- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Η ουσία του προβλήματος βρίσκεται στη σταδιακή αποσύνδεση της πολιτικής γλώσσας από την ευθύνη. Λέξεις όπως «ασφάλεια», «δικαιοσύνη», «αξιοπρέπεια» και «ευημερία» εκφράζουν πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Όταν όμως χρησιμοποιούνται χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο, χωρίς εξήγηση των μέσων και χωρίς δυνατότητα ελέγχου του αποτελέσματος, μετατρέπονται σε υποσχέσεις που διεκδικούν εμπιστοσύνη χωρίς να αναλαμβάνουν αντίστοιχες δεσμεύσεις.
Το κούφιο σύνθημα επιτρέπει στον καθένα να ακούει αυτό που επιθυμεί, ενώ αφήνει εκείνον που το εκφέρει ελεύθερο να εννοεί κάθε φορά κάτι διαφορετικό. Η «ασφάλεια», για παράδειγμα, μπορεί να σημαίνει προστασία από τη βία, σταθερή εργασία, πρόσβαση στην περίθαλψη ή διασφάλιση των δικαιωμάτων. Όταν η πολιτική αποφεύγει να προσδιορίσει ποια ασφάλεια υπόσχεται, για ποιους και με ποια μέσα, αποκομίζει το συναισθηματικό όφελος της λέξης χωρίς να εκτίθεται στον έλεγχο μιας συγκεκριμένης πρότασης.
Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση. Η πολιτική έχει ανάγκη από οράματα και από λόγο που κινητοποιεί. Καμία κοινωνία δεν προχωρά μόνο με διοικητικές διευθετήσεις και οικονομικούς πίνακες. Το όραμα, όμως, αποκτά αξιοπιστία όταν συνδέει την επιθυμητή αλλαγή με τις προϋποθέσεις της: τους πόρους, τις συγκρούσεις συμφερόντων, τον χρόνο, τις δυσκολίες και τις αναγκαίες επιλογές. Η δημαγωγία αποσιωπά ακριβώς αυτές τις προϋποθέσεις. Υπόσχεται το επιθυμητό σαν να μην απαιτεί αποφάσεις με κόστος και συνέπειες.
Η μετάβαση από τις λέξεις στην πολιτική πράξη γίνεται επικίνδυνη όταν η ασάφεια λειτουργεί ως εξουσιοδότηση. Ο πολίτης μπορεί να συναινεί σε μια γενική υπόσχεση «τάξης» και αργότερα να διαπιστώνει ότι στο όνομά της δικαιολογούνται αυθαίρετοι περιορισμοί. Μπορεί να υποστηρίζει μια εξαγγελία «ανάπτυξης», χωρίς να έχει διευκρινιστεί ποιος θα ωφεληθεί, ποιος θα επιβαρυνθεί και ποια αγαθά θα προστατευθούν. Έτσι, η συναισθηματική αποδοχή μιας λέξης παρουσιάζεται εκ των υστέρων ως συγκατάθεση σε συγκεκριμένες αποφάσεις που ουδέποτε συζητήθηκαν επαρκώς.
Αυτό υπονομεύει την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατικής εντολής. Για να έχει νόημα η επιλογή του πολίτη, πρέπει να υπάρχει κάποια αναγνωρίσιμη σχέση ανάμεσα σε όσα προτείνονται πριν από την ανάληψη της εξουσίας και σε όσα εφαρμόζονται μετά. Η σχέση αυτή δεν μπορεί να είναι απόλυτη: οι συνθήκες αλλάζουν και κάθε διακυβέρνηση αντιμετωπίζει απρόβλεπτες δυσκολίες. Μπορεί, όμως, να απαιτεί ειλικρινή εξήγηση, δημόσια τεκμηρίωση και ανάληψη ευθύνης. Διαφορετικά, κάθε υπόσχεση γίνεται αρκετά εύκαμπτη ώστε να δικαιολογεί ακόμη και την αναίρεσή της.
Η βαθύτερη φθορά αφορά την κρίση των πολιτών. Η κιβδηλία της κρίσης εγκαθίσταται όταν οι ίδιες λέξεις επιστρατεύονται για να υπερασπιστούν αντιφατικές πράξεις και η δημόσια συζήτηση χάνει σταδιακά τα κοινά της μέτρα. Το ερώτημα «είναι αληθές;» παραμερίζεται από το «ποιον εξυπηρετεί να το δεχθώ;». Η αξιολόγηση μιας απόφασης εξαρτάται όλο και περισσότερο από την κομματική της προέλευση. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να καταγγέλλεται ως αυθαιρεσία στον αντίπαλο και να δικαιολογείται ως αναγκαιότητα στον οικείο πολιτικό χώρο.
Δεν σημαίνει αυτό ότι οι πολίτες είναι αφελείς ή ότι ευθύνονται συλλογικά για την εξαπάτησή τους. Η ανασφάλεια, η εξάντληση και η αίσθηση αδιεξόδου δημιουργούν εύλογη ανάγκη για άμεσες απαντήσεις. Όποιος δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο ή φοβάται για το μέλλον των παιδιών του δεν έχει απεριόριστο χρόνο και ψυχικό απόθεμα για να ελέγχει κάθε εξαγγελία. Η ευθύνη εκείνου που εκμεταλλεύεται αυτή την ανάγκη είναι γι’ αυτό μεγαλύτερη: μετατρέπει την πραγματική αγωνία σε πολιτικό όφελος, χωρίς να προσφέρει αντίστοιχη δυνατότητα διεξόδου.
Από τις διαψεύσεις μπορεί επίσης να γεννηθεί ένας κυνισμός που μοιάζει με πολιτική ωριμότητα: «όλοι ίδιοι είναι», «τίποτε δεν αλλάζει», «όλοι ψεύδονται». Η στάση αυτή είναι κατανοητή ως απογοήτευση, αλλά καταλήγει να δυσκολεύει τη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικούς βαθμούς ευθύνης, αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας. Όταν κάθε πρόταση θεωρείται εκ των προτέρων απάτη, η τεκμηριωμένη κριτική χάνει τη δύναμή της. Και η εξουσία ελέγχεται δυσκολότερα από μια κοινωνία που έχει πάψει να περιμένει οτιδήποτε.
Γι’ αυτό η απάντηση χρειάζεται να πάρει τη μορφή συγκεκριμένων απαιτήσεων. Όποιος υπόσχεται αντιμετώπιση της ακρίβειας οφείλει να εξηγεί με ποια μέτρα, με ποιο κόστος και με ποιο κριτήριο επιτυχίας. Όποιος επικαλείται τη δικαιοσύνη πρέπει να δέχεται κανόνες που δεσμεύουν και τον ίδιο. Όποιος μιλά για τον λαό χρειάζεται να αναγνωρίζει ότι η κοινωνία περιλαμβάνει διαφορετικές ανάγκες και συγκρουόμενα συμφέροντα, τα οποία δεν εξαφανίζονται επειδή περιγράφηκαν με μια ενιαία, συγκινησιακά φορτισμένη λέξη.
Η αξιοπιστία της πολιτικής κρίνεται στη δυνατότητα των πολιτών να αντιπαραβάλλουν την υπόσχεση με την πράξη και να αποδίδουν ευθύνη. Όταν αυτή η δυνατότητα εξασθενεί, οι λέξεις μπορούν να χρησιμοποιούνται ως διαρκές άλλοθι της εξουσίας. Η αποκατάσταση του νοήματός τους απαιτεί δημόσιο έλεγχο, θεσμούς που λειτουργούν και πολίτες που επιμένουν να ζητούν εξηγήσεις ακόμη και από εκείνους στους οποίους έχουν επενδύσει την ελπίδα τους. Εκεί δοκιμάζεται η πολιτική συνείδηση: στην προθυμία της να ελέγξει και τη δική της προσδοκία.
