- Ivan Williams Jimenez

Σε μια ψηφοφορία ιδιαίτερης σημασίας, οι ευρωβουλευτές ενέκριναν έκθεση νομοθετικής πρωτοβουλίας, με την οποία καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει ευρωπαϊκούς κανόνες για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, το στρες και την ψυχική υγεία στην εργασία. Μεταξύ άλλων, ζητούν αυστηρότερες υποχρεώσεις για τους εργοδότες ως προς την πρόληψη και τη διαχείριση αυτών των κινδύνων, καθώς και αναγνώριση του γεγονότος ότι μπορούν να προκαλέσουν επαγγελματικές ασθένειες. Η έκθεση εγκρίθηκε με 413 ψήφους υπέρ, 210 κατά και 29 αποχές. Ωστόσο, το τελικό κείμενο που υιοθετήθηκε στην ολομέλεια ήταν μετριοπαθέστερο από εκείνο της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής: ζητεί εκτίμηση επιπτώσεων πριν από οποιαδήποτε νομοθετική πρόταση και δεν περιλαμβάνει πλέον το νομικό τεκμήριο ότι οι βλάβες της υγείας συνδέονται με την εργασία — μια πρόβλεψη που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Το μήνυμα του Κοινοβουλίου είναι σαφές: το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, το οποίο στηρίζεται στην οδηγία-πλαίσιο του 1989, δεν παρέχει πλέον την εξειδίκευση και τη συνοχή που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των σύγχρονων ψυχοκοινωνικών κινδύνων. Το αν αυτή η διαπίστωση θα μετουσιωθεί σε νέα νομοθεσία εξαρτάται πλέον από την απάντηση της Επιτροπής.
Σε μια εποχή κατά την οποία το στρες, η επαγγελματική εξουθένωση και το άγχος συγκαταλέγονται στα συχνότερα αναφερόμενα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την εργασία στην Ευρώπη, η σημασία της ψηφοφορίας υπερβαίνει κατά πολύ μια τεχνική συζήτηση για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία. Η απόφαση αποτελεί την κορύφωση μιας υπερδεκαετούς συσσώρευσης επιστημονικών στοιχείων, αλλά και της αυξανόμενης αναγνώρισης ότι ο ίδιος ο σχεδιασμός και η οργάνωση της εργασίας μπορούν να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα επιβάρυνσης της υγείας, προκαλώντας στρες, επαγγελματική εξουθένωση, παρενόχληση, βία, κατάθλιψη, καρδιαγγειακές παθήσεις και μυοσκελετικές διαταραχές.
Σημασία έχει και η χρονική συγκυρία. Η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να προτείνει έως το τέλος του 2026 μια νομοθετική πράξη για τις ποιοτικές θέσεις εργασίας, έπειτα από τη δεύτερη φάση διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους, η οποία διήρκεσε από τον Ιούλιο έως τον Σεπτέμβριο και περιλάμβανε στις θεματικές της την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία. Το αίτημα του Κοινοβουλίου, που διατυπώνεται καθώς υλοποιείται ο Οδικός Χάρτης για τις Ποιοτικές Θέσεις Εργασίας, κατατίθεται επομένως ακριβώς τη στιγμή που η Επιτροπή συντάσσει το νομοθέτημα στο οποίο οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν είτε να αντιμετωπιστούν είτε να παραλειφθούν σιωπηρά.
Η συζήτηση αυτή δεν διεξάγεται εν κενώ. Πρόσφατες έρευνες και αναλύσεις πολιτικής της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) και του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου (ETUI) έχουν ενισχύσει σημαντικά την τεκμηρίωση υπέρ μιας ειδικής νομοθετικής πρωτοβουλίας για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους που σχετίζονται με την εργασία. Τα ευρήματά τους αναδεικνύουν επίμονα ρυθμιστικά κενά, άνισα επίπεδα προστασίας των εργαζομένων και αυξανόμενες προκλήσεις που συνδέονται με την ψηφιοποίηση, την εντατικοποίηση της εργασίας και τις μεταβαλλόμενες μορφές απασχόλησης. Ενισχύουν, έτσι, την ανάγκη για ένα πιο συνεκτικό και εναρμονισμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Η επιστημονική τεκμηρίωση θα συνεχίσει να εμπλουτίζεται. Στις 13 Οκτωβρίου, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA) εγκαινίασε την εκστρατεία «Ασφαλείς και Υγιείς Χώροι Εργασίας» για την περίοδο 2026–2028, με σύνθημα «Μαζί για την ψυχική υγεία στην εργασία». Η εκστρατεία αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη γνώση και καλές πρακτικές για αποτελεσματικές παρεμβάσεις σε διαφορετικούς κλάδους και κράτη μέλη.
Οι ενστάσεις των εργοδοτών χρειάζονται απάντηση
Η ψηφοφορία του Κοινοβουλίου δεν κλείνει τη συζήτηση. Οι ευρωπαϊκές εργοδοτικές οργανώσεις έχουν αμφισβητήσει ανοιχτά την ανάγκη μιας ειδικής οδηγίας. Σε κοινή δήλωση που εξέδωσαν πριν από την ψηφοφορία, υποστήριξαν ότι οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι θα πρέπει να εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζονται μέσα από το υφιστάμενο πλαίσιο για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία, με έμφαση στην εφαρμογή, στους ελέγχους συμμόρφωσης, στην πρακτική καθοδήγηση και στον κοινωνικό διάλογο, αντί να θεσπιστεί ένα νέο νομοθετικό εργαλείο. Προειδοποιούν ότι οι υπερβολικά λεπτομερείς και άκαμπτες απαιτήσεις, τα υποχρεωτικά σχέδια δράσης, οι νέες υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και τα νομικά τεκμήρια αιτιώδους συνάφειας ενδέχεται να αυξήσουν το διοικητικό βάρος, χωρίς επαρκείς αποδείξεις ότι θα βελτιώσουν την ψυχική υγεία των εργαζομένων.
Η θέση τους και οι ανησυχίες τους για την αναλογικότητα, την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων δεν είναι καινούργιες, αλλά αξίζουν μια σοβαρή απάντηση. Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι είναι πολυπαραγοντικοί και συχνά διαμορφώνονται από συνθήκες τόσο εντός όσο και εκτός του χώρου εργασίας. Παράλληλα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η αναλογικότητα και οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας των μικρών επιχειρήσεων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός περί ανεπαρκούς τεκμηρίωσης δεν αντέχει απέναντι σε όσα έχουν αναφέρει στην ίδια την Επιτροπή ορισμένα κράτη μέλη και συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Δύο διαδικασίες αμοιβαίας αξιολόγησης της Επιτροπής έχουν εξετάσει ακριβώς αυτό το ζήτημα. Η αξιολόγηση του 2019 για τη νομοθεσία και την πρακτική διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στην εργασία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι και το εργασιακό στρες είχαν εξελιχθεί σε μία από τις πλέον πιεστικές προκλήσεις για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία στην Ευρώπη. Υπογράμμισε, επίσης, την ανάγκη ενίσχυσης της πρόληψης, των ελέγχων εφαρμογής της νομοθεσίας και της ανταλλαγής καλών πρακτικών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στη μεταγενέστερη αξιολόγηση του 2024, σχετικά με τις νομοθετικές προσεγγίσεις και τους μηχανισμούς επιβολής για την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στην εργασία, οι συμμετέχουσες χώρες αναγνώρισαν σε γενικές γραμμές ότι οι γενικές υποχρεώσεις για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία ενδέχεται να μην επαρκούν για την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας αυτών των κινδύνων. Επισήμαναν την ανάγκη για σαφέστερες κανονιστικές διατάξεις, ισχυρότερους μηχανισμούς επιβολής και συστηματικότερη πρόληψη. Η αξιολόγηση τόνισε ότι η νομοθεσία από μόνη της δεν αρκεί χωρίς ελέγχους εφαρμογής, καταρτισμένους επιθεωρητές, καθοδήγηση, υποστήριξη και ευαισθητοποίηση.
Χώρες όπως το Βέλγιο, η Σουηδία και η Φινλανδία έχουν διαμορφώσει ειδικά νομοθετικά πλαίσια για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους. Άλλα κράτη μέλη έχουν ενισχύσει τη νομοθεσία, τις κατευθυντήριες οδηγίες, τους μηχανισμούς επιβολής και τις σχετικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το εργασιακό στρες, την παρενόχληση και τον εκφοβισμό.
Τι πρέπει να προτείνει η Επιτροπή
Χωρίς να περιορίζουν τη συζήτηση σε ένα δίλημμα υπέρ ή κατά μιας ειδικής ευρωπαϊκής οδηγίας για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να εξετάσουν σοβαρά μια ευρύτερη δέσμη μέτρων.
Σχεδιασμός με ορίζοντα το μέλλον. Το Στρατηγικό Πλαίσιο της ΕΕ για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για την περίοδο μετά το 2027 θα πρέπει να δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη και τη διαχείριση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων που συνδέονται με την εργασία. Η ψυχική υγεία, το εργασιακό στρες, η επαγγελματική εξουθένωση και η παρενόχληση στον χώρο εργασίας πρέπει να αναγνωριστούν ως κεντρικές προκλήσεις για την ασφάλεια και την υγεία στο μέλλον της εργασίας.
Τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας όπου χρειάζεται. Κατ’ ελάχιστον, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιοποιήσει την εν εξελίξει αναθεώρηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την ασφάλεια και την υγεία στην εργασία —συμπεριλαμβανομένης της θεμελιώδους οδηγίας-πλαισίου 89/391/ΕΟΚ— ως ευκαιρία για τη ρητή αναγνώριση και τον ορισμό των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, σύμφωνα με την περιγραφή της ΔΟΕ και τη Σύμβαση 190 της ΔΟΕ. Έτσι, η πρόληψη και η διαχείρισή τους θα αποκτούσαν μεγαλύτερη νομική σαφήνεια, συνέπεια και ορατότητα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ρητή πρόβλεψη για υποχρεωτική εκτίμηση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Πράγματι, η οδηγία-πλαίσιο υποχρεώνει ήδη τους εργοδότες να αξιολογούν και να προλαμβάνουν όλους τους επαγγελματικούς κινδύνους, και είναι γενικά αποδεκτό ότι στην υποχρέωση αυτή περιλαμβάνονται και οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι. Χρειάζεται, ωστόσο, να υποχρεωθούν οι εργοδότες να αξιολογούν ουσιαστικά τον φόρτο και τον χρόνο εργασίας, την αυτονομία, τη σαφήνεια των ρόλων και άλλους συναφείς παράγοντες, με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων.
Σχέδια δράσης συνδεδεμένα με την εκτίμηση κινδύνων. Μια εκτίμηση χωρίς συνέχεια αποτελεί απλή γραφειοκρατική διεκπεραίωση. Οι εργοδότες θα πρέπει να καθορίζουν μέτρα, αρμοδιότητες και ημερομηνίες επανεξέτασης, δίνοντας προτεραιότητα σε συλλογικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας έναντι της ατομικής εκπαίδευσης στην ψυχική ανθεκτικότητα.
Αναγνώριση των σχετικών παθήσεων ως επαγγελματικών ασθενειών. Η αναγνώριση έχει σημασία τόσο για τη δίκαιη μεταχείριση όσο και για την καταγραφή δεδομένων, αλλά εμπίπτει σε μεγάλο βαθμό στην αρμοδιότητα των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Καθώς τα επιστημονικά στοιχεία εμπλουτίζονται, θα μπορούσε να εξεταστεί η αναγνώριση ψυχοκοινωνικών διαταραχών και παθήσεων ψυχικής υγείας που απορρέουν από εργασιακούς ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, στο πλαίσιο της Σύστασης (ΕΕ) 2022/2337 της Επιτροπής, σχετικά με τον ευρωπαϊκό κατάλογο επαγγελματικών ασθενειών.
Αναλογικότητα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όχι εξαίρεση. Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι δεν μειώνονται όσο μικραίνει το μέγεθος μιας επιχείρησης, ενώ οι εργαζόμενοι στις μικρές επιχειρήσεις είναι συχνά οι λιγότερο προστατευμένοι. Κάθε νέος κανόνας θα πρέπει να ισχύει για όλους τους εργοδότες, επιτρέποντας, ωστόσο, στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν απλουστευμένα εργαλεία εκτίμησης, επικυρωμένα σε εθνικό επίπεδο. Η μέθοδος που έχει αναπτύξει το Εθνικό Ινστιτούτο Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία της Ισπανίας (INSST) για επιχειρήσεις με έως 25 εργαζομένους, καθώς και το εργαλείο OiRA του EU-OSHA, αποτελούν χρήσιμα πρότυπα. Οι νέοι κανόνες θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν απλούστερη τεκμηρίωση των σχεδίων δράσης, να μην επιβάλλουν νέες υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, να εξασφαλίζουν δωρεάν υποστήριξη από ειδικούς μέσω υπηρεσιών επαγγελματικής υγείας, ασφαλιστικών φορέων και εργοδοτικών οργανώσεων, και να προβλέπουν σταδιακή εφαρμογή, κατά την οποία οι επιθεωρήσεις θα παρέχουν αρχικά συμβουλές, πριν προχωρήσουν σε κυρώσεις.
Σύμφωνα με τη διαδικασία νομοθετικής πρωτοβουλίας, η Επιτροπή έχει τρεις μήνες για να απαντήσει, είτε παρουσιάζοντας τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει είτε εξηγώντας γιατί δεν θα αναλάβει δράση. Με τη νομοθετική πράξη για τις ποιοτικές θέσεις εργασίας να βρίσκεται ήδη υπό προετοιμασία, διαθέτει τόσο το κατάλληλο νομοθετικό μέσο όσο και την αναγκαία τεκμηρίωση. Αυτό που απομένει είναι μια πολιτική επιλογή.
Ο δρ Ivan Williams Jimenez είναι καθηγητής Εργατικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης και ανεξάρτητος ερευνητής σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία.
Πηγή: www.socialeurope.eu
