- Kate Pickett

Το 2009, όταν ο Richard Wilkinson κι εγώ δημοσιεύσαμε το βιβλίο The Spirit Level, στόχος μας ήταν να αποδείξουμε με αδιάσειστα στοιχεία αυτό που οι κοινωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο αντιλαμβάνονταν διαισθητικά: ότι η βαθιά οικονομική ανισότητα διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό. Διαβρώνει την εμπιστοσύνη, υπονομεύει την υγεία και την ευημερία και μας απομακρύνει τον έναν από τον άλλο. Περισσότερο από μία δεκαετία αργότερα, η διάγνωση δεν έχει αλλάξει. Φαίνεται όμως ότι εξαντλείται πλέον η υπομονή των πολιτών απέναντι στους πολιτικούς και στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής που αδυνατούν να αξιοποιήσουν αυτά τα δεδομένα.
Τα τελευταία ευρήματα από τον τρίτο γύρο των ερευνών του Earth for All αποκαλύπτουν μια παγκόσμια κοινή γνώμη εντυπωσιακά ενωμένη στην οργή της για την οικονομική αδικία. Κάτω, όμως, από αυτή την κοινή πεποίθηση κρύβεται μια πολύ πιο επικίνδυνη εξέλιξη: η κατάρρευση της εμπιστοσύνης των πολιτών στο κατά πόσον οι κυβερνήσεις διαθέτουν είτε τη βούληση είτε την ικανότητα να διορθώσουν την κατάσταση.
Στις 17 μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου —οι οποίες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ και περισσότερο από το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού— το μήνυμα των πολιτών είναι ξεκάθαρο. Επτά στους δέκα ερωτηθέντες δηλώνουν ότι η οικονομική ανισότητα στη χώρα τους έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Τα δύο τρίτα θεωρούν ότι το οικονομικό σύστημα είναι εκ θεμελίων στημένο προς όφελος των πλουσίων και των ισχυρών, ενώ το 69% ζητεί ρητά έναν ριζικό οικονομικό μετασχηματισμό. Δεν πρόκειται για περιθωριακές διαμαρτυρίες, αλλά για μια συντριπτική κοινωνική συναίνεση που υπερβαίνει εισοδηματικές κατηγορίες, πολιτικές πεποιθήσεις και γεωγραφικά σύνορα.
Οι πολίτες κατανοούν ότι το κυρίαρχο οικονομικό μας πρότυπο —το οποίο θέτει τη συσσώρευση πλούτου μέσω της εκμετάλλευσης πάνω από τη συλλογική ευημερία— τους απογοητεύει και δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους. Βλέπουν ένα σύστημα στο οποίο ο ακραίος πλούτος μετατρέπεται σε δυσανάλογη πολιτική επιρροή, αφήνοντας τους απλούς εργαζομένους να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος των αλλεπάλληλων κρίσεων του κόστους ζωής, της στέγασης και της κοινωνικής φροντίδας.
Όταν η πίστη στη δημοκρατία υποχωρεί
Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένης συναίνεσης, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα των δημοκρατικών θεσμών να επιφέρουν ουσιαστικές αλλαγές έχει κατακρημνιστεί. Μόνο το 31% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι η κυβέρνησή του θα λάβει, κατά τα επόμενα 20 έως 30 χρόνια, αποφάσεις που θα ωφελήσουν την πλειονότητα των πολιτών — έναντι σχεδόν 40% μόλις πριν από δύο χρόνια.
Όταν οι πολίτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατική διαδικασία αδυνατεί να υπηρετήσει μακροπρόθεσμα το συμφέρον της ευρύτερης κοινωνίας, η αίσθηση ενός κοινού μέλλοντος υποχωρεί. Η κατάρρευση αυτή προκαλεί πλέον εμφανή ρήγματα στον κοινωνικό ιστό. Τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων αναφέρουν ότι η χώρα τους είναι σήμερα περισσότερο διχασμένη από ό,τι ήταν πριν από δέκα χρόνια. Επισημαίνουν σοβαρές και εντεινόμενες αντιπαραθέσεις μεταξύ των υποστηρικτών αντίπαλων πολιτικών κομμάτων, μεταξύ υψηλών και χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, μεταξύ γηγενών πολιτών και μεταναστών, καθώς και μεταξύ όσων ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή και εκείνων που παραμένουν δύσπιστοι.
Αυτή η κοινωνική δυσλειτουργία δεν αποτελεί τυχαία παρενέργεια της σύγχρονης ζωής· είναι το άμεσο, δομικό αποτέλεσμα της ακραίας ανισότητας. Καθώς η ανασφάλεια βαθαίνει και η κοινωνική κινητικότητα βαλτώνει, οι άνθρωποι αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι, παραμελημένοι και χωρίς ελπίδα για το μέλλον τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η πολιτική του διχασμού ευδοκιμεί. Η δυσπιστία προς την κυβέρνηση δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για μια λαϊκιστική ρητορική που μετατρέπει σε αποδιοπομπαίους τράγους τους μετανάστες, τις μειονότητες ή κάποιες απόμακρες ελίτ, αντί να αντιμετωπίζει τα δομικά αίτια της οικονομικής ανισότητας.
Ίσως το πιο ανησυχητικό εύρημα της έρευνας είναι το τι σημαίνει αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης για την ίδια τη δημοκρατία. Παρότι η υποστήριξη προς τη δημοκρατία ως αρχή παραμένει ισχυρή —το 68% εξακολουθεί να συμφωνεί ότι αποτελεί την καλύτερη μορφή διακυβέρνησης— η εφαρμογή της αμφισβητείται πλέον με επικίνδυνο τρόπο. Τέσσερις στους δέκα ερωτηθέντες δηλώνουν σήμερα ότι η χώρα τους θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση με έναν «ισχυρό ηγέτη», ο οποίος δεν θα δεσμευόταν από κοινοβούλια και εκλογές. Σε αρκετές χώρες ανώτερου μεσαίου εισοδήματος, το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 50%.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή πολιτική προειδοποίηση. Όταν τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα αδυνατούν να προτείνουν μια αξιόπιστη και συστημική οικονομική μεταρρύθμιση, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό. Εάν οι πολιτικοί ηγέτες περιορίζονται σε αποσπασματικές και επιφανειακές παρεμβάσεις, την ώρα που οι πολίτες προσδοκούν θεμελιώδεις αλλαγές, τότε εκείνοι αναπόφευκτα θα αναζητήσουν λύσεις αλλού. Το κενό θα καλυφθεί από όποιον είναι πρόθυμος να υποσχεθεί ριζοσπαστική δράση — ανεξάρτητα από το εάν σέβεται τις δικλίδες ασφαλείας της δημοκρατίας ή εάν είναι ειλικρινής ως προς τις προθέσεις του.
Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιτρέψουμε στον αυταρχισμό να οικειοποιηθεί το απολύτως θεμιτό αίτημα για οικονομική δικαιοσύνη. Η επιτακτική αποστολή της προοδευτικής πολιτικής, στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, είναι να προτείνει μια πραγματική εναλλακτική λύση: ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα επιφέρει ριζική αλλαγή στην οικονομία με μέσα δημοκρατικά, δίκαια και συμπεριληπτικά.
Ενδείξεις στροφής προς τη σωστή κατεύθυνση
Ευτυχώς, φαίνεται να υπάρχει μια πραγματική ευκαιρία για ορισμένες θετικές αλλαγές. Συγκροτείται μια Διεθνής Επιτροπή για την Ανισότητα, ως ανεξάρτητο επιστημονικό όργανο που θα αξιολογεί το σύνολο των διαθέσιμων γνώσεων σχετικά με την ανισότητα. Η πρωτοβουλία έχει εξαρχής την υποστήριξη της Νότιας Αφρικής, της Ισπανίας, της Νορβηγίας και της Βραζιλίας, του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και περισσότερων από 700 κορυφαίων ακαδημαϊκών που μελετούν την ανισότητα σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις 23 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση ηγετών υψηλού επιπέδου, με στόχο την εξασφάλιση ευρύτερης υποστήριξης. Εάν η προσπάθεια ευοδωθεί, θα τεθεί σε εφαρμογή ένα ερευνητικό πρόγραμμα που θα λειτουργεί κατά τρόπο παρόμοιο με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), παρέχοντας περιοδικές αξιολογήσεις σχετικά με τη φύση, τα αίτια και τις συνέπειες των εισοδηματικών και περιουσιακών ανισοτήτων, τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και μεταξύ τους.
Μια ακόμη ενθαρρυντική εξέλιξη είναι η Πρόταση 40, η οποία προβλέπει την εφάπαξ επιβολή φόρου περιουσίας στους δισεκατομμυριούχους και θα τεθεί σε ψηφοφορία στην Καλιφόρνια στις 3 Νοεμβρίου 2026. Η υποστήριξη προς την πρωτοβουλία αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς. Η πρόταση προβλέπει φόρο 5% επί της περιουσίας φορολογουμένων και καταπιστευμάτων με περιουσιακά στοιχεία άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Τα έσοδα θα διοχετεύονται σε ειδικό ταμείο για την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και την επισιτιστική βοήθεια. Ορισμένοι δισεκατομμυριούχοι της Καλιφόρνιας δαπανούν εκατομμύρια δολάρια για να εμποδίσουν την επιβολή αυτού του εφάπαξ φόρου — ας ελπίσουμε ότι τελικά θα πληρώσουν δύο φορές! Εάν εγκριθεί η Πρόταση 40, μπορούμε να αναμένουμε ότι κάποιες από τις άλλες 25 πολιτείες των ΗΠΑ που διαθέτουν διαδικασίες δημοψηφίσματος θα επιχειρήσουν κάτι αντίστοιχο το 2027.
Τη φετινή χρονιά δημοσιεύτηκαν επίσης ο «Οδικός Χάρτης για την Εξάλειψη της Ακραίας Φτώχειας πέρα από την Οικονομική Μεγέθυνση», του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ Olivier de Schutter, καθώς και η έκθεση της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων Υψηλού Επιπέδου για τη Μετάβαση Πέρα από το ΑΕΠ. Και οι δύο πρωτοβουλίες έχουν θέσει στο στόχαστρό τους την αντιμετώπιση της ανισότητας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η ισότητα αρχίζει επιτέλους να λαμβάνει την προσοχή που της αξίζει.
Οι πρωτοβουλίες αυτές πρέπει να υποστηριχθούν από ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση και θα δώσει στους πολιτικούς το θάρρος να υπερβούν το στενό δόγμα της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, τοποθετώντας την ανθρώπινη ευημερία και την προστασία του περιβάλλοντος στον πυρήνα της οικονομικής στρατηγικής. Οι πολίτες δεν ζητούν μικρές διορθώσεις σε μια οικονομική μηχανή που εξυπηρετεί αποκλειστικά μια προνομιούχα μειοψηφία· ζητούν έναν εντελώς διαφορετικό προορισμό. Εάν οι κυβερνήσεις ακούσουν το ξεκάθαρο αίτημα των πολιτών για δομική οικονομική αλλαγή και ανταποκριθούν σε αυτό με διαφανείς και εξισωτικές πολιτικές, μπορούν να αποκαταστήσουν την κοινωνική συνοχή, να προστατεύσουν τον ζωντανό πλανήτη μας και να εξασφαλίσουν ένα δημοκρατικό μέλλον που θα λειτουργεί προς όφελος όλων.
Η συγγραφέας
Η Kate Pickett είναι καθηγήτρια Επιδημιολογίας και διευθύντρια του Born in Bradford Centre for Social Change στο Πανεπιστήμιο του York, καθώς και συνδιευθύντρια του Health Equity North. Έχει γράψει μαζί με τον Richard Wilkinson τα βιβλία The Spirit Level (2009) και The Inner Level (2018), ενώ είναι συγγραφέας του The Good Society (2026).
Πηγή: socialeurope.eu
