Συστηματική σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, η οποία οδήγησε στον θάνατο από ασφυξία ενός βρέφους 13 μηνών, αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο του Πρέστον, με τους ενόρκους να κρίνουν ένοχο έναν 36χρονο δάσκαλο στο Μπλάκπουλ της Αγγλίας.
Το θύμα, ο μικρός Πρέστον Ντέιβι, είχε δοθεί για υιοθεσία στο ζευγάρι των κατηγορουμένων τον Απρίλιο του 2023, μετά τις προβλεπόμενες διαδικασίες αξιολόγησης. Μέσα σε διάστημα μόλις τεσσάρων μηνών, το παιδί έχασε τη ζωή του, φέροντας συνολικά 40 εσωτερικά και εξωτερικά τραύματα που δεν οφείλονταν σε ατύχημα.
Ο θετός πατέρας, Τζέιμι Βάρλεϊ, ο οποίος είχε λάβει ετήσια άδεια από τα καθήκοντά του ως υπεύθυνος τάξης σε γυμνάσιο για να φροντίσει το παιδί, καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Παράλληλα, ο σύντροφός του, Τζον ΜακΓκόουαν-Φαζακέρλεϊ, κρίθηκε ένοχος για την πρόκληση ή την αποδοχή του θανάτου του ανηλίκου.
Τα μηνύματα για την έλλειψη ύπνου και οι επισκέψεις στα επείγοντα
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι ο Βάρλεϊ αντιμετώπιζε δυσκολίες στη διαχείριση του βρέφους λόγω των συχνών νυχτερινών του αφυπνίσεων. Στις 6 Απριλίου, ο ίδιος είχε επικοινωνήσει μέσω γραπτού μηνύματος με την αδελφή του, η οποία ιδιωτεύει ως σύμβουλος ύπνου για μωρά, αναφέροντας:
«Σήμερα είναι τελειωμένος. Δεν κοιμήθηκε καθόλου μετά τις 11:30 το βράδυ. Ξυπνούσε κάθε μιάμιση ώρα».

Στο διάστημα της διαμονής του στην κατοικία των δύο ανδρών στο Μπλάκπουλ, το παιδί χρειάστηκε να μεταφερθεί τρεις φορές σε νοσοκομειακή μονάδα, φέροντας μεταξύ άλλων κάταγμα στον αριστερό αγκώνα.
Τον Ιούλιο του 2023, οι κάμερες ασφαλείας του νοσοκομείου κατέγραψαν τους δύο κατηγορούμενους να εισέρχονται με το παιδί στα επείγοντα περιστατικά, με τον 36χρονο να φωνάζει προς το ιατρικό προσωπικό:
«Μην τον αφήσετε να πεθάνει. Σας παρακαλώ, μην τον αφήσετε να πεθάνει».
Οι ισχυρισμοί για την μπανιέρα και οι αντιδράσεις στο νοσοκομείο
Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είχε αφήσει τον Πρέστον μόνο του στην μπανιέρα για λίγα λεπτά και τον εντόπισε αναίσθητο. Ωστόσο, η ιατροδικαστική εξέταση απέδειξε ότι τα μαλλιά του βρέφους ήταν στεγνά, φορούσε πάνα, η μπανιέρα ήταν κενή περιεχομένου και δεν υπήρχε νερό στο αναπνευστικό του σύστημα. Ως επίσημη αιτία θανάτου ορίστηκε η οξεία απόφραξη των ανώτερων αεραγωγών.
Μετά την ανακοίνωση των γιατρών ότι η καρδιά του παιδιού σταμάτησε να χτυπά, παρά τις προσπάθειες ανάνηψης, ο Βάρλεϊ αντέδρασε έντονα παρουσία των αστυνομικών και των νοσηλευτών, ζητώντας να του αφαιρέσουν τη ζωή:
«Σκοτώστε με… όλα είναι δικό μου λάθος».
Σε βίντεο που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, ο δάσκαλος ακούγεται να κλαίει στο δάπεδο και να δηλώνει:
«Δεν μπορώ, όχι, εγώ το έκανα αυτό».
Όταν οι νοσηλευτές του επεσήμαναν ότι ο γιος του τον έχει ανάγκη, εκείνος αποκρίθηκε:
«Δεν με χρειάζεται, είναι δικό μου λάθος… φέρτε τη μητέρα μου… αυτό δεν συμβαίνει… σας παρακαλώ σκοτώστε με, σας παρακαλώ σκοτώστε με».
Στη συνέχεια, όταν του επετράπη να προσεγγίσει τη σορό του παιδιού, ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Μάλλον δεν θα σε ξαναδώ. Σίγουρα πηγαίνω στην κόλαση».
Το ιστορικό της κακοποίησης και το άσεμνο υλικό
Η εισαγγελική έρευνα απέδειξε ότι το σεξουαλικό ενδιαφέρον του Βάρλεϊ προς το βρέφος εκδηλώθηκε σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή του στο σπίτι. Από τα ψηφιακά αρχεία των τηλεφώνων προέκυψε ότι και ο ΜακΓκόουαν-Φαζακέρλεϊ είχε γνώση και συμμετοχή, καθώς εντοπίστηκαν ληφθείσες άσεμνες φωτογραφίες και βίντεο του Πρέστον.
Κατά την τελική του αγόρευση, ο εισαγγελέας Πίτερ Ράιτ τόνισε προς το δικαστήριο:
«Ο θάνατος του Πρέστον ήταν μια τραγωδία που αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Ο κ. ΜακΓκόουαν-Φαζακέρλεϊ το γνώριζε, αλλά επέλεξε να το αγνοήσει».
Ο Βάρλεϊ είχε δηλώσει αθώος για τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας, της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου κάτω των 13 ετών, της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και της παραγωγής πορνογραφικού υλικού. Αντίστοιχα, ο ΜακΓκόουαν-Φαζακέρλεϊ είχε επίσης αρνηθεί την κατηγορία για την αποδοχή του θανάτου του παιδιού, προτού εκδοθεί η τελική ετυμηγορία των ενορκών.
