Ανταγωνιστές, αλλά όχι αντίπαλοι: Όταν η πολιτική ξεχνά τον άνθρωπο

Ο ανταγωνισμός μπορεί να βελτιώνει τα «προϊόντα» της πολιτικής, αλλά όταν γίνεται αυτοσκοπός διαβρώνει τις σχέσεις, υπονομεύει τη συνεργασία και κάνει τους ανθρώπους χειρότερους.

by ΝΙΚΟΣ Χ. ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Σκίτσο του Ηλία Μακρή (Η Καθημερινή, 08/09/26)

  • Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Στη συνέντευξη Τύπου της 90ής ΔΕΘ, ο Αλέξης Τσίπρας, αναφερόμενος στη σχέση του πολιτικού του χώρου με το ΠΑΣΟΚ, είπε: «Δεν είμαστε αντίπαλοι, είμαστε ανταγωνιστές». Και διευκρίνισε ότι αντίπαλος είναι η Δεξιά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Η διάκριση έχει πολιτική σημασία. Ο αντίπαλος βρίσκεται απέναντί σου· ο ανταγωνιστής κινείται, υποτίθεται, προς παρόμοια κατεύθυνση, διεκδικώντας όμως την πρωτοκαθεδρία. Δεν επιδιώκει απαραίτητα να ακυρώσει τον σκοπό σου, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να τον υπηρετήσει καλύτερα από εσένα.

Μόνο που εδώ γεννιέται ένα βαθύτερο ερώτημα: τι κάνει ο ανταγωνισμός στους ίδιους τους ανθρώπους;

Λέγεται συχνά ότι ο ανταγωνισμός βελτιώνει τα προϊόντα. Πιέζει τις επιχειρήσεις να καινοτομήσουν, τους επαγγελματίες να εξελιχθούν, τα κόμματα να παρουσιάσουν πιο πειστικές προτάσεις. Ίσως. Όμως η κοινωνία δεν είναι αγορά και η πολιτική δεν είναι ράφι σουπερμάρκετ. Οι ιδέες δεν είναι εμπορεύματα, οι πολίτες δεν είναι πελάτες και η δημοκρατία δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με όρους μεριδίου αγοράς.

Γιατί ο ανταγωνισμός μπορεί να κάνει καλύτερα «προϊόντα», αλλά συχνά κάνει χειρότερους ανθρώπους.

Όταν γίνεται μόνιμη κατάσταση, μας μαθαίνει να βλέπουμε τον διπλανό μας όχι ως πιθανό συνεργάτη, αλλά ως εμπόδιο. Η επιτυχία του άλλου βιώνεται ως δική μας ήττα. Η διαφορετική άποψη δεν αντιμετωπίζεται ως αφορμή για διάλογο, αλλά ως απειλή για την επιρροή μας. Και τότε η πολιτική παύει να είναι αναζήτηση λύσεων και μετατρέπεται σε αγώνα εντυπώσεων, συσχετισμών και προσωπικής επιβίωσης.

Αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο όταν αφορά πολιτικές δυνάμεις που δηλώνουν ότι υπηρετούν συγγενείς κοινωνικούς στόχους. Αν δύο κόμματα θέλουν πράγματι περισσότερη δικαιοσύνη, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, αξιοπρεπείς μισθούς και καλύτερη δημοκρατία, τότε οφείλουν βεβαίως να διατηρούν τις διαφορές τους. Η δημοκρατία δεν χρειάζεται ομοφωνία. Χρειάζεται όμως και κάτι περισσότερο από έναν πολιτισμένο ανταγωνισμό: χρειάζεται ικανότητα συνεννόησης.

Διότι υπάρχει μια αντίφαση που οι πολίτες αντιλαμβάνονται πολύ καλά. Δεν μπορείς να δηλώνεις ότι ο άλλος δεν είναι αντίπαλός σου και συγχρόνως να επενδύεις καθημερινά στην αποδυνάμωσή του. Δεν μπορείς να επικαλείσαι έναν κοινό προοδευτικό χώρο, αν ο βασικός σου στόχος μέσα σε αυτόν είναι να επικρατήσεις ολοκληρωτικά. Και δεν μπορείς να ζητάς συνεργασία την επομένη των εκλογών, όταν μέχρι την παραμονή έχεις καλλιεργήσει καχυποψία, απαξίωση και εχθρότητα.

Η λέξη «ανταγωνιστής» είναι ασφαλώς ηπιότερη από τη λέξη «αντίπαλος». Δεν αρκεί όμως η αλλαγή της λέξης, αν δεν αλλάξει η πολιτική συμπεριφορά. Η πραγματική δοκιμασία δεν είναι πώς αποκαλείς τον άλλο, αλλά πώς του φέρεσαι. Αν αναγνωρίζεις την αξία μιας σωστής πρότασής του. Αν μπορείς να συζητήσεις χωρίς να αναζητάς διαρκώς το επικοινωνιακό πλεονέκτημα. Αν είσαι πρόθυμος να μοιραστείς την ευθύνη, τη δουλειά και —το δυσκολότερο— την επιτυχία.

Η άμιλλα μπορεί να είναι δημιουργική, όταν ωθεί όλους να γίνουν καλύτεροι προς όφελος της κοινωνίας. Ο ανταγωνισμός όμως γίνεται διαβρωτικός όταν μοναδικό του κριτήριο είναι ποιος θα βγει πρώτος. Τότε μπορεί να παράγει πιο ελκυστικά συνθήματα και πιο επιδέξιες καμπάνιες, αλλά όχι αναγκαστικά καλύτερη πολιτική. Μπορεί να κατασκευάζει ισχυρότερους μηχανισμούς, αλλά μικρότερους ανθρώπους: περισσότερο καχύποπτους, περισσότερο εγωκεντρικούς και λιγότερο ικανούς να ακούσουν.

Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο για τις προοδευτικές δυνάμεις να μην είναι απλώς να ορίσουν ποιος είναι ο αντίπαλος και ποιος ο ανταγωνιστής. Είναι να αποδείξουν ότι μπορούν να υπερβούν και τις δύο αυτές ταυτότητες, όταν το απαιτεί το κοινό καλό. Να διαφωνούν χωρίς να αλληλοεξοντώνονται. Να διεκδικούν χωρίς να ευτελίζουν. Να συνεργάζονται χωρίς να χάνουν την αυτονομία τους.

Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το «προϊόν» που παρουσιάζει στις εκλογές. Κρίνεται και από το είδος των ανθρώπων που διαμορφώνει στην πορεία: ανθρώπους που θέλουν απλώς να νικήσουν ή ανθρώπους που μπορούν, παρά τις διαφορές τους, να χτίσουν κάτι μαζί.

Και στο τέλος, μια κοινωνία δεν έχει ανάγκη μόνο από καλύτερες προτάσεις. Έχει ανάγκη και από καλύτερες σχέσεις. Από πολιτικούς που δεν βλέπουν παντού ανταγωνιστές, αλλά αναγνωρίζουν παντού την ευθύνη της συνύπαρξης.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή