- Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Υπάρχει μια αντίφαση στη σχέση μας με τα βιβλία: τα τιμούμε ως σύμβολα πολιτισμού, αλλά δυσκολευόμαστε να τους παραχωρήσουμε χρόνο. Αναγνωρίζουμε τη σημασία της ανάγνωσης, αγοράζουμε κάποτε ένα βιβλίο με την πρόθεση να το διαβάσουμε, μιλάμε με σεβασμό για τη λογοτεχνία. Ύστερα επιστρέφουμε στην καθημερινή διαδοχή υποχρεώσεων, ειδοποιήσεων και μικρών περισπασμών. Το βιβλίο μένει στο κομοδίνο, περιμένοντας έναν χρόνο που διαρκώς αναβάλλεται.
Αυτό δικαιολογεί την ανησυχία. Δεν αρκεί, όμως, για να συμπεράνουμε ότι το διαδίκτυο νίκησε οριστικά και η ανάγνωση έχασε. Μια τέτοια διαπίστωση εξιδανικεύει το παρελθόν και αντιμετωπίζει το παρόν σαν αμετάκλητη καταδίκη.
Δεν υπήρξε μια εποχή κατά την οποία όλοι διάβαζαν συστηματικά. Η πρόσβαση στα βιβλία και η εξοικείωση με αυτά συνδέονταν πάντοτε με την εκπαίδευση, την οικογένεια, το εισόδημα και το κοινωνικό περιβάλλον. Η παλαιότερη απουσία κινητών τηλεφώνων δεν σήμαινε αυτομάτως παρουσία αναγνωστικής κουλτούρας.
Η έρευνα του ΟΣΔΕΛ για την αναγνωστική συμπεριφορά, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2021–2022, αποτύπωσε μια άνιση σχέση με το βιβλίο: μη αναγνώστες, περιστασιακούς και εντατικούς αναγνώστες. Ανέδειξε επίσης την έλλειψη χρόνου ως βασικό εμπόδιο και τη σημασία των κοινωνικών και εκπαιδευτικών συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώνεται η αναγνωστική συνήθεια. Επομένως, η συζήτηση χρειάζεται να ξεπεράσει την εύκολη διάγνωση ότι «ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πια».
Το διαδίκτυο, βεβαίως, έχει αλλάξει τους όρους. Ένα βιβλίο ζητά από τον αναγνώστη να παραμείνει μαζί του, να συγκρατήσει πρόσωπα και επιχειρήματα, να ανεχθεί την προσωρινή αβεβαιότητα, να περιμένει. Η ροή των κοινωνικών δικτύων προσφέρει διαρκώς κάτι καινούργιο και επιτρέπει την άμεση εγκατάλειψη όσων δεν προκαλούν ενδιαφέρον μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Έτσι, το βιβλίο ανταγωνίζεται μια ολόκληρη οργάνωση του ελεύθερου χρόνου γύρω από την ταχύτητα και τη συνεχή εναλλαγή. Η ανησυχία για τον περισπασμό έχει πραγματικό έρεισμα: ο ΟΟΣΑ καταγράφει προβλήματα συγκέντρωσης από τη χρήση ψηφιακών συσκευών στο σχολείο, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα αποτελέσματα της τεχνολογίας εξαρτώνται από τον τρόπο και τον σκοπό της χρήσης της. Αυτά τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν ότι κάθε οθόνη βλάπτει την ανάγνωση· δείχνουν, όμως, γιατί η απουσία ορίων αποτελεί εκπαιδευτικό ζήτημα.
Χρειάζεται εδώ μια ουσιαστική διάκριση. Το ψηφιακό μέσο μπορεί να φιλοξενεί ένα μυθιστόρημα, ένα ιστορικό αρχείο, μια σοβαρή μελέτη ή μια ατελείωτη ακολουθία αποσπασματικών εντυπώσεων. Η ανάγνωση ενός ηλεκτρονικού βιβλίου παραμένει ανάγνωση. Οι διαδικτυακές κοινότητες μπορούν να φέρουν κάποιον κοντά σε συγγραφείς που διαφορετικά δεν θα γνώριζε. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι κάνουμε μέσα στο μέσο και πόση συνέχεια επιτρέπουμε στη σκέψη μας.
Αντίστοιχα, η κατοχή μιας μεγάλης βιβλιοθήκης δεν πιστοποιεί από μόνη της ούτε βαθιά καλλιέργεια ούτε κριτική ικανότητα. Τα βιβλία αποκτούν σημασία όταν διαβάζονται, συζητούνται, αμφισβητούνται και συνδέονται με τη ζωή.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι γονείς έχουν ευθύνη, αλλά η ευθύνη τους χρειάζεται να περιγραφεί συγκεκριμένα. Η προτροπή «άφησε το κινητό και διάβασε» δύσκολα πείθει όταν ολόκληρη η οικογενειακή ζωή οργανώνεται γύρω από οθόνες. Το παιδί παρατηρεί ποια δραστηριότητα αξίζει τον χρόνο των ενηλίκων. Εάν η ανάγνωση εμφανίζεται αποκλειστικά ως δική του υποχρέωση, είναι εύλογο να τη συνδέσει με την πειθαρχία.
Πιο ουσιαστικά λειτουργούν η κοινή ανάγνωση από μικρή ηλικία, η συζήτηση για μια ιστορία, η επίσκεψη σε μια δανειστική βιβλιοθήκη και η δυνατότητα επιλογής. Ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει από κόμικς, περιπέτειες ή βιβλία για ζώα. Δεν χρειάζεται κάθε αναγνωστική του επιλογή να περνά από εξετάσεις πολιτιστικής αξίας. Χρειάζεται πρώτα να ανακαλύψει ότι ένα βιβλίο μπορεί να αφορά τις δικές του απορίες και επιθυμίες.
Ωστόσο, οι οικογένειες δεν διαθέτουν όλες τον ίδιο χρόνο, χρήματα ή μορφωτικά εφόδια. Γι’ αυτό η φιλαναγνωσία δεν μπορεί να ανατίθεται αποκλειστικά στην ιδιωτική προσπάθεια. Το σχολείο και η δημόσια βιβλιοθήκη υπάρχουν και για να προσφέρουν δυνατότητες που λείπουν από το σπίτι.
Το σχολείο, από την πλευρά του, καλείται να αντιμετωπίσει μια δύσκολη αντίφαση: διδάσκει κείμενα, αλλά κινδυνεύει να τα μετατρέψει σε υλικό εξέτασης. Όταν η συνάντηση με τη λογοτεχνία περιορίζεται στην αναζήτηση της αναμενόμενης απάντησης, ο μαθητής μπορεί να μάθει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του μαθήματος χωρίς να αποκτήσει προσωπική σχέση με την ανάγνωση.
Η ανάλυση ενός έργου έχει αξία. Χρειάζεται, όμως, να αφήνει χώρο και στην αυθεντική αντίδραση: στην αμηχανία, στη διαφωνία, στη συγκίνηση, ακόμη και στην παραδοχή ότι ένα βιβλίο δεν άρεσε. Η ερώτηση «γιατί σε ενόχλησε αυτός ο ήρωας;» μπορεί να ανοίξει έναν ουσιαστικότερο δρόμο προς το κείμενο από την απαίτηση αναπαραγωγής μιας έτοιμης ερμηνείας.
Δεν αρκεί, συνεπώς, να ζητάμε περισσότερη προσπάθεια από τους εκπαιδευτικούς. Χρειάζονται χρόνος για ελεύθερη ανάγνωση, διαθέσιμα βιβλία, λειτουργικές σχολικές βιβλιοθήκες και υποστήριξη των παιδιών που δυσκολεύονται να διαβάσουν. Για έναν μαθητή που παλεύει με κάθε σελίδα, η γενική προτροπή να αγαπήσει τη λογοτεχνία δεν υποκαθιστά την αναγκαία βοήθεια.
Όσο για τις βιβλιοθήκες, ο χαρακτηρισμός τους ως μουσειακών χώρων εκφράζει έναν υπαρκτό φόβο, αλλά δεν περιγράφει όλες τις περιπτώσεις. Στο Δίκτυο Ελληνικών Βιβλιοθηκών καταγράφονται βιβλιοθήκες με παιδικά προγράμματα, λέσχες ανάγνωσης, εκπαιδευτικές επισκέψεις και δημιουργικές δράσεις. Η Παιδική Βιβλιοθήκη του σταθμού Λαρίσης και η Βορέειος Βιβλιοθήκη στο Μαρούσι αποτελούν συγκεκριμένα παραδείγματα αυτής της λειτουργίας.
Το ζητούμενο είναι αυτές οι δυνατότητες να γίνουν σταθερές και ευρύτερα προσβάσιμες. Μια βιβλιοθήκη χρειάζεται προσωπικό, κατάλληλο ωράριο, ανανέωση συλλογών και σχέση με τη γειτονιά της. Η επιτυχία της κρίνεται από το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι μπορεί να μπει, να ζητήσει βοήθεια, να δανειστεί και να επιστρέψει.
Υπάρχει, τέλος, κάτι αντιπαραγωγικό στον τρόπο με τον οποίο υπερασπιζόμαστε μερικές φορές το βιβλίο. Όταν ο αναγνώστης παρουσιάζεται ως ανώτερος άνθρωπος και ο μη αναγνώστης ως πολιτισμικά ελλιπής, η πρόσκληση μετατρέπεται σε αποπομπή. Η ανάγνωση μπορεί να διευρύνει την εμπειρία και την κρίση μας, αλλά δεν αποτελεί αυτόματο πιστοποιητικό ευαισθησίας ή ήθους. Και δεν οφείλει κάθε βιβλίο να δικαιολογείται ως εργαλείο αυτοβελτίωσης. Η απόλαυση μιας ιστορίας είναι επαρκής λόγος για να διαβαστεί.
Η απογοήτευση, επομένως, έχει βάση· η παραίτηση δεν προκύπτει αναγκαστικά από τα δεδομένα. Η θέση του βιβλίου θα ενισχυθεί εφόσον δημιουργήσουμε χρόνο, πρόσβαση και ευκαιρίες ουσιαστικής συνάντησης μαζί του. Στο σπίτι, στην τάξη, στη γειτονιά, αλλά και μέσα στον ψηφιακό κόσμο.
Το μέλλον της ανάγνωσης θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν οι επόμενες γενιές θα γνωρίσουν το βιβλίο ως κάτι που τους επιβάλλεται ή ως έναν χώρο στον οποίο μπορούν να βρουν κάτι δικό τους.
