελκυστικές. Μετά την κινητικότητα ακολουθεί η πίεση για περισσότερη μετανάστευση, όπως συμβαίνει με τη Δεξαμενή Ταλέντων της ΕΕ.

Για να είμαι απολύτως σαφής, θεωρώ ότι τόσο η μετανάστευση όσο και η κινητικότητα μπορούν να αποβούν ιδιαίτερα ωφέλιμες και είναι αναγκαίες για την οικονομία. Δεν μπορούν, όμως, να αποτελούν υποκατάστατο των ποιοτικών θέσεων εργασίας.

Ταυτόχρονα, η κινητικότητα δεν είναι χωρίς κόστος. Επηρεάζει τους εργαζομένους και τις οικογένειές τους, γι’ αυτό και μια δίκαιη πολιτική κινητικότητας πρέπει να θέτει τον εργαζόμενο στο επίκεντρο.

Καταρχάς, η λέξη «κινητικότητα» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της γραφειοκρατικής γλώσσας των Βρυξελλών. Από πρακτική άποψη, ένας άνθρωπος που μετακινείται από ένα κράτος μέλος σε άλλο είναι μετανάστης — έστω και αν δεν χρειάζεται θεώρηση εισόδου και έχει δικαίωμα να εργαστεί. Εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλά από τα εμπόδια που συναντούν και οι μετανάστες από τρίτες χώρες: πολιτισμικούς ή γλωσσικούς φραγμούς, προσόντα που υποτιμώνται ή αντιμετωπίζονται με καχυποψία, καθώς και την απουσία των κοινωνικών δικτύων που βοηθούν στην εξεύρεση μιας καλής θέσης εργασίας.

Όπως και οι υπόλοιποι μετανάστες, όσοι μετακινούνται εντός της ΕΕ βρίσκονται συχνά σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας. Πολλές φορές απασχολούνται σε θέσεις για τις οποίες διαθέτουν περισσότερα προσόντα από όσα απαιτούνται και εργάζονται υπό χειρότερες συνθήκες.

Σήμερα, περίπου 10 εκατομμύρια άνθρωποι σε ηλικία εργασίας ζουν σε διαφορετικό κράτος μέλος από εκείνο της καταγωγής τους. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, περίπου 950.000 άνθρωποι μετακινούνται κάθε χρόνο, ενώ ακόμη μεγαλύτερος αριθμός αποσπάται προσωρινά για εργασία σε άλλη χώρα. Παρότι οι αριθμοί αυτοί δεν είναι αμελητέοι, παραμένουν πολύ χαμηλότεροι από τα αντίστοιχα μεγέθη μιας μεγάλης χώρας, όπως είναι η διαπολιτειακή κινητικότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, μολονότι οι ροές στο εσωτερικό της ΕΕ έχουν με τον χρόνο διαφοροποιηθεί σε κάποιον βαθμό, εξακολουθούν να κατευθύνονται κυρίως από τα φτωχότερα προς τα πλουσιότερα κράτη μέλη και, στην πραγματικότητα, μοιάζουν με τις ροές της οικονομικής μετανάστευσης. Οι εργαζόμενοι μετακινούνται από περιοχές με λιγότερες ευκαιρίες προς περιοχές όπου προσφέρονται υψηλότερες αμοιβές και υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση και έλλειψη προσωπικού — ιδίως για βραχυπρόθεσμη εργασία χαμηλότερης ειδίκευσης.

Συνολικά, τα ίδια πρότυπα φαίνεται να ισχύουν και για τις ροές των αποσπασμένων εργαζομένων. Ένα τρίτο και καίριας σημασίας ζήτημα είναι ότι αυτοί οι εργαζόμενοι βρίσκονται συχνά σε μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για όσους προέρχονται από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, οι οποίοι τείνουν να απασχολούνται σε θέσεις χαμηλής ποιότητας, παρότι συχνά διαθέτουν περισσότερα προσόντα από όσα απαιτεί η εργασία τους.

Οι εργαζόμενοι που μετακινούνται για μικρότερο χρονικό διάστημα —είτε αναζητώντας μόνοι τους εργασία σε άλλο κράτος μέλος είτε μέσω απόσπασης— μπορεί να βρεθούν σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση και να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον εργοδότη τους. Οι μετακινήσεις αυτές συχνά περνούν απαρατήρητες και υπόκεινται σε ελάχιστο έλεγχο.

Όπως κατέδειξαν με συγκλονιστικό τρόπο τα εργατικά ατυχήματα σε εργοτάξια, όταν κάτι πάει στραβά παρατηρείται συχνά έλλειψη ανάληψης ευθύνης, ιδίως όταν μεσολαβούν μακρές αλυσίδες υπεργολαβιών. Συνδικαλιστικές οργανώσεις σε ολόκληρη την ΕΕ αναφέρουν ότι οι μετανάστες και οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι εντός της Ένωσης διατρέχουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο, κυρίως σε κλάδους όπως η βιομηχανία τροφίμων, η γεωργία και οι μεταφορές. Πολλά ευρωπαϊκά συνδικάτα παρέχουν τουλάχιστον υποστήριξη και φροντίζουν να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι για τα δικαιώματά τους. Ωστόσο, είναι εμφανές ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται επαρκώς.

Αυτό που τονίζουμε στο βιβλίο μας είναι ότι η ευάλωτη θέση των ανθρώπων που ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ οφείλεται εν μέρει στην ανεπαρκή καταγραφή τους και στην έλλειψη νομικής σαφήνειας. Κινδυνεύουν έτσι να βρεθούν στα κενά του συστήματος — ιδίως όσοι μετακινούνται για βραχυπρόθεσμη εργασία ή εργάζονται διασυνοριακά.

Η δέσμη μέτρων για τη δίκαιη κινητικότητα της εργασίας πρέπει, επομένως, να διασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι προστατεύονται, ότι τα προσόντα τους αναγνωρίζονται και ότι έχουν τη δυνατότητα να χτίσουν μια ζωή στον τόπο όπου μετακινούνται.

Αν μπορούσα να επηρεάσω με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενό της, θα ήθελα να μην αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που μετακινούνται εντός της ΕΕ αποκλειστικά ως οικονομικό πόρο. Υπάρχει ο κίνδυνος να θεωρηθούν πρωτίστως μέσο για την αντιμετώπιση των ελλείψεων εργατικού δυναμικού —οι οποίες παραμένουν ιδιαίτερα έντονες στη Δυτική Ευρώπη— και για την ικανοποίηση των επιχειρήσεων μέσω της εισροής ευάλωτων και χαμηλά αμειβόμενων εργαζομένων, αντί οι εργαζόμενοι να προσελκύονται με ποιοτικές θέσεις και καλές συνθήκες απασχόλησης.


*Ο Wouter Zwysen είναι ανώτερος ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο. Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στις ανισότητες και στους μισθούς στην αγορά εργασίας, καθώς και στα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν οι εθνοτικές μειονότητες και οι μετανάστες.

Πηγή: socialeurope.eu

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή