Γιαννούλης και Ειρήνη Χαλεπά: Η δεσποτική μάνα και ο υποταγμένος γιος, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν από 88 χρόνια

by Times Newsroom

…Ο επτάχρονος Γιαννούλης τρυπώνει στο εργαστήρι τού πατέρα του και χώνεται αθέατος σε μια γωνιά για να τον παρακολουθεί στη δουλειά. Ξαφνικά εμφανίζεται στην πόρτα η μάνα του. Τραβά τον μικρό στο σπίτι κι αρχίζει να τον δέρνει. Αλύπητα. Εκείνος προσπαθεί ξεφύγει. Μάταια. Η κυρα Ρήνη τον κρατά γερά από το χέρι και τον δέρνει… (Χρ. Σαμουηλίδης)

Η σκηνή θα ταίριαζε σε ένα τυπικό ελληνικό σπίτι, ακόμα και του σήμερα, κι ας έχει το ξυλοφόρτωμα επίσημα πια την ταμπέλα της αντιπαιδαγωγικής μεθόδου. Μία μάνα αναζητεί τον απείθαρχο γιο της, ο οποίος αντί να επιστρέψει από το σχολείο στο σπίτι, λοξοδρομεί χαζεύοντας, σκοτώνοντας τον χρόνο και σκορπώντας ανησυχία.

Αλλά το συγκεκριμένο περιστατικό έχει λάβει χώρα το 1858, ο πιτσιρίκος που τις τρώει από τη δεσποτική κυρία Ειρήνη είναι ο μεγαλύτερος γιος της, ο κατοπινός γλύπτης Γιαννούλης Χαλεπάς και το… έγκλημά του ήταν ότι τρύπωσε στο μαρμαράδικο του πατέρα του, στον Πύργο της Τήνου, επειδή ήθελε να παρακολουθήσει το σμίλευμα του υλικού που σε λίγα χρόνια θα «ζωντανεύει» και στα δικά του, τα μαγικά χέρια του.

Η μάνα του τον προορίζει για έμπορο. Δουλειά με κύρος και… καθαριότητα. Έχει χορτάσει, λέει, μαρμαρόσκονη από τη δουλειά του άντρα της, Γιάννη. Αυτός, ο μεγαλύτερος γιος της θα κάνει άλλα πράγματα στη ζωή του. Αλλά ο γιος του Γιάννη και της Ειρήνης, ο Γιαννούλης, είναι γεννημένος γλύπτης κι όπου αλλού κι αν τον προσανατολίσουν, θα είναι δυστυχισμένος.

Το 1869 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα. Ύστερα και από την τελευταία αποτυχημένη προσπάθεια να μυήσουν τον γιο τους στο εμπόριο στέλνοντάς τον στη Σύρο, ο πατέρας Χαλεπάς αντιλαμβάνεται ότι πράγματι ο Γιαννούλης δεν θα κάνει στη ζωή του τίποτ΄ άλλο πέρα από γλυπτική. Έτσι, το 1872 τον γράφει στο Σχολείο των Τεχνών, όπου σπουδάζει ζωγραφική πλάι στον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική πλάι στον Λεωνίδα Δρόση! Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, με υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου, φεύγει για το Μόναχο, όπου θα παρακολουθήσει μαθήματα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών πλάι στον σπουδαίο γλύπτη Μαξ φον Βίντμαν! Οι διακρίσεις του νεαρού Γιαννούλη έρχονται η μία μετά την άλλη. Όταν το 1875 λήγει η υποτροφία του και καθώς οι επίμονες προσπάθειές του να ανανεωθεί δεν αποδίδουν, αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα. Τα έργα του «Σάτυρος που παίζει με τον έρωτα», «Κοιμωμένη» (γλυπτό στο μνήμα της έφηβης Σοφίας Αφεντάκη, στο Α΄ Νεκροταφείο) και «Κεφάλι σατύρου» κερδίζουν την αποδοχή και τον θαυμασμό του κοινού και των αυστηρών κριτικών του εξωτερικού. Στο εσωτερικό, όμως, αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη και φθόνο.

Ο Γιαννούλης πληγώνεται. Από την άλλη, έχει να αντιμετωπίσει την αρνητική κριτική της μάνας του. Δυσφορεί κι εκείνη με τις επιδόσεις του γιου της. Βασικά, εξακολουθεί να αποκηρύσσει τη μαρμαρογλυπτική. Όταν μάλιστα εκείνος μόλις στα 27 του εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς και δέκα χρόνια μετά, οδηγείται στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, η Ειρήνη είναι πλέον πεπεισμένη ότι για την αρρώστια του ευθύνεται η γλυπτική. Τέσσερα χρόνια παραμένει ο Γιαννούλης έγκλειστος και μόλις ο πατέρας του φεύγει από τη ζωή, η μητέρα του τον φέρνει από την Κέρκυρα στο πατρικό του, στον Πύργο της Τήνου.

Δεν είναι πια ο ίδιος. Όχι ότι ήταν ποτέ ιδιαίτερα κοινωνικός, τώρα όμως έχει αμπαρωθεί για τα καλά στον εαυτό του ζώντας κάτω από την ασφυκτική επιτήρηση της μάνας του. Για τον Πύργο είναι ο τρελός του χωριού… Η γλυπτική βέβαια παραμένει γι αυτόν διέξοδος, αλλά ό,τι φτιάχνει, η Ειρήνη το καταστρέφει ως υπαίτιο της κατάστασης του γιου της! Δεν του μένει άλλο από το να βόσκει πρόβατα και να ζει στοιχειωδώς. «Το φως της τέχνης έπαυσεν να φωτίζει τον δρόμο του […] Απέμεινε ζωντανόνεκρος να βόσκει γίδια» γράφει για τον Χαλεπά στην εφημερίδα «Εμπρός» ο Κωστής Παλαμάς.

Όταν η εκείνη αποβιώνει, ο Γιαννούλης αρχικά στέκεται αμίλητος, απαθής πλάι στη σορό της κι ύστερα εξαφανίζεται. Οι ανιψιές του τον βρίσκουν να πλάθει πηλό στο υπόγειο του σπιτιού. Είναι πια ελεύθερος να δημιουργήσει και πάλι, να μεγαλουργήσει και στα 76 του να αναγνωριστεί δημοσίως. Όλα ήρθαν καθυστερημένα, θα ομολογήσει κάποτε ο ίδιος. Σε όλη του τη ζωή ονειρεύεται και μάχεται με τη σμίλη και το καλέμι στο χέρι και μόλις τα τελευταία δέκα θα νιώσει την ικανοποίηση της νίκης…

Το 1938, μία 15η Σεπτεμβρίου, σαν και τη σημερινή, θα πετάξει πλάι στη δεσποτική μάνα του.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Τ.Α. Μανιατέα

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή