Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Οι συνεχείς δημοσκοπήσεις θυμίζουν πλέον καθημερινό μετεωρολογικό δελτίο. Ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος «κερδίζει τις εντυπώσεις», ποιος απειλείται, ποιος αντέχει. Η πολιτική ζωή παρουσιάζεται σαν μια αδιάκοπη κούρσα αριθμών, στην οποία κάθε μεταβολή –ακόμη και της μίας ποσοστιαίας μονάδας– αποκτά δραματικό χαρακτήρα. Έτσι, όμως, ένα χρήσιμο εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής έρευνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα, σε όπλο επικοινωνίας ή ακόμη και σε μέσο διαμόρφωσης της πραγματικότητας που υποτίθεται ότι απλώς καταγράφει.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Ασφαλώς και πρέπει. Σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι πολύτιμο να γνωρίζουμε τις διαθέσεις, τις ανησυχίες, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές προτιμήσεις των πολιτών. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: με ποιες προϋποθέσεις μια δημοσκόπηση είναι αξιόπιστη, πόσο αμερόληπτη μπορεί να είναι και πότε παύει να φωτίζει την κοινωνία και αρχίζει να την επηρεάζει;
Η φωτογραφία μιας στιγμής – όχι η κάλπη
Καμία σοβαρή δημοσκόπηση δεν αποτελεί πρόβλεψη με τη βεβαιότητα φυσικού νόμου. Είναι μια εκτίμηση, βασισμένη στις απαντήσεις ενός δείγματος, σε συγκεκριμένο χρόνο και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Αποτυπώνει περισσότερο τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται παρά ένα αμετάβλητο εκλογικό αποτέλεσμα.
Ανάμεσα στην έρευνα και στην κάλπη μπορεί να μεσολαβήσουν γεγονότα, αλλαγές στάσης, η προεκλογική συσπείρωση, η αποχή, ακόμη και μια διαφορετική απόφαση την τελευταία στιγμή. Ιδίως όταν μεγάλο μέρος των ερωτηθέντων δηλώνει αναποφάσιστο ή αρνείται να απαντήσει, η αναγωγή των ποσοστών σε «εκτίμηση ψήφου» προϋποθέτει στατιστικές παραδοχές. Οι παραδοχές αυτές μπορεί να είναι επιστημονικά εύλογες, δεν είναι όμως ουδέτερες ούτε αλάνθαστες.
Γι’ αυτό και διαφορές που βρίσκονται μέσα στα όρια της στατιστικής αβεβαιότητας δεν δικαιολογούν τίτλους περί «ανατροπής» ή «κατάρρευσης». Όταν δύο ποσοστά απέχουν ελάχιστα, η έντιμη διατύπωση μπορεί να είναι ότι η σειρά τους παραμένει αβέβαιη. Η παρουσίαση του ενός ως αναμφισβήτητου νικητή δεν είναι ανάλυση· είναι υπερβολή.
Από τι κρίνεται η εγκυρότητα
Η αξιοπιστία μιας δημοσκόπησης δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος του δείγματος. Ένα μεγάλο αλλά κακοσχεδιασμένο δείγμα μπορεί να είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικό από ένα μικρότερο, σωστά κατανεμημένο. Κρίσιμα στοιχεία είναι ο τρόπος επιλογής των συμμετεχόντων, η γεωγραφική και κοινωνική σύνθεση του δείγματος, η μέθοδος επικοινωνίας, η χρονική περίοδος της έρευνας, το ποσοστό όσων δεν αποκρίθηκαν και ο τρόπος με τον οποίο «σταθμίστηκαν» οι απαντήσεις.
Στη σημερινή εποχή το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο. Πολλοί πολίτες δεν απαντούν σε άγνωστους αριθμούς, άλλοι δεν διαθέτουν σταθερό τηλέφωνο, ενώ οι διαδικτυακές έρευνες μπορεί να υπερεκπροσωπούν όσους είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία ή συμμετέχουν συστηματικά σε πάνελ. Η στάθμιση επιχειρεί να διορθώσει αυτές τις ανισορροπίες, αλλά βασίζεται και αυτή σε επιλογές του ερευνητή.
Καθοριστική είναι και η διατύπωση των ερωτήσεων. Άλλη απάντηση μπορεί να προκαλέσει ένα ουδέτερο ερώτημα και άλλη ένα ερώτημα φορτισμένο με αξιολογικούς χαρακτηρισμούς. Ακόμη και η σειρά των ερωτήσεων μπορεί να επηρεάσει τον ερωτώμενο: αν προηγηθεί μια σειρά ερωτημάτων για την ακρίβεια, την εγκληματικότητα ή μια πολιτική κρίση, η επόμενη αξιολόγηση της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ενδέχεται να χρωματιστεί από αυτό το πλαίσιο.
Επομένως, η εγκυρότητα δεν πιστοποιείται από έναν εντυπωσιακό πίνακα ή από το λογότυπο μιας γνωστής εταιρείας. Απαιτεί διαφάνεια: ποιος παρήγγειλε και χρηματοδότησε την έρευνα, ποιος τη διενήργησε, πότε έγινε, με ποια μέθοδο, σε πόσους πολίτες, με ποιες ακριβώς ερωτήσεις και με ποια επεξεργασία των αναποφάσιστων.
Αμεροληψία και συμφέροντα
Η ανάθεση μιας έρευνας από κόμμα, κυβέρνηση, επιχείρηση ή μέσο ενημέρωσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Οι επαγγελματίες ερευνητές δεσμεύονται από κανόνες επιστημονικής πρακτικής και δεοντολογίας, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για τις πολιτικές δημοσκοπήσεις και μηχανισμός ελέγχου. Η καχυποψία, συνεπώς, δεν μπορεί να υποκαθιστά τα στοιχεία.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφελές να αγνοηθεί ότι η επιλογή του θέματος, η χρονική στιγμή, η διατύπωση των ερωτήσεων και κυρίως ο τρόπος δημοσιοποίησης μιας έρευνας μπορούν να υπηρετούν επικοινωνιακές επιδιώξεις. Μια δημοσκόπηση μπορεί να είναι τεχνικά ορθή και παρ’ όλα αυτά να χρησιμοποιηθεί μεροληπτικά. Το πρόβλημα συχνά δεν βρίσκεται στα δεδομένα, αλλά στην επιλογή εκείνων των δεδομένων που θα προβληθούν.
Ένα μέσο μπορεί να αναδείξει τη διαφορά των κομμάτων και να υποβαθμίσει τη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική. Ένα άλλο μπορεί να κάνει το αντίστροφο. Ο ίδιος πίνακας μπορεί να γεννήσει δύο εντελώς διαφορετικά πρωτοσέλιδα. Εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη της δημοσιογραφίας.
Καταγραφή ή διαμόρφωση της κοινής γνώμης;
Οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν σε κοινωνικό κενό. Από τη στιγμή που δημοσιεύονται, γίνονται μέρος της πολιτικής πραγματικότητας και ενδέχεται να επηρεάσουν συμπεριφορές. Μπορεί να ενισχύσουν τον πρώτο, επειδή ένα μέρος των πολιτών έλκεται από τον πιθανό νικητή· μπορεί, αντιθέτως, να κινητοποιήσουν όσους φοβούνται την επικράτησή του. Μπορεί να πιέσουν μικρότερα κόμματα, να καλλιεργήσουν την ιδέα της «χαμένης ψήφου», να προκαλέσουν συσπείρωση ή απογοήτευση και να επηρεάσουν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσκόπηση αποτελεί σχέδιο χειραγώγησης. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν εξίσου αυθαίρετη με την άκριτη αποδοχή όλων των μετρήσεων. Σημαίνει, όμως, ότι η δημοσκόπηση είναι ταυτόχρονα καταγραφή και δημόσιο γεγονός: μετρά την κοινή γνώμη, αλλά μετά τη δημοσίευσή της μπορεί και να την επηρεάζει.
Η πιθανή σκοπιμότητα αναζητείται, επομένως, όχι μόνο στην ακρίβεια των αριθμών αλλά και στο πλαίσιο: γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί τέθηκε αυτό το ερώτημα και όχι κάποιο άλλο; Γιατί προβάλλεται ένα εύρημα και αποσιωπάται ένα δεύτερο; Γιατί μια μικρή μεταβολή παρουσιάζεται ως πολιτικός σεισμός;
Όταν οι δημοσκοπήσεις υποκαθιστούν την πολιτική
Η σοβαρότερη ίσως συνέπεια της δημοσκοπικής υπερπαραγωγής είναι ότι στενεύει τη δημόσια συζήτηση. Αντί να εξετάζονται οι πολιτικές για την υγεία, την παιδεία, την οικονομία ή τους θεσμούς, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την «εικόνα» των αρχηγών και την αριθμητική απόσταση των κομμάτων. Οι πολίτες μετατρέπονται από ενεργά πολιτικά υποκείμενα σε ποσοστά ενός διαρκούς πίνακα κατάταξης.
Παράλληλα, τα κόμματα κινδυνεύουν να προσαρμόζουν τις θέσεις τους όχι σε μια συνεκτική αντίληψη για τη χώρα, αλλά στις εβδομαδιαίες μετρήσεις. Η πολιτική τότε δεν ηγείται, δεν εξηγεί και δεν αναλαμβάνει το κόστος δύσκολων επιλογών· απλώς ακολουθεί τις διαθέσεις της στιγμής. Η δημοσκόπηση, από εργαλείο κατανόησης, γίνεται υποκατάστατο πολιτικής σκέψης.
Πώς πρέπει να διαβάζουμε μια δημοσκόπηση
Ο ενημερωμένος πολίτης δεν χρειάζεται ούτε να πιστεύει τυφλά ούτε να απορρίπτει συλλήβδην. Χρειάζεται να ελέγχει ποιος ανέθεσε την έρευνα, πότε και πώς έγινε, πόσοι απάντησαν, ποια ήταν η ακριβής διατύπωση των ερωτήσεων, πόσοι ήταν οι αναποφάσιστοι και αν οι διαφορές υπερβαίνουν ουσιαστικά τη στατιστική αβεβαιότητα. Κυρίως, πρέπει να συγκρίνει τάσεις σε βάθος χρόνου και ευρήματα περισσότερων εταιρειών, όχι να απολυτοποιεί μία μεμονωμένη μέτρηση.
Αντίστοιχα, τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να δημοσιεύουν τη μεθοδολογική ταυτότητα της έρευνας, να αποφεύγουν τους παραπλανητικούς τίτλους και να ξεχωρίζουν καθαρά την πρόθεση ψήφου από την εκτίμηση ψήφου. Χρειάζεται επίσης να δίνουν χώρο στην ουσία των κοινωνικών ευρημάτων –στην ανασφάλεια, στην εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στις ανάγκες και στις προτεραιότητες των πολιτών– και όχι μόνο στην κομματική κατάταξη.
Ένα χρήσιμο εργαλείο που χρειάζεται μέτρο
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ούτε αλάνθαστη επιστήμη ούτε εξ ορισμού μηχανισμός εξαπάτησης. Είναι ένα χρήσιμο αλλά ευαίσθητο εργαλείο, του οποίου η αξία εξαρτάται από τη μέθοδο, τη διαφάνεια, τη δεοντολογία και τον τρόπο παρουσίασης.
Όσο συχνότερα εμφανίζονται σαν πολιτικό χρηματιστήριο, τόσο λιγότερο βοηθούν την κοινωνία να κατανοήσει τον εαυτό της. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν εντυπώσεις, τόσο περισσότερο διαβρώνουν την εμπιστοσύνη όχι μόνο προς τις εταιρείες μετρήσεων, αλλά και προς τη δημοσιογραφία και την πολιτική.
Η δημοκρατία έχει ανάγκη από αξιόπιστη γνώση της κοινής γνώμης. Δεν έχει ανάγκη από τη λατρεία των ποσοστών. Η δημοσκόπηση πρέπει να παραμένει αφετηρία συζήτησης – ποτέ υποκατάστατο της κοινωνίας, της πολιτικής κρίσης και, τελικά, της ίδιας της κάλπης.
Ενδεικτικές πηγές
-
Ν. 3603/2007, «Ρύθμιση θεμάτων δημοσκοπήσεων» (ΦΕΚ Α΄ 188/8.8.2007)
