Η επόμενη μέρα της χώρας θα κριθεί από τις κυβερνητικές επιλογές, την ποιότητα της αντιπολίτευσης και τη δυνατότητα πολιτικής συνεννόησης
- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα συχνά περιορίζεται σε ένα ερώτημα: πρέπει να παραμείνει ή να αποχωρήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης; Το ερώτημα είναι θεμιτό, αλλά ανεπαρκές. Για τη χώρα σημασία έχει και τι θα ακολουθήσει: ποια κυβέρνηση, με ποιο πρόγραμμα, με ποια κοινοβουλευτική στήριξη και με ποιες δυνατότητες να αντιμετωπίσει προβλήματα που υπερβαίνουν τη θητεία οποιουδήποτε πρωθυπουργού.
Μια αντικειμενική αποτίμηση οφείλει να αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι μια κυβέρνηση μπορεί να έχει επιτεύγματα και σοβαρές αποτυχίες· ότι η αντιπολίτευση δικαιούται να διεκδικεί την απομάκρυνσή της, αλλά κρίνεται και για την εναλλακτική που προτείνει· και ότι η ανάγκη σταθερότητας δεν καταργεί την ανάγκη ελέγχου της εξουσίας.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι να αποκτήσει η πολιτική αντιπαράθεση περισσότερο περιεχόμενο από την αμοιβαία καταγγελία.
Τι δείχνουν –και τι δεν δείχνουν– οι δημοσκοπήσεις
Οι πρόσφατες μετρήσεις αποτυπώνουν προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας και σημαντική απόσταση των αντιπολιτευτικών δυνάμεων από αυτήν. Ενδεικτικά, στη δημοσιοποιημένη στις 21 Οκτωβρίου μέτρηση της GPO, η ΝΔ καταγράφει 29,4% στην εκτίμηση ψήφου, με τις επόμενες δυνάμεις αρκετά χαμηλότερα. Πρόκειται για ένδειξη συσχετισμών, όχι για εκλογικό αποτέλεσμα ή εξασφάλιση αυτοδυναμίας.
Η διάκριση έχει σημασία. Η πρωτιά ενός κόμματος, η δυνατότητα αυτοδύναμης διακυβέρνησης και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας είναι τρία διαφορετικά πράγματα. Επίσης, η αντιπολίτευση δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό σώμα: περιλαμβάνει κόμματα με διαφορετικές, συχνά ασύμβατες, θέσεις. Η κοινή αντίθεση στον πρωθυπουργό δεν συνιστά από μόνη της κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Επομένως, η διαπίστωση ότι δεν διακρίνεται εύκολη εναλλακτική διακυβέρνηση έχει βάση ως πολιτικός προβληματισμός. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι οι εκλογές έχουν ήδη κριθεί ούτε ότι οι σημερινές αρνήσεις συνεργασίας θα παραμείνουν αμετάβλητες μετά την κάλπη.
Η διεκδίκηση της εναλλαγής δεν αποδεικνύει πρόθεση ακυβερνησίας
Θα ήταν υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι τα κόμματα που επιδιώκουν την ήττα της κυβέρνησης επιθυμούν και την ακυβερνησία. Αυτό αποδίδει πρόθεση την οποία δεν μπορούμε να τεκμηριώσουμε. Η διεκδίκηση της εξουσίας και η αμφισβήτηση του κυβερνώντος κόμματος αποτελούν φυσιολογικές λειτουργίες της δημοκρατίας.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα πραγματικό ζήτημα ευθύνης: όποιος ζητά πολιτική αλλαγή οφείλει να εξηγεί πώς μπορεί αυτή να οδηγήσει σε βιώσιμη κυβέρνηση. Με ποιους θα μπορούσε να συνεργαστεί; Σε ποια προγραμματική βάση; Ποιες υποχωρήσεις θα δεχόταν; Και ποιες δεσμεύσεις του μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν;
Η αποφυγή αυτών των ερωτημάτων δημιουργεί κυβερνητική ασάφεια. Αν όλα τα κόμματα αποκλείουν εκ των προτέρων κάθε συνεργασία και ταυτόχρονα κανένα δεν εξασφαλίζει πλειοψηφία, αυξάνεται ο κίνδυνος παρατεταμένων διαπραγματεύσεων ή επαναληπτικών εκλογών. Το Σύνταγμα προβλέπει τη διαδικασία διερευνητικών εντολών και τα επόμενα βήματα όταν δεν προκύπτει κυβέρνηση· η θεσμική διαδικασία, όμως, δεν υποκαθιστά την πολιτική συνεννόηση.
Αυτή η ευθύνη αφορά και τη Νέα Δημοκρατία. Ένα κυβερνών κόμμα δικαιούται να επιδιώκει αυτοδυναμία. Χρειάζεται, όμως, να απαντά και στο ενδεχόμενο να μην του τη δώσουν οι πολίτες.
Η οικονομική πρόοδος χρειάζεται αναγνώριση και σωστή αποτίμηση
Η γενική θέση ότι «τίποτε δεν έχει βελτιωθεί» δεν συμβαδίζει με τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ανάπτυξη 2,1% για το 2025 και δημοσιονομικό πλεόνασμα, ενώ στις εαρινές προβλέψεις της αναμένει περαιτέρω μείωση της ανεργίας και του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Πρόκειται για ουσιαστικές θετικές εξελίξεις.
Η κυβέρνηση δικαιούται να κρίνεται και γι’ αυτές. Η δημοσιονομική αξιοπιστία, η προσέλκυση επενδύσεων και η αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους έχουν πρακτική σημασία για τις δυνατότητες μιας χώρας.
Χρειάζεται, παράλληλα, προσοχή στην απόδοση ολόκληρης της προόδου σε έναν πολιτικό φορέα. Η οικονομική ανάκαμψη διαμορφώνεται από κυβερνητικές αποφάσεις, ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, επιχειρηματική δραστηριότητα, εργασία και θυσίες των πολιτών, καθώς και από εξελίξεις που ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα. Η πολιτική αξιολόγηση οφείλει να εξετάζει τη συγκεκριμένη συμβολή της εκάστοτε κυβέρνησης.
Εξίσου ουσιαστικό είναι ότι οι θετικοί συνολικοί δείκτες δεν περιγράφουν πλήρως την καθημερινή ζωή. Η ίδια πρόβλεψη της Επιτροπής προειδοποιεί για πίεση στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών από τις ενεργειακές ανατιμήσεις και για επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η Eurostat καταγράφει επίσης ιδιαίτερα υψηλή στεγαστική επιβάρυνση στην Ελλάδα: για το 2024, το σχετικό ποσοστό έφθανε περίπου το 29% στις πόλεις και το 28% στις αγροτικές περιοχές.
Συνεπώς, η οικονομία μπορεί να προοδεύει και αρκετοί πολίτες να εξακολουθούν να δυσκολεύονται. Η αναγνώριση της πρώτης πραγματικότητας δεν ακυρώνει τη δεύτερη.
Το Eurogroup και η δυνατότητα αναγνώρισης μιας επιτυχίας
Η εκλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup, στις 11 Δεκεμβρίου 2025, αποτελεί επιβεβαιωμένο γεγονός και σημαντική ελληνική παρουσία σε ένα κεντρικό όργανο οικονομικού συντονισμού της ευρωζώνης.
Είναι εύλογο να αξιολογείται ως επιτυχία του ίδιου, της κυβέρνησης που υποστήριξε την υποψηφιότητά του και της χώρας. Η αναγνώρισή της δεν προϋποθέτει κομματική ταύτιση. Αντίστοιχα, δεν συνεπάγεται αποδοχή του συνόλου της κυβερνητικής πολιτικής.
Μια ώριμη δημόσια συζήτηση θα επέτρεπε αυτήν ακριβώς τη διάκριση: να αναγνωρίζεται μια επιτυχία και να συνεχίζεται ο αυστηρός έλεγχος σε άλλα πεδία. Αν υπάρχουν συγκεκριμένες δηλώσεις που εύχονταν την αποτυχία της υποψηφιότητας, μπορούν να κριθούν με βάση το περιεχόμενό τους. Χωρίς τέτοια τεκμηρίωση, η στάση αυτή δεν πρέπει να αποδίδεται συλλήβδην στην αντιπολίτευση.
Οι πολίτες έχουν λόγους, ακόμη και όταν διαφωνούμε μαζί τους
Η επανάληψη καταγγελτικών συνθημάτων, η προσωποποίηση της αντιπαράθεσης και η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων μπορούν να επηρεάσουν το πολιτικό κλίμα. Αυτό αφορά τόσο τον αντιπολιτευτικό όσο και τον κυβερνητικό λόγο.
Ωστόσο, δεν είναι τεκμηριωμένο να θεωρούμε ότι όσοι επιθυμούν την απομάκρυνση του πρωθυπουργού δεν γνωρίζουν γιατί τη ζητούν. Κάποιοι μπορεί να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο εισόδημά τους, άλλοι στις δημόσιες υπηρεσίες, στη λογοδοσία ή στη συμπεριφορά της εξουσίας. Μπορεί επίσης να έχουν διαφορετική εκτίμηση για το κόστος και τα οφέλη μιας πολιτικής.
Αντίστοιχα, όσοι προτιμούν τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης δεν είναι κατ’ ανάγκην αδιάφοροι για τα προβλήματα. Μπορεί να αξιολογούν θετικά συγκεκριμένες επιδόσεις ή να θεωρούν ανεπαρκείς τις εναλλακτικές.
Ο σεβασμός στην κρίση των πολιτών απαιτεί να εξετάζουμε τα επιχειρήματά τους, ακόμη και όταν μας βρίσκουν αντίθετους.
Υπάρχει ευοίωνη προοπτική;
Υπάρχει δυνατότητα θετικής πορείας, με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Στην οικονομία, το κρίσιμο είναι η ανάπτυξη να μετατρέπεται σε μεγαλύτερη παραγωγικότητα, καλύτερες αποδοχές και υπηρεσίες που λειτουργούν. Η προβλεπόμενη επιβράδυνση των επενδύσεων μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης ενισχύει την ανάγκη για δραστηριότητες που θα συνεχίσουν να αποδίδουν πέρα από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Στην πολιτική, χρειάζονται σαφέστερες προγραμματικές επιλογές και μεγαλύτερη ειλικρίνεια για τις πιθανές συνεργασίες. Μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να είναι σταθερή όταν στηρίζεται σε συμφωνημένες προτεραιότητες και αξιόπιστους κανόνες. Μια αυτοδύναμη κυβέρνηση μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματική, εφόσον αντιμετωπίζει την πλειοψηφία της ως ευθύνη και δέχεται τον θεσμικό έλεγχο.
Η αντιπολίτευση θα ενισχύσει την αξιοπιστία της αν εξηγεί τι θα διατηρούσε, τι θα άλλαζε και πώς θα χρηματοδοτούσε τις προτάσεις της. Η κυβέρνηση θα ενισχύσει τη δική της αν αναγνωρίζει συγκεκριμένες αστοχίες και τις διορθώνει, αντί να στηρίζει την υπεροχή της κυρίως στην αδυναμία των αντιπάλων της.
Η Ελλάδα έχει λόγους να προσβλέπει σε καλύτερο μέλλον. Για να αποκτήσει αυτή η προσδοκία στέρεη βάση, οι επόμενες εκλογές χρειάζεται να αναδείξουν μια εφαρμόσιμη κυβερνητική εντολή και έναν ισχυρό, ουσιαστικό έλεγχο της εξουσίας. Το ερώτημα προς κάθε κόμμα είναι κοινό: με ποιο σχέδιο, με ποιους ανθρώπους και με ποιες συνεννοήσεις μπορεί να βελτιώσει τη ζωή στη χώρα;
